Η Χάνα Άρεντ δεν ελπίζει και δεν φοβάται, είναι ελεύθερη

Η Χάνα Άρεντ δεν ελπίζει και δεν φοβάται, είναι ελεύθερηΑγαπημένε μου, Πιτσιρίκο,
Το παρακάτω είχα αρχίσει να το γράφω από καιρό, αλλά δεν είχα καταφέρει να το τελειώσω για να σου το στείλω.
Σε συνέχεια, όμως, του καλέσματος του Ανδρέα του Βερολινέζου, και του συγκινητικού κειμένου της Μερόπης αναφορικά με αυτή την αίσθηση της ανημποριάς και της παραλυτικής θλίψης μπροστά σε αυτή τη θύελλα της θηριώδους πραγματικότητας, της καταιγιστικής βίας του πολέμου, της αδικίας, της διαφθοράς και της ανισότητας, είπα να το ρίξω πάλι στην φιλοσοφία, αφού, όπως σωστά παρατηρεί και η Μερόπη, “Δεν αντέχονται αφιλοσόφητα όλα αυτά που γίνονται στον κόσμο μας.”

Η φιλόσοφος Χάνα Άρεντ δεν είχε πέσει ποτέ στην παγίδα της ελπίδας. Από νεαρή ηλικία ακόμα, το μακρινό 1929, είχε καταλάβει καλά το τι εξελισσόταν στην Γερμανία, και έχασε πολλές φιλίες εξαιτίας αυτού. Απεχθανόταν τον λαϊκισμό, αυτό που αποκαλούσε “καιροσκοπική πολιτική”, η οποία άφηνε στο διάβα της ένα χάος αντικρουόμενων συμφερόντων και ανούσιων συγκρούσεων.

Όπως, επίσης, ήταν εκ διαμέτρου αντίθετη στην ιδέα του μεσσιανισμού και της υπόσχεσης ότι ο ένας μεγάλος ηγέτης θα οδηγήσει τον λαό στην γη της επαγγελίας.

Για την Άρεντ, η άνοδος του απολυταρχισμού στα μέσα του 20ου αιώνα σήμαινε ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν πλέον να βασίζονται στην κοινή λογική ή την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τα ήθη και τις ηθικές προσταγές του παρελθόντος. Και από την στιγμή που ο νόμος του κράτους είχε φτάσει σε σημείο να δικαιολογεί την μαζική δολοφονία, ούτε και στην αστική δικαιοσύνη.

Ο απολυταρχισμός σημαίνει για την Άρεντ την διάλυση της Δυτικής πολιτικής παράδοσης, αφού, το πολιτικό αξίωμα του Πλάτωνα, ότι είναι προτιμότερο να υποφέρεις το κακό από το να το διαπράττεις, φαινόταν να αντιστρέφεται τελείως, και όπου βασικές πτυχές της ανθρώπινης εμπειρίας, όπως η αγάπη, η απώλεια, η επιθυμία, η μοναξιά, ο φόβος και η ελπίδα, μετατρέπονταν σε όπλα της φασιστικής προπαγάνδας στην προσπάθειά της να φέρει τις δοκιμαζόμενες μάζες των ανθρώπων στο πολιτικό μαντρί του φασισμού.

Όπως ακριβώς κάνει και σήμερα.

Για την Άρεντ, λοιπόν, η ελπίδα αντιπροσώπευε την παθητικότητα, γιατί η ελπίδα μας αφαιρεί απ’ το παρόν.

Ελπίζοντας για κάτι στο μέλλον, οι αποφάσεις μας στο σήμερα διαμορφώνονται από το αβέβαιο αύριο που επιδιώκουμε να εκπληρώσουμε, παρά από αυτό που συμβαίνει τώρα γύρω μας.

Μη δίνοντας έμφαση σε αυτό που συμβαίνει στο τώρα, μπροστά μας και γύρω μας, αλλά στο αύριο που ελπίζουμε να ξημερώσει, οι άνθρωποι μετατρέπονται σε συμμέτοχοι της ίδιας τους της δυστυχίας.

Ενώ, λοιπόν, για τον περισσότερο κόσμο η ελπίδα είναι συνδεδεμένη με την πρόοδο, τα πολιτικά οράματα για το μέλλον και με τα πολιτικά σλόγκαν προς έμπνευση των μαζών, ενώ για άλλους συμβολίζει την πίστη τους στην ανοδική πορεία της ανθρώπινης προόδου, ή την πίστη τους στον Θεό και την μετά θάνατον ζωή, η Χάνα Άρεντ αποφάσισε να απομακρυνθεί τελείως από όλα αυτά τα κυρίαρχα αφηγήματα της ελπίδας.

Μέσα από το έργο της, μας προσφέρει μια διαφορετική ερμηνεία της ελπίδας από αυτή που έχουμε συνηθίσει, ως ένα επικίνδυνο εμπόδιο που σταματά τους ανθρώπους από το να δράσουν αποφασιστικά και με θάρρος απέναντι στις προκλήσεις μιας κοινωνίας σε κρίση, απέναντι στους σκοτεινούς καιρούς κάθε εποχής και κάθε γενιάς.

Η Χάνα Άρεντ αντιδρά στην ψευδαίσθηση της προόδου, στην Δυτικού τύπου αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Μας υπενθυμίζει ότι:

“Σε σκοτεινούς καιρούς, η αίσθηση της απελπισίας φέρνει είτε την έκκληση στην ελπίδα, είτε την υποχώρηση στον φόβο, πολύ περισσότερο στο κέντρο των καταστάσεων από ότι η ισορροπημένη κρίση και η μετρημένη άποψη.”

“Στην ελπίδα, η ψυχή καλύπτει σα πέπλο την πραγματικότητα, όπως στον φόβο, η ψυχή καλύπτεται από αυτόν.”

Είτε η πραγματικότητα σου δημιουργεί την ανάγκη να ελπίζεις, είτε σε παραλύει στον φόβο και την θλίψη, για την Χάνα Άρεντ, και τα δύο αποτελούν παγίδες.

Σε μια ομιλία της, της ζήτησαν να απαντήσει σε δύο ερωτήματα. Το πρώτο ήταν το γιατί ο κόσμος παρέμεινε σιωπηλός την ώρα που ο Χίτλερ έσφαζε τους Εβραίους και κατά πόσο ο Ναζισμός έχει τις ρίζες του στον Ευρωπαϊκό Ανθρωπισμό ή όχι.

Η δεύτερη ερώτηση, ήταν για την πηγή της απελπισίας μεταξύ των ίδιων των Εβραίων.

Νομίζω ότι οι απαντήσεις που δίνει η Χάνα Άρεντ σε αυτές τις δύο ερωτήσεις, μπορούν να εξηγήσουν σε μεγάλο βαθμό το επίπεδο της απελπισίας και της ανημποριάς που αισθάνονται στην ζωή τους οι περισσότεροι άνθρωποι σήμερα, όταν έρχονται αντιμέτωποι με τις συνέπειες των κρίσεων και των καταστροφών στην ζωή τους, τόσο τις προσωπικές, όσο και τις κοινωνικές.

Όσο και το γιατί, σε μεγάλο βαθμό, παρά την κρισιμότητα των γεγονότων, παραμένουμε ως κοινωνία σιωπηλοί.

Στην απάντησή της, η Άρεντ μας λέει ότι δεν ήταν ότι ο κόσμος παρέμεινε σιωπηλός. Πολλοί άνθρωποι είχαν το θάρρος να εκφράσουν τον αποτροπιασμό τους, το σοκ και την αγανάκτησή τους για τα εγκλήματα των Ναζί, αλλά δεν έκαναν τίποτα γι’ αυτό.

Σε αυτό το σημείο, κατά την Άρεντ, βρίσκεται η αποτυχία του Ευρωπαϊκού Ανθρωπισμού, τον οποίο θεωρεί πως δεν ήταν προετοιμασμένος για την άνοδο του φασισμού.

Για την Άρεντ, ήταν επίσης η αποτυχία του φιλελευθερισμού, συμπεριλαμβανομένου και του σοσιαλισμού.

Γιατί, αυτό που είχε οδηγήσει την διανόηση της εποχής να παρατηρεί απλώς την Ναζιστοποίηση των κοινωνικών, πολιτιστικών, ακαδημαϊκών και πολιτικών θεσμών, ήταν η απροθυμία τους να έρθουν αντιμέτωποι με την πραγματικότητα, και η παράλληλη επιθυμία τους να δραπετεύσουν σε μια φανταστική ουτοπία η οποία αποτελείται από αμετακίνητες ιδεολογικές βεβαιότητες, ακόμα και όταν έρχονται σε σύγκρουση με τα γεγονότα που συμβαίνουν τριγύρω τους.

Όσο για την δεύτερη ερώτηση και την απελπισία των Εβραίων, η Άρεντ μας λέει ότι ο Εβραίοι βρέθηκαν ξαφνικά παράλυτοι μεταξύ του φόβου και της πυρετώδους ελπίδας, και έτσι εγκλωβίστηκαν σε μια παραλυτική παθητική κατάσταση.

Μόνο όταν εγκατέλειψαν την ελπίδα και τον φόβο, συνειδητοποίησαν ότι η αντίσταση ήταν ο μοναδικός ηθικός και πολιτικός τρόπος να δραπετεύσουν.

Η αντίσταση, όχι η νίκη. Με λίγα λόγια, αν θέλουμε να είμαστε πιστοί στις ιδέες μας, θα πρέπει να ξεχάσουμε ότι οι αγώνες μας θα έχουν αποτέλεσμα. Δεν έχει σημασία αν θα ζήσουμε για να δούμε τα αποτελέσματα της προσπάθειάς μας. Αν θα είμαστε εκεί να γευτούμε τους καρπούς του αγώνα μας.

Δεν έχει σημασία αν θα σταματήσει ο πόλεμος επειδή θα διαμαρτυρηθούμε. Δεν έχει σημασία αν καταφέρουμε να φτιάξουμε τα δικά μας ανεξάρτητα ΜΜΕ. Δεν έχει σημασία αν οι 57 νεκροί των Τεμπών δεν βρουν το δίκιο τους στα ελληνικά δικαστήρια. Δεν έχει σημασία αν οι κακοί εφοπλιστές δεν συλληφθούν για τα εγκλήματα τους. Δεν έχει σημασία αν οι γενοκτόνοι πάνε φυλακή, ή παραμείνουν στο απυρόβλητο.

Σημασία έχει να αντιστεκόμαστε στο λάθος, όχι το αν θα τα καταφέρουμε να φέρουμε σε πέρας το σωστό.

Με κάθε τρόπο και με κάθε όπλο. Άλλη με την ποίησή της, άλλος με το να οργανώσει μια διαμαρτυρία, άλλος με την δημοσιογραφία του, άλλη με την επιστήμη και τη γνώση της, άλλος με την αλληλεγγύη του, και όλοι μαζί με την συμπεριφορά μας, μέρα μπαίνει και μέρα βγαίνει, απέναντι στους άλλους ανθρώπους γύρω μας.

Ίσως ο πόλεμος να μη σταματήσει. Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει η αντίσταση, με ό,τι έχει ο καθένας στην διάθεσή του.

Ίσως οι θλιβερές διαμαρτυρίες του σήμερα γιγαντωθούν αύριο, και αυτό έχει επίδραση στην τελική εξέλιξη του πολέμου. Δεν θα μάθουμε ποτέ αν δεν πάρουμε μέρος. Αν δεν συνεχίζουμε να παίρνουμε μέρος, κάθε φορά. Αν η αποτυχία μας δεν μας πεισμώνει να κάνουμε την διαμαρτυρία μας ακόμα πιο δυνατή, πιο έντονη, πιο επείγουσα.

Ίσως, σε βάθος χρόνου, όταν σταματήσει κάποτε ο πόλεμος, αυτή η φαινομενικά μικρή αντίσταση να έχει αναγκάσει τον πόλεμο να σταματήσει μια μέρα νωρίτερα.

Μια μέρα μονάχα. Έχει σημασία!

Τότε όλα θα άξιζαν τον κόπο.

Ίσως όχι γι’ αυτούς που χάθηκαν, αλλά σίγουρα θα έχει σημασία για όσους είναι ακόμα ζωντανοί.

Για την ζωή, θα έχει σημασία.

Κανείς δεν λέει ότι η επικαιρότητα και η πραγματικότητα δεν πρέπει να μας στεναχωρούν, να μας θλίβουν, και μερικές φορές, να σπάνε την ψυχή μας κομμάτια και να χρειάζεται να την ξανακολλήσουμε. Μια διαδικασία που είναι δύσκολη και απαιτεί χρόνο. Είναι ευαίσθητες οι ψυχές μας, ακόμα και όταν έχουμε χτίσει τείχη γύρω τους.

Αλλά, κατά τον Επίκουρο, το πώς θα ανταποκριθούμε στον πόνο και την θλίψη, είναι το μόνο που ελέγχουμε.

Ναι, δεν ασκείς έλεγχο σε ό,τι γίνεται γύρω σου ή σε ό,τι κάνουν οι άλλοι, αλλά ασκείς έλεγχο στο πώς αντιδράς σε αυτό.

Σε αυτό το ψήγμα ελέγχου είναι που βρίσκεται η πραγματική μας ελευθερία, καθώς και η απάντηση σε αυτή την αίσθηση της παραλυτικής ανημποριάς που αισθανόμαστε από το μέγεθος των καταστάσεων και των κρίσεων τριγύρω μας.

Γι’ αυτό και για την Χάνα Άρεντ η ελευθερία έρχεται όταν έχουμε πια ξεφορτωθεί τόσο τον ελπίδα, όσο και τον φόβο.

Η “αποδοχή” του Επίκουρου δεν χρειάζεται να σημαίνει παραίτηση, ούτε στρουθοκαμηλισμό.

Το ότι αποδέχεσαι τον κόσμο όπως είναι, με τις παθογένειες του και την μικρότητα του και την βία του και την αδικία του και την ανισότητα του, αλλά και με την αγάπη του, την συνεργασία του, την αλληλεγγύη του, την φιλία του, το ότι δέχεσαι να τον βλέπεις όπως είναι, με τα καλά του και με τα στραβά του, και όχι να εθελοτυφλείς, δεν σημαίνει ότι κάθεσαι στα αυγά σου και δεν κάνεις τίποτα.

Ή ότι, οτιδήποτε και αν κάνεις, δεν έχει σημασία.

Γιατί, όταν η απάντηση στο πώς αντιδρούμε στον πόνο και την θλίψη, είναι η αντίσταση –σύμφωνα με την Άρεντ και τον Καμύ–, παρά η παραίτηση, τότε ο πόνος και η θλίψη γίνονται καύσιμα, κινητήριος δύναμη.

Και όταν ο πόνος μας και η θλίψη μας γίνονται καύσιμα, τότε αποκτούν σκοπό.

Και τότε ο σκοπός, γίνεται αγώνας, ανήφορος. Ο “ανήφορος” του Καζαντζάκη, ο οποίος όπως και η Άρεντ, για να βρει την ελευθερία του, αναγκάστηκε να αντισταθεί τόσο την ελπίδα, όσο και τον φόβο.

Από τα μακρινά βάθη της Αυτοκρατορίας, με αγάπη,

Κώστας

(Φίλε Κώστα, να γράψω και δημόσια πως μόνο ο θάνατος θα μας σώσει. Οριστικά. Μέχρι τον θάνατο, θα μας σώζει η θάλασσα. Όσους θέλουμε να σωθούμε. Οι περισσότεροι δεν θέλουν. Κώστα, ναι, να αντιδράσουμε. Είναι προφανές, όμως, πως το σύστημα σου πουλάει και την αντίδραση. Ποιοι είναι οι ιδιοκτήτες των social media, όπου διάφοροι αφελείς νομίζουν ότι κάνουν επανάσταση, ενώ ξεχαρμανιάζουν ακίνδυνα, δουλεύοντας για δισεκατομμυριούχους; Είναι αυτά που λέγαμε πριν 3-4 χρόνια με τον Μπούλη Μπούλη πως το σύστημα σου πουλάει και το αντισύστημα. Η αντίσταση ελέγχεται από το σύστημα. Το σύστημα τα έχει προβλέψει όλα. Ακόμα και την αντίστασή σου. Μου θυμίζει μια συνάντηση που είχα πριν από 15 χρόνια με εφοπλιστή ιδιοκτήτη ΜΜΕ στο γραφείο του, όπου είχε αποφασίσει να αλλάξει όνομα και περιεχόμενο σε έναν από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς του και προσπαθούσε να με πείσει να συμμετάσχω, λέγοντάς μου “αυτός Θα είναι ο σταθμός της αντίστασης”. Και του λέω “καλά, και την αντίσταση εσείς θα την κάνετε;”. Χτυπιόταν από τα γέλια. Κώστα, έχεις προσέξει πως οι άνθρωποι δεν θυμώνουν με το πολιτικό κατεστημένο και τους ολιγάρχες αλλά με αυτούς που τολμούν να αμφισβητούν το σύστημα και τολμούν να μην ξεπουλιούνται. Πρόσεξέ το αυτό, έχει ενδιαφέρον. Δηλαδή, υπάρχουν τώρα άνθρωποι που διαβάζουν κείμενα σαν το δικό σου και θυμώνουν μαζί σου, και όχι με αυτούς που τους ξεσκίζουν τη ζωή.  Από την άλλη, η αλληλεγγύη έγινε επάγγελμα. Κώστα, μακριά από την πολλή συνάφεια του κόσμου. Ζούμε στο Matrix. Είναι όλοι μολυσμένοι. Κι αυτοί που νομίζουν πως είναι υπεργαμάτοι και εξωσυστημικοί. Αυτοί είναι οι χειρότεροι απ’ όλους. Όσο για την ελπίδα, έχω ξεκαθαρίσει εδώ και χρόνια τους λογαριασμούς μου μαζί της. Η ελπίδα είναι αγωνία. Και κατάρα. Να είσαι καλά, Κώστα. Την αγάπη μου.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.