Οι βουβοί καθρέφτες!

Λένε πως κάποτε υπήρχε μια χώρα που οι άνθρωποι την έλεγαν Πολιτεία των Καθρεφτών, γιατί παντού, στους δρόμους, στα σπίτια, στα δέντρα, υπήρχαν καθρέφτες.
Όχι για να βλέπουν οι κάτοικοί της το πρόσωπό τους. Αλλά για να θυμούνται ποιοι είναι.

Μόνο που οι περισσότεροι καθρέφτες ήταν βουβοί. Άλαλοι.
Δε μιλούσαν. Σαν να είχαν κουραστεί από αυτά που είδαν.

Στην άκρη της πολιτείας υπήρχε ένας λόφος.
Ήταν ο Λόφος των Ασύλληπτων, γιατί εκεί ανέβαιναν μόνο όσοι είχαν χάσει κάτι που δεν ξαναβρίσκεται.
Στην κορυφή του λόφου υπήρχε ένα παλιό πέτρινο μνημείο.
Όχι μεγάλο.
Όχι επιβλητικό.
Μόνο μια πέτρα με 200 μικρές χαρακιές.

Κάθε χαρακιά ήταν και μια ιστορία.
Και κάθε ιστορία ήταν και μια ζωή που κόπηκε απότομα, σαν κλωστή που την τράβηξε χέρι ξένο ή και χέρι δικό μας.

Γιατί στην Πολιτεία των Καθρεφτών, το πιο βαρύ μυστικό δεν ήταν οι ξένοι που ήρθαν. Ήταν οι δικοί που συνεργάστηκαν μαζί τους.

Οι άνθρωποι δεν μιλούσαν γι’ αυτό.
Το είχαν θάψει κάτω από στρώματα σιωπής, σαν να φοβόντουσαν πως, αν το ξεθάψουν, θα ξεθάψουν και τον εαυτό τους.

Μα οι καθρέφτες θυμούνταν.
Και κάθε τόσο, όταν ο άνεμος φυσούσε από τον βορρά, έβγαζαν έναν ήχο, ένα λεπτό μεταλλικό τρίξιμο.
Ήταν ο ήχος της μνήμης που δεν θέλει να πεθάνει.

Μια μέρα, ένα αγόρι, ανέβηκε στον λόφο. Δεν ήξερε γιατί. Κάτι τον τραβούσε.
Κάτι που δεν είχε όνομα.

Όταν έφτασε στην κορυφή, άγγιξε τις χαρακιές.
Και τότε, ο λόφος μίλησε.

Όχι με λόγια. Με εικόνες.

Και τότε κατάλαβε.

Η Πολιτεία των Καθρεφτών δεν ήταν άφωνη επειδή δεν είχε τι να πει.
Ήταν άφωνη επειδή κανείς δεν άντεχε να ακούσει.

Το αγόρι κατέβηκε τον λόφο. Πήγε στην πλατεία.
Στάθηκε μπροστά στον μεγαλύτερο καθρέφτη της πολιτείας, έναν καθρέφτη ραγισμένο, με μια μεγάλη γραμμή στη μέση σαν ουλή.

Και είπε:

“Μίλα”

Ο καθρέφτης τρεμόπαιξε. Στην αρχή έδειξε μόνο σκιές. Μετά πρόσωπα. Μετά ονόματα. Μετά φωνές.

Και τότε, κάτι συνέβη που δεν είχε συμβεί ποτέ.

Οι άνθρωποι άρχισαν να κλαίνε.
Όχι από λύπη. Από αναγνώριση.

Γιατί είδαν στους καθρέφτες όχι μόνο τους νεκρούς.

Και τότε, η Πολιτεία των Καθρεφτών έκανε κάτι που δεν είχε κάνει ποτέ.

Μίλησε.

Μίλησε για εκείνους που παραδόθηκαν.
Μίλησε για εκείνους που παρέδωσαν.
Μίλησε για εκείνους που στάθηκαν όρθιοι.
Μίλησε για εκείνους που γονάτισαν.
Μίλησε για εκείνους που έφυγαν χωρίς να προδώσουν.
Μίλησε για εκείνους που έμειναν και πρόδωσαν.
Μίλησε για όλα…

Και όσο μιλούσε, οι καθρέφτες άρχισαν να καθαρίζουν.
Οι ρωγμές τους έλαμπαν σαν χρυσές φλέβες.
Γιατί η αλήθεια, όταν ειπωθεί, δεν σπάει τον καθρέφτη.
Τον θεραπεύει.

Στο τέλος, το αγόρι γύρισε στον λόφο.
Άναψε ένα μικρό κερί και το άφησε πάνω στην πέτρα με τις 200 χαρακιές.

Και τότε, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, ο λόφος φωτίστηκε.
Όχι απ΄το κερί.

Από μνήμη.

Και η Πολιτεία των Καθρεφτών κατάλαβε κάτι που είχε ξεχάσει.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη προδοσία από τη λήθη.
Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη δικαίωση από το φως που επιστρέφει.

Με εκτίμηση και αγάπη!

Δημήτρης Βαλαβάνης

(Φίλε Δημήτρη, πολύ όμορφο. Αν και μάλλον στο τέλος θα μείνουν οι καθρέφτες να κοιτάνε τους καθρέφτες. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου.)

.

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.