Η Χώρα των Αόρατων Χρωμάτων
Ο Ορφέας ήταν ένα παιδί σαν όλα τα άλλα ή έτσι νόμιζαν οι μεγάλοι. Είχε μαλλιά σκούρα σαν σύννεφα πριν τη βροχή και μάτια που έμοιαζαν με νύχτα γεμάτη αστέρια. Μα είχε κάτι που δεν φαινόταν, που δεν γινόταν αντιληπτό.
Έβλεπε φώτα γύρω από τους ανθρώπους. Όχι φώτα σα λάμπες, αλλά κάτι σαν τον φωτεινό δακτύλιο, το άλως, που περικλείει το φεγγάρι. Φώτα, που γεννιούνταν όταν κάποιος έκανε κάτι καλό.
Όταν η κυρία Κατερίνα η γειτόνισσα, έδινε φαγητό σε έναν άστεγο, το φως της γινόταν χρυσό.
Όταν ο Θοδωρής ο συμμαθητής του, έκλαιγε επειδή τον κορόιδευαν για το ροζ του σακίδιο και η Ελένη τον αγκάλιαζε, το φως της γινόταν μωβ σαν λεβάντα.
Κανείς δεν πίστευε τον Ορφέα όταν τους έλεγε. “Μα δεν το βλέπετε; Είναι πανέμορφοι, λάμπουν σαν ουράνιο τόξο!”. “Όλοι είναι ίδιοι, παιδί μου”, του έλεγαν. “Όχι. Όλοι τους είναι διαφορετικοί. Και αυτό είναι ότι πιο όμορφο έχω δει.”
Μια μέρα, ο ουρανός σκοτείνιασε. Ο πόλεμος ήρθε κοντά. Ο Ορφέας και η οικογένειά του έπρεπε να φύγουν. Έτσι ξεκίνησε το ταξίδι του, όχι για να βρει ασφάλεια, αλλά για να βρει τη Χώρα των Αόρατων Χρωμάτων. Την είχε δει σε ένα όνειρο.
Μια πόλη, όπου οι άνθρωποι λάμπουν και κανείς δεν φοβάται να είναι αυτός που είναι.
Ο Ορφέας περπατούσε με την οικογένειά του μέρες πολλές. Πέρασαν βουνά, ποτάμια, φράχτες και σύνορα με τον φόβο ζωγραφισμένο στα πρόσωπά τους. Και όσο προχωρούσαν, τόσο πιο βαριά γινόταν η σιωπή των μεγάλων. Οι λέξεις τους ήταν λίγες, σαν να φοβούνταν μην τις ακούσει ο ουρανός.
Σε μια πόλη γεμάτη τείχη, είδε παιδιά πίσω από κάγκελα. Δεν ήταν φυλακή, ήταν στρατόπεδο προσφύγων. Τα παιδιά δεν είχαν παιχνίδια, μόνο βλέμματα που έμοιαζαν με γκρίζα φύλλα που τους γνέφει η βροχή. Μια βροχή που δεν λέει να σταματήσει. Ένα κορίτσι, η Αϊλούλ, του είπε. “Εγώ ήμουν στην πατρίδα μου. Το σπίτι μου έγινε στάχτη. Ο μπαμπάς μου και ο μικρός μου αδερφός δεν πρόλαβαν να φύγουν.” Ο Ορφέας είδε το φως της. Ήταν μπλε βαθύ, σαν το χρώμα των ωκεανών. “Είσαι όμορφη”, της είπε. “Όχι. Είμαι θυμωμένη.” “Και ο θυμός σου είναι αληθινός. Αυτό είναι το όμορφο.”
Πιο πέρα, είδε έναν άντρα που έσπρωχνε ένα καροτσάκι με ένα παιδί που δεν μπορούσε να περπατήσει. Τον φώναζαν “παρείσακτο, λαθραίο, ξένο”. Μα ο Ορφέας είδε το φως του, πράσινο σαν τα φύλλα που η νιότη τους είναι της Άνοιξης αστέρια. “Γιατί σε φωνάζουν έτσι;” “Γιατί δεν είμαι από εδώ.” “Μα η καρδιά σου, είναι από παντού.”
Ο Ορφέας άρχισε σιγά-σιγά να καταλαβαίνει. Οι άνθρωποι δεν είναι κακοί. Είναι φοβισμένοι. Και ο φόβος, όταν δεν τον αγκαλιάσεις, γίνεται σκοτάδι που πνίγει το φως.
Συνεχίζοντας το ταξίδι έφτασε σε μια πόλη που έλαμπε από μακριά σα μάλαμα. Οι δρόμοι ήταν καθαροί, τα κτίρια ψηλά και οι άνθρωποι ντυμένοι με ρούχα που έμοιαζαν με πανοπλίες. Όμως, κάτι δεν πήγαινε καλά. Κανείς δεν κοιτούσε κανέναν στα μάτια.
Στην πλατεία, είδε μια ομάδα παιδιών να κοροϊδεύουν ένα αγόρι με σκούρο δέρμα. “Δεν είσαι σαν εμάς!” του φώναζαν. Ο Ορφέας πλησίασε και είπε. “Μα είναι πιο φωτεινός από όλους σας μαζί.” Τα παιδιά γέλασαν. “Φως; Δεν βλέπουμε κανένα φως.” “Ακριβώς αυτό. Δεν βλέπετε.”
Στην ίδια πόλη, μια γυναίκα έκλαιγε μόνη της σε ένα παγκάκι. Φορούσε μαντίλα και κρατούσε ένα γράμμα. “Δεν με δέχονται στη δουλειά. Λένε πως η πίστη μου τους φοβίζει.” Ο Ορφέας της έπιασε το χέρι. Το φως της ήταν ασημένιο, σα φεγγάρι που παρηγορεί τη μοναξιά της νύχτας. “Η πίστη σου είναι σαν τραγούδι. Κι ας μην το καταλαβαίνουν όλοι.”
Ο Ορφέας περπατούσε και σκεφτόταν. “Πώς γίνεται να ζεις σε μια πόλη γεμάτη φως και να μην βλέπεις τίποτα;”
Τότε θυμήθηκε κάτι που του είχε πει ο παππούς του. “Η ομορφιά, Ορφέα μου, σώζει μόνο αυτούς που μπορούν να τη δουν. Οι άλλοι, απλώς την προσπερνούν.”
Ο Ορφέας περπατούσε ώρες, μέρες, ίσως και μήνες, δεν είχε σημασία πια. Το φως μέσα του τον οδηγούσε. Και ξάφνου, στον ορίζοντα, ω ναι!
Η Χρωματόπολη! Η Χώρα των Αόρατων Χρωμάτων.
Δεν ήταν όπως την είχε φανταστεί. Δεν είχε ουρανοξύστες ή παλάτια. Ήταν μια πόλη μόνο φτιαγμένη από μουσική, από γέλια κι από δάκρυα που έγιναν ποτάμια.
Μπροστά στην πύλη στεκόταν ένας φύλακας. Δεν είχε πρόσωπο, μόνο μια καρδιά που έλαμπε. “Ποιος είσαι;” τον ρώτησε. “Είμαι ο Ορφέας. Έχω δει φως σε ανθρώπους που οι άλλοι τους λένε σκοτεινούς.” “Και τι έκανες με αυτό το φως;” “Το μάζεψα. Το κράτησα. Το μοιράστηκα.”
Ο φύλακας άνοιξε την πύλη. “Μπορείς να μπεις. Μα όχι μόνος.”
Ο Ορφέας γύρισε πίσω. Φώναξε την κυρία Κατερίνα, την Αϊλούλ, τον Θοδωρή, τη γυναίκα με τη μαντίλα, τον άντρα με το καροτσάκι, το αγόρι με το σκούρο δέρμα και όλους όσοι είχε δει στο ταξίδι του, να λάμπουν.
“Ελάτε. Η πόλη είναι για εσάς.”
Ο Ορφέας μεγάλωσε. Μα δεν ξέχασε. Έγινε δάσκαλος, ποιητής, ζωγράφος και κυρίως, καθρέφτης. Όποιο παιδί τον κοιτούσε, έβλεπε μέσα του το δικό του φως.
“Μα εγώ δεν είμαι ξεχωριστός”, έλεγαν.
“Είσαι. Απλώς δεν στο έχουν πει ακόμα.”
Και κάπου, σε ένα μικρό δωμάτιο, ένα παιδί διάβαζε αυτό το παραμύθι. Όταν το τελείωσε, δεν μίλησε. Μόνο κοίταξε έξω από το παράθυρο και σκέφτηκε.
“Μήπως μπορώ κι εγώ να δω το φως;”
Κι αν το δεις, παιδί μου, μην το κρατήσεις για σένα. Μοίρασέ το. Γιατί η Χρωματόπολη δεν είναι κάπου μακριά. Είναι εκεί που αρχίζει η αγάπη.
Με εκτίμηση και αγάπη!
Δημήτρης Βαλαβάνης
Υ.Γ. Αγαπημένε μου αδερφέ Πιτσιρίκο, αυτό το παραμύθι το έγραψα για τους μικρούς αναγνώστες του μπλογκ. Είμαι σίγουρος ότι σε διαβάζουν και πιτσιρίκοι και πιτσιρίκες. Ή έστω, τους διαβάζουν τα κείμενα οι γονείς τους. Τουλάχιστον, αυτό έκανα εγώ με την κόρη μου, την Μαρία, όταν ήταν κι εκείνη μικρούλα. Ελπίζω λοιπόν, να αρέσει στους μικρούς φίλους. Τα φιλιά μου!
(Φίλε Δημήτρη, σε ευχαριστούμε! Την αγάπη μου.)
Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου
Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

