Στον Μπάμπη
Σε λίγο φτάνω Ανκόνα. Επιστρέφω Λωζάνη μετά από 6 μήνες στην Αθήνα όπου γύρισα δοκιμαστικά μετά από 14 χρόνια εκτός Ελλάδας.
Έχω μια κάποια μικρή ανησυχία γι’αυτό το ταξίδι με το ελβετικό ηλεκτρικό μας αυτοκίνητο που δεν έχει χειμερινά λάστιχα και πρέπει να διασχίσει πάλι θάλασσα και βουνά για να φτάσει στον προορισμό του. Γεμάτο lego, το μπαρμπα-Μπίλιο σε cd, ρούχα, παπούτσια, βιβλία, υπολογιστή, κι ελπίζώ κάπου έναν κόκκο αλάτι ελληνικής θάλασσας που τα κατάφερε.
Ο Μπάμπης έκανε το πρώτο αυτό μέρος του μακρινού μου ταξιδιού λιγότερο μοναχικό, λιγότερο απρόσωπο, με έκανε να νιώθω ότι ανήκω κάπου και κάποιος έχει το νου του για μένα.
Σηκώθηκε να με κεράσει μια πάστα σοκολατίνα σε σχήμα καρδιάς που “καλύτερη δε βρίσκω αλλού” το βράδυ που ξεκίνησε το καράβι από Πάτρα. Είπε στον ταμία να μου κάνει την τιμή που έχουν οι οδηγοί. “Ευχαριστώ, κύριε Μπάμπη”.
Δεν ξέρω αν ο Μπάμπης με θυμήθηκε όταν του είπα “γεια σας” περνώντας να πάω να πάρω το βραδινό μου. Φτάνοντας στο λιμάνι στην Πάτρα, ούτε που ήξερα που πρέπει να πάω, δεν είχε κι άλλα αυτοκίνητα τέτοια εποχή, μόνο φορτηγά και νταλίκες. Έπρεπε να διαλέξω μεταξύ τριών λωρίδων: πήρα την αριστερή (στη δεξιά κάτι μηχανάκια με Πατρινούς καρναβαλιστές), όμως στη μέση η κόκκινη οδηγούσε στον μόνο υπάλληλο/ελεγκτή σε κοντινή θέα και σκέφτηκα ότι μάλλον εκεί έπρεπε να πάω. Σταμάτησα μες στη μέση για να προσπαθήσω να αλλάξω λωρίδα ανάμεσα από τους κώνους και με το δίκιο της η διπλή νταλίκα πίσω μου με πέθανε στην κόρνα.
Τελικά, την πήρα απο πίσω την νταλίκα γιατί, εν τω μεταξύ, έφυγε ο υπάλληλος και, αφού πάρκαρε, σταμάτησα δίπλα, άνοιξα το παράθυρο, έσκυψα στο κάθισμα του συνοδηγού και κοίταξα πάνω:
– “Γεια σας, συγγνώμη, πού πρέπει να πάω για το καράβι για Ανκόνα;”
– “Γεια σου μάτια μου”, είπε ο Μπάμπης. “Έχεις τα εισιτήριά σου; Κάνε όλο αριστερά αναστροφή και όλο ευθεία.”
– “Α εκεί που μπερδεύτηκα πριν, ε;”
– “Ναι”
– “Ευχαριστώ!”
Η σοκολατίνα πράγματι τέλεια αλλά είχα σκάσει δεν μπόρεσα να την τελειώσω, αν και έβαλα τα δυνατά μου. Πήγα και ευχαρίστησα τον Μπάμπη και το τραπέζι του και τους ρώτησα από πού να πάω καλύτερα Λωζάνη για να γλιτώσω τυχόν χιόνια.
– “Γκοτάρτο σίγουρα. Λίγο παραπάνω δρόμος αλλά πιο άνετος.”
– “Χαιρετώ!”
– “Καλή ξεκούραση.”
Ο Μπάμπης με είδε πάλι την επομένη όταν πήγα να φάω μεσημεριανό πριν φτάσουμε Ιταλία. Με είδε από μακριά καθώς έπαιρνα το δίσκο μου, τον είδα κι εγώ και του έγνεψα χαμογελώντας. Πήρα ένα κομμάτι παστίτσιο κι ένα μεγάλο μπουκάλι νερό για το δρόμο μετά.
– “Είμαστε εντάξει” μου είπε ο Ταμίας.
– “Τι εννοείτε;”
– “Είναι πληρωμένα.”
Πήγα στο τραπέζι του Μπάμπη και της παρέας του αλλά ο Μπάμπης είχε πάει έξω να καπνίσει.
– “Πού είναι ο Μπάμπης; Τι να σας κεράσω κι εγώ;”
– “‘Ολα καλά μη νοιάζεσαι”.
Ήρθε ο Μπάμπης να με βρει, αφού είχα κάτσει στο τραπέζι μου παραπέρα και έτρωγα το παστίτσιο μου.
– “Ευχαριστώ πάρα πολύ, κύριε Μπάμπη! Πού πάτε τώρα;”
– “Βέλγιο, να ‘σαι καλά παιδί μου”.
Το έφαγα το παστίτσιο. Σηκώθηκα και πήγα να χαιρετήσω τον Μπάμπη και την παρέα του.
– “Σας χαιρετώ και καλό δρόμο!
”
Ο Μπάμπης μου πήρε το χέρι και μου το σφιξε.
– “Με το καλό να τα πούμε το Σεπτέμβρη στην επιστροφή”, συμπλήρωσα.
– “Μακάρι, Ελένη μου”, είπε ο Μπάμπης και μου χάιδεψε απαλά το χέρι με τα δάχτυλά του.
Χάρηκα που έδωσα λίγη από την απαλότητα του χεριού μου στα σκληρά δάχτυλα του Μπάμπη. Μου είχε δώσει τόσο απλόχερα την τρυφερότητά του σ’ αυτό το βαρετό και μοναχικό ταξίδι που μακάρι να του είχα δώσει και μια αγκαλιά.
Αυτά. Γιατί; Γιατί η συναναστροφή μου με τους Μπάμπηδες με κάνει να νιώθω αληθινά ζωντανή και μέρος αυτού του κόσμου που τον αγαπώ. Μου θυμίζει όχι σα χαστούκι αλλά σαν δυνατός θαλασσινός αέρας μες στη μούρη τη δύναμη της ανθρωπιάς και του νοιαξίματος.
Τώρα που τα γράφω αυτά λίγο πριν φτάσουμε, χτυπά το τηλέφωνο της καμπίνας μου.
– “Λέγετε; Ναι;”
Καμία απάντηση. Κλείσιμο.
Ποιος ήταν; Λάθος; Ε ναι μάλλον λάθος.
Είμαι ρεαλίστρια αλλά δεν είμαι καχύποπτη. Κι ας μου έλεγε η μάνα μου, όταν της έλεγα ότι θέλω να γίνω ηθοποιός στα 10 μου, ότι, για να γίνω, πρέπει να πάω με το σκηνοθέτη. Δεν έγινα ηθοποιός αλλά δεν έγινα και καχύποπτη. Εκ πεποιθήσεως άλλα μάλλον και εκ φύσεως.
Στο Μπάμπη λοιπόν. Στον άνθρωπο. Και την ανθρώπινη επαφή. Σ’αυτό πιστεύω κι εύχομαι να συνεχίσω να το θυμάμαι. Χαιρετώ.
Ελένη
(Αγαπητή Ελένη, είναι πάντα ωραίο το ταξίδι. Και στα ταξίδια γνωρίζεις ανθρώπους που μπορεί να μην ξαναδείς ποτέ. Αυτό μοιάζει επαναστατικό πια σε έναν κόσμο, όπου όλα είναι υπολογισμένα. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου.)
Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου
Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

