Διαβάζοντας τον Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν
Αναντίρρητα, φίλε Πιτσιρίκο, η επιστήμη και τα φάρμακα έχουν βοηθήσει τον άνθρωπο σε μεγάλο βαθμό να απαλύνει τον πόνο του και να θεραπευτεί από τις ασθένειες. Προσωπικά, ουκ ολίγες φορές έχω επισκεφθεί την εκκλησία με σκοπό να ανάψω ένα κεράκι για αυτόν πού ανακάλυψε το ντεπόν. Ειλικρινά, δεν υπάρχει ωραιότερο συναίσθημα από το να μετριάζεις τον σωματικό πόνο. Με άλλα λόγια, σήμερα, η επιστήμη θα μπορούσαμε να πούμε ότι κάνει θαύματα.
Ρίχνοντας ένα βλέμμα στην Ιστορία, Πιτσιρίκο, μπορούμε, σχετικά, εύκολα να διαπιστώσουμε ότι η ιατρική επιστήμη ξεκίνησε για να καλυτερεύσει την ανθρώπινη ζωή. Όταν όμως το Κράτος διαπίστωσε ιδίοις όμμασι το “θαύμα”, επέτρεψε μεν στην επιστήμη να συνεχίσει το θεάρεστο έργο της, μόνο πού στις καπιταλιστικές κοινωνίες απέναντι από την προσφορά έπρεπε να κοστολογηθεί και η ζήτηση.
Ειρήσθω εν παρόδω, ο Νίτσε σκότωσε τον Θεό προς το τέλος του 19ου αιώνα. Το μεγαλείο του φιλοσόφου έγκειται στο γεγονός, όχι επειδή αποφάσισε μια μέρα ο ίδιος να τον σκοτώσει αλλά επειδή αντιλήφθηκε, όσο κανένας άλλος, την τάση της εποχής του. Για τον Νίτσε ήταν η στιγμή που ο άνθρωπος θα μπορούσε να γίνει ο ίδιος θεός και να κυριαρχήσει επί του εαυτού του. Όμως, αντίθετα, ο Νίτσε προέβλεψε ότι τον επόμενο αιώνα ο άνθρωπος θα θελήσει να πάρει την θέση του Θεού, με μοναδικό σκοπό να κυριαρχήσει επί της φύσης.
Ο 20ος αιώνας δεν ήθελε και πολύ, με λίγο παραφρασμένο Νίτσε και γερές δόσεις ιατρικής επιστήμης, χειραγωγούμενης τώρα από το κράτος, φτάσαμε στην εποχή του Χίτλερ να μιλάμε για την ευγονική.
Σήμερα, στον 21ο αιώνα, ο θεός μας φαίνεται κάτι αφελές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο άνθρωπος δεν έχει ανάγκη από κάτι ανώτερο, έστω κι αν δεν είναι σε θέση να το προσδιορίσει ρεαλιστικά. Υπάρχουν, όμως, και οι ορθολογιστές οι οποίοι, πάντοτε με την κρατική αρωγή, αντικατέστησαν την θεολογία με την ιατρική επιστήμη. Το γεγονός αυτό δεν είναι κακό καθεαυτό, και ούτε θα μπορούσε σε έναν λογικό άνθρωπο να είναι.
Το κακό, εν προκειμένω, διασπείρεται από το καπιταλιστικό κράτος που από τη μια πλευρά επιτρέπει στην ιατρική επιστήμη να εξελιχθεί προς όφελος των ανθρώπων, αντί υψηλού κομίστρου φυσικά, ενώ ταυτόχρονα ουδεμία προοδευτικότητα παρατηρείται στην δομή της κοινωνίας όσον αφορά τις εργασιακές μας σχέσεις και τις ελευθερίες μας εν συνόλω και όχι απλώς ατομικά, ώστε τα θαύματα της ιατρικής να προστίθενται επικουρικά στην ποιότητα της κοινωνικής μας ζωής.
Ξαναγυρνώντας στον Νίτσε, αντικρίζοντάς τον ποιητικά τούτη την φορά, αντλώντας την βοήθεια του φιλόσοφου Μπιουγκ-Τσουλ Χαν, όσον αφορά τις παρατηρήσεις, κοιτάζουμε τον “τελευταίο άνθρωπο”, στο τάδε έφη Ζαρατούστρα, να ανάγει την υγεία ως την ύπατη αξία. “Η υγεία χαίρει μεγάλης αξίας”, “αυτή ή υπέρτατη θεά”, “ανακαλύψαμε την ευτυχία λένε οι τελευταίοι άνθρωποι και κλείνουν το μάτι”.
Ο ίδιος ο Χαν παρομοιάζει τόσο εύστοχα την σημερινή ζωή αποκαλώντας την “γυμνή ζωή” όπου η υγεία έχει γίνει σκέτος “φετιχισμός”. Σήμερα όλοι μάς λένε, κι εμείς τους πιστεύουμε, “πάνω απ’ όλα η υγεία”. Ο δούλος αναφωνεί στον αφέντη του “κύριε, σήμερα δεν μπορώ να έρθω στο κάτεργο, είμαι άρρωστος”. Κι ο αφέντης αποκρίνεται “Φυσικά δούλε, μείνε σπίτι σου να γίνεις καλά. Πάνω απ’ όλα η υγεία. Έρχεσαι μεθαύριο στο κάτεργο.”
Εν συνεχεία, ο δούλος συναντά έναν άλλον εξίσου δούλο “δεν πειράζει πού δεν ζούμε, υπομονή, την υγειά μας να ‘χουμε”.
Ο Νίτσε φρόντισε να απαντήσει εκ νέου ποιητικά πολύ πριν την συνάντηση των άνωθεν δούλων “αλλά ο κλαψιάρικος θάνατός σας, ο οποίος γλιστράει αθόρυβα σαν κλέφτης, κι όμως έρχεται σαν αφέντης, είναι εξίσου μισητός στον μαχητή όπως και στον νικητή”. Όπως καταλαβαίνετε, δεν αναφέρεται στον Εβραίο πού υποφέρει από τη γερμανική μπότα, αλλά στον δούλο-μαχητή ο οποίος μισεί τον δούλο που δεν αντιστέκεται σε αυτό που τον συνθλίβει.
Ή, όπως έλεγαν οι αρχαίοι φιλόσοφοι, “για να καταλάβουμε την ζωή, θα πρέπει να μελετάμε τον θάνατο.” Οι πολιτικοί, αντ’αυτού, θεωρούν ότι το μόνο που έχει αξία στη ζωή είναι να πεθάνεις μεγάλος.
Την αξία της υγείας μάς φαίνεται κάπως υπερβολικό να την κατακρίνουμε, καθώς το ακράδαντο επιχείρημα διατείνεται ότι έτσι είναι ο μόνος τρόπος να παρατείνουμε την ζωή. Η εργασία, από την άλλη, βοηθά τον άνθρωπο, σύμφωνα με τον Μπατάιγ, να καταστείλει τις ορμές των ηδονών του και δεύτερον να αντιμετωπίσει την αρνητικότητα του θανάτου μέσω της δημιουργικότητας.
Η εκμεταλλευτική εργασία, όμως, λειτουργεί αντιστρόφως ανάλογα που όχι μόνο μετριάζει τις ηδονές μας αλλά δεν περισσεύει χρόνος ούτε να αυνανιστούμε. Και για “μ@λακία” στο επέκεινα ουδείς από τούς τέσσερις Ευαγγελιστές αναφέρει.
Παρ’ όλα αυτά, ο άνθρωπος θέλει να ζήσει, όπου αυτή την έμφυτη ροπή για ζωή την εκμεταλλεύεται στο έπακρο η κρατική εξουσία.
“Ανέβηκε το προσδόκιμο ζωής”, διατυμπανίζουν οι μελέτες! “Να ανεβάσουμε το όριο συνταξιοδότησης”, ανταπαντούν οι εξουσιαστές! Το ενδιάμεσο μεταξύ σύνταξης και θανάτου λέγεται ζωή.
Ένας άνθρωπος μετά τα εξήντα είναι ένας μεγάλος άνθρωπος. Δεν έχει καμία σημασία αν θα ζήσει μέχρι τα 127. Η ορμική ενέργεια πού του έχει δοθεί από την φύση ώστε να ερωτευθεί και να αυτοπραγματωθεί έχει ελαττωθεί στα έσχατα όρια. Η επιστήμη παρατείνει την ζωή όχι όμως την μορφή και το περιεχόμενο.
“Τι να το κάνω το Viagra, Αργυρούλα, αν την στιγμή που ιδρώνει το δασύτριχο στέρνο της νιότης μου, εσύ δεν υγραίνεσαι από κ@ύλα.”
Τους μεγάλους ανθρώπους θα έπρεπε να τους κοιτάμε σαν τα γέρικα αρσενικά λιοντάρια που, ενώ έζησαν περήφανα όλη τους την ζωή στο κυνήγι του έρωτα και της τροφής, σιγά σιγά τώρα εγκαταλείπουν τα εγκόσμια, πάντοτε σε όρθια στάση. Σήμερα, με την βοήθεια τής επιστήμης, μας λένε ότι στα 70 είμαστε ικανοί να δουλέψουμε και να γ@μήσουμε. Δεν έχει σημασία αν η φύση μάς κάνει αποκρουστικούς, αρκεί να μας σηκώνεται. Σκοπός είναι να πεθάνουμε μια μέρα εν ώρα εργασίας. Το ύψιστο καθήκον!
Ακολουθώντας την δική μου βιβλιογραφία είναι αλήθεια ότι η σκέψη του Μπιουνγκ Χαν είναι άκρως γοητευτική και σου δίνει την δυνατότητα να επεκτείνεις την σκέψη σου.
Νομίζω ότι η πρωτοτυπία του Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν έγκειται στο γεγονός ότι ο άνθρωπος σήμερα έχει μετουσιωθεί σε ένα υποκείμενο όπου η σκλαβιά προέρχεται από το μέσα του. Αντιπαραθέτει την θεωρία του Χέγκελ στο σήμερα, για την σχέση αφέντη-δούλου, λέγοντας ότι ο Χέγκελ έχει άδικο στο ότι ο δούλος είναι ανελεύθερος λόγω της ετεροεκμετάλλευσης καθώς σήμερα το άτομο είναι έρμαιο της αυτοεκμετάλλευσής του. Σε μια κοινωνία της αφθονίας, με δαψιλή ατομικά δικαιώματα, με ευκαιρίες μόνο για τους ικανούς, με φιλοδοξίες καριέρας, τότε, για την τυχόν απουσία του Έρωτα είμαστε πεπεισμένοι ότι επαφίεται στο υποκείμενό μας και όχι στο παρόν σύστημα που μας οδηγεί στην αποξένωση του άλλου.
“Δεν μπορώ να μην μπορώ” μας λέει ο Χάν εξού και έχουν πάρει φωτιά οι ψυχολόγοι… αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.
Το κείμενο γράφτηκε με οδηγό την αγωνία του έρωτα τού Χαν..
Η πραγματική αφορμή, όμως, ήταν οι δηλώσεις του πρωθυπουργού μας μιλώντας πριν από μερικές μέρες στην ολομέλεια της Βουλής με θέμα τον προσωπικό μας γιατρό.
(..)Και προφανώς δεν χρειάζεται να είναι κανείς επιστήμονας για να γνωρίζει ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης συμπεριφοράς και των συνηθειών μας, τα οποία προάγουν τελικά μια καλή υγεία: να μην καπνίζουμε, να τρώμε υγιεινά, να προσέχουμε το βάρος μας, να πίνουμε λίγο και να αθλούμαστε.
Προσέξτε, αν κανείς κάνει και τα πέντε αυτά σε σχέση με κάποιον ο οποίος δεν κάνει κανένα από αυτά, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, για να μπορούμε να κάνουμε και όλοι εμείς την δική μας αυτοκριτική, η διαφορά στο προσδόκιμο ζωής μπορεί να είναι 18 χρόνια. Επαναλαμβάνω, 18 χρόνια διαφορά στο προσδόκιμο ζωής μεταξύ του να ζει κάποιος μια βασική υγιεινή ζωή ή μια τελείως ανθυγιεινή ζωή.(..)
Τα συμπεράσματα δικά σας…
Μπιλάκος
(Αγαπητέ φίλε, εξαιρετικό το κείμενό σου. Και αναφέρεσαι σε όλα αυτά που σκέφτονται οι άνθρωποι -με τα πνευματικά εφόδια που έχει ο καθένας-, όταν είναι μόνοι τους και σβήνουν τα φώτα. Το νόημα της ζωής. Και για κάθε Πασκάλ Μπρυκνέρ, που μπορεί να προδώσει σε κάποια μεγαλύτερη ηλικία τα δώρα που του έκανε ο “Θεός” -ίσως από ναρκισσισμό και ματαιοδοξία, ίσως επειδή γοητεύτηκε από τη συνεύρεση με τους ισχυρούς-, θα υπάρχει πάντα και ένας Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν, που δεν θα ξεχνάει πως είναι άνθρωπος και θα εκφράζει τις προαιώνιες αγωνίες των ανθρώπων. Όσο για τους νεότερους φίλους που μπορεί να σκέφτονται πως τα γηρατειά είναι μακριά και η εποχή που το πνεύμα θα είναι πρόθυμο αλλά η σαρξ ασθενής δεν θα τους συμβεί ποτέ, να πω πως δεν είναι τόσο μακριά όσο νομίζουν. Και, δυστυχώς, υπάρχουν και τα “Τέμπη” στη ζωή. Να ζήσουν λοιπόν. Την ζωή που επιθυμούν, όχι τη ζωή που τους φορούν. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου.)
Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου
Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

