Ο παλιός άθλιος ελληνικός κινηματογράφος

Η επιβίωση του pitsirikos.net εξαρτάται αποκλειστικά από τους αναγνώστες του. Γίνετε συνδρομητές εδώ.

Κακώς, κάκιστα θα έλεγα, δέχθηκε τα πυρά δημοσιογράφων, καλλιτεχνών, διανοούμενων- όχι φυσικά σοβαρών- ο άεργος κληρονόμος υιός μιας ηθοποιού, η οποία ενσάρκωνε πρωταγωνιστικούς ρόλους, είτε ενός ατίθασου κοριτσιού είτε μιας ασυμβίβαστης χαριτωμένης δεσποινίδας, την δεκαετία κυρίως του ’60.

Ο κληρονόμος- που ποτέ στη ζωή του δεν είχε ασχοληθεί με κάτι σοβαρό η έστω και με κάποια ασήμαντη κινηματογραφική παραγωγή σαν αυτές στις οποίες ανελλιπώς συμμετείχε η μητέρα του και ο πατέρας του- απαίτησε να μην χρησιμοποιείται, χωρίς την άδεια του το όνομα και η εικόνα της μητέρας του, μη και οι σύγχρονοι κριτικοί, οι οποίοι λειτουργούν ως μεσάζοντες των παραγωγών η των διανομέων, δεν αποδώσουν την δέουσα καλλιτεχνική αξία στην βαλκανική απομίμηση της Γαλλίδας ηθοποιού Μπριζίτ Μπαρντό.

Ο μεσήλικας πλέον υιός θα προστάτευε καλύτερα, όχι μόνο την φήμη της μητέρας του, αλλά και την παιδεία των νεαρής ηλικίας συμπατριωτών μας, αν είχε το σθένος να απαγορεύσει ολικώς όχι μόνο την αναφορά του ονόματος η την χρήση της εικόνας της μητέρας του, αλλά, αν ήταν δυνατόν, και την προβολή κινηματογραφικών ταινιών στις οποίες συμμετείχε η μητέρα του.

Η πράξη αυτή του κληρονόμου, αν έβρισκε μιμητές και από τους κληρονόμους άλλων συμπρωταγωνιστών ή συναδέλφους της μητέρας του, αυτών που μνημονεύονται σαν ανεπανάληπτες κινηματογραφικές παρουσίες στην χαρακτηρισμένη από υπερήλικες σήμερα νοσταλγούς της εποχής αυτού του ελληνικού κινηματογράφους, ως «εποχή της αθωότητας», θα ήταν μια πράξη υψηλής πολιτιστικής συνεισφοράς στις
μεταγενέστερες, της δεκαετίας του ’60, γενιές.

Η συχνά μνημονευόμενη αυτή εποχή της αθωότητας, ήταν η περίοδος που άρχιζε με το τέλος ενός οδυνηρού εμφύλιου πόλεμου, με τις καταδίκες σε θάνατο αγωνιστών που αντιστάθηκαν στον κατακτητή, με πολιτικές διώξεις αντιφρονούντων και με εξορίες για όσους αρνούνταν να υπογράψουν μια δήλωση εθνικοφροσύνης.

Και το φινάλε μιας τέτοιας εποχής ήταν η εμφάνιση της χούντας, αφού προηγήθηκε, κατά τα συνήθη στην ιστορία γεγονότα χωρών που κυβερνώνται από πολιτικά ανδρείκελα, μια κυβερνητική αποστασία με πρωτεργάτη τον πατέρα ενός σημερινού Πρωθυπουργού.

Στην διάρκεια αυτής της «αθώας» εποχής, η μέριμνα για την τάξη στην επαρχία είχε ανατεθεί σε μπουλούκια φασιστών, πρώην καταδοτών και συνεργατών των Γερμανών που εκβίαζαν ή κατέδιδαν τους επαρχιώτες ακόμη και για προσωπικούς λόγους, τα γνωστά ΤΕΑ, (Τάγματα Εθνοφυλακής Αμύνης επονομαζόμενα και Εθνικής ασφάλειας ) με αποτέλεσμα την σταδιακή φυγή ανθρώπων- που ήταν πολιτικά αντίθετοι με διορισμένες, στην ουσία από ξένους Κυβερνήσεις- από την επαρχία στην άγνωστη για αυτούς Αθήνα.

Συνέπεια της πληθυσμιακής αυτής συσσώρευσης στη πρωτεύουσα ήταν η ανέγερση προκειμένου να στεγάσει ανθρώπους που εγκατέλειπαν τα χωριά τους και αναζητούσαν την ανωνυμία μιας μεγάλης πόλης.

Οι άνθρωποι, όμως, εκτός από την στέγη χρειάζονται και δουλειά για να ζήσουν την οικογένειά τους.

Στις επιχειρήσεις η τα εργοστάσια, που στήθηκαν με χρήματα από το σχέδιο Marshal, ιδιοκτησίας τα περισσότερα κατοχικών συνεργατών, για την πρόσληψη ακόμη και εργάτη απαιτούνταν σημείωμα από δεξιό βουλευτή, ενώ στο δημόσιο, τα πράγματα ήταν ακόμη πιο δύσκολα, καθώς εκτός από το σημείωμα του βουλευτή ήθελαν και πιστοποιητικό εθνικών φρονημάτων.

Ο κόσμος που περίσσευε κάπως έπρεπε να ζήσει. Άνθρωποι σε μια πόλη που κάνεις δεν ήξερε, άνεργοι κιόλας, ήταν μια εν δυνάμει πολιτική μπαρουταποθήκη.

Λύση στο πρόβλημα ήταν μία. Η μαζική μετανάστευση. Και για αυτό φρόντισε ο Εθνάρχης Καραμανλής, χάρη σε μια σιωπηρή συμφωνία με τους Γερμανούς και σε αντάλλαγμα για τις πολεμικές αποζημιώσεις, τις οποίες κανένας μετέπειτα πολιτικός δεν διεκδίκησε.

Η Αθήνα είχε σχεδόν καθαρίσει. Όσοι κουμουνιστές δεν είχαν φύγει στις ανατολικές χώρες με το τέλος του εμφυλίου και όσοι δεν βρίσκονταν σε εξορίες, θα έφευγαν πλέον ως μετανάστες στη Γερμανία.

Η Αθήνα που έμεινε, ήταν μια απαλλαγμένη από ενοχλητικά στοιχεία πόλη με νομοταγείς πολίτες ακίνδυνου κοινωνικά χαρακτήρα. Η επαγγελματική απασχόληση -ακόμη και με τις πλέον ευτελείς δραστηριότητες- δεν τύχαινε της σημερινής απαξίωσης από τους απλούς πολίτες της προσφέροντας ακόμη και υλικό για ορισμένες ταινίες (Πχ «Ο λουστράκος»), ενώ η κάθοδος νέων επαρχιωτών τύχαινε ανάλογης κοροϊδευτικής υποδοχής.

Απλουστεύοντας τον συλλογισμό θα λέγαμε ότι η καθημερινότητα της πόλης είχε καλά αποκρύψει την πολιτική ταυτότητα των ανθρώπων και γεγονότα πολιτικού περιεχομένου (Λαμπράκης, πορείες, αντιβασιλικές διαδηλώσεις) δεν ανέμεναν τον κινηματογράφο για την προβολή τους.

Απολιτίκ, συνεπώς, χαρακτήρες αναπαραγόμενοι κινηματογραφικά την δεκαετία του ’60, γέμιζαν τον σκληρό δίσκο του εγκεφάλου των θεατών με γλυκερές αναμνήσεις και τον αποφόρτιζαν από οιονδήποτε επικίνδυνο πολιτικά η κοινωνικά προβληματισμό.

Και όχι μόνο των κινηματογραφικών θεατών της εποχής, αλλά και των μετέπειτα τηλεοπτικών θεατών, αφού γενιές ολόκληρες μεγάλωσαν και γαλουχήθηκαν με πνεύμα εκείνης της εποχής.

Ακόμη και άνθρωποι, που δεν έζησαν τις δεκαετίες αυτές, αλλά με την παρέα της μαμάς ή της γιαγιάς έβλεπαν δυο ή τρεις φορές την εβδομάδα σε συνεχή επανάληψη μια ωραιοποιημένη εικόνα της κοινωνίας του ’60, αποδέχθηκαν ότι αυτή η περίοδος του ελληνικού κινηματογράφου ήταν μια εποχή της κοινωνικής αθωότητας, στην οποία πτωχοί και πλούσιοι δεν είχαν μεταξύ τους διαφορές και μπορούσαν να συμβιώσουν αρμονικά.

Η έλλειψη ρεαλισμού στην τέχνη του ελληνικού κινηματογράφου της εποχής βοηθούσε αποτελεσματικά στην σταδιακή εξασθένηση της λαϊκής μνήμης και την απόκρυψη της αλήθειας για τα όσα τα προηγούμενα χρόνια είχαν συμβεί.

Η μητέρα του κληρονόμου και οι άλλοι συνάδελφοί της- με ελάχιστες εξαιρέσεις- χάρη σε κινηματογραφικές εταιρείες παραγωγών που σήμερα έχουν εξαφανιστεί, ήταν η πολιτική οπισθοφυλακή δεξιών η κεντρώων κυβερνήσεων που καλλιέργησαν την αθωότητα του μικροαστισμού στην ελληνική κοινωνία, στο χωράφι της οποία χρόνια πολλά αργότερα έπεσαν σαν ώριμα φρούτα οι νοικοκυραίοι και οι πατριώτες.

Μια κοινωνία λοιπόν, η ελληνική, που μόλις είχε βγει από δύο πολέμους εκ των οποίων ο ένας ήταν εμφύλιος, έπρεπε να ξεχάσει τους δωσίλογους, τους κατοχικούς συνεργάτες, τις εξορίες στα ξερονήσια, τους χαφιέδες (στους οποίους είχαν δώσει μέχρι άδεια περίπτερου και ο περιπτεράς στις ταινίες της εποχής ήταν πάντα ένας ρόλος με έμφαση σε μια περισσή περιέργεια η απορία για τις ερωτικές αγωνίες νεαρών κοριτσιών, αλλά ποτέ σε ρόλο καταδότη για αυτούς που αγόραζαν την ΑΥΓΗ) και πάνω από όλα να συμβιώσει με την φτώχεια από την οποία υπέφερε ο λαός.

Η φτώχεια όμως της κοινωνίας δεν μπορούσε να κρυφτεί μέσα στις ταινίες. Έπρεπε μέσα από αθώες φαρσοκωμωδίες να ωραιοποιήσουν την δεινή οικονομική πραγματικότητα και με φθηνά σενάρια να μεταφέρουν το μήνυμα ότι η ελπίδα για καλύτερες ημέρες είναι κρυμμένη μέσα σε απρόβλεπτες καταστάσεις, που θα μπορούσαν να συμβούν στον καθένα από τους θεατές. Οι τελευταίοι μέσα από παρωχημένες ατάκες γελούσαν με τη φτώχεια των πρωταγωνιστών και τις περιπέτειες τους, ξεχνώντας, αδιαφορώντας ή και δικαιολογώντας την δική τους φτώχεια. Βγαίνοντας μάλιστα από τους αίθουσες, δεν δίσταζαν να φιλοσοφήσουν ότι «έτσι είναι η ζωή».

Χρόνια πολλά αργότερα, με την είσοδο της τηλεόρασης, στη χειραγώγηση μέσω της αποχαύνωσης από σήριαλ είχε προστεθεί και ο τρόμος των ειδήσεων, έτσι ώστε στο απόφθεγμα «Έτσι είναι η ζωή» οι νοικοκυραίοι να συμπληρώσουν και το «εμείς τουλάχιστον, καλά είμαστε εδώ που είμαστε. Έχουμε ήσυχο το κεφάλι μας κάτω από ένα κεραμίδι».

Η ψυχολογία της μάζας επιβεβαιώνει ότι ο ανθρώπινος πόνος απαλύνεται από την συμβίωση, έστω και εικονική, με ανθρώπους που βιώνουν μια εξίσου δυσμενή η και δυσμενέστερη πραγματικότητα.

Μια γενιά ηθοποιών της δεκαετίας του ’60 και του ’70 έκανε καριέρα σε ρόλους φτωχοδιάβολων, με κατάληξη, από τις δύσκολες συνθήκες της ζωής, όχι την απελπισία, την μελαγχολία η την κατάθλιψη και τα ναρκωτικά, αλλά έναν επιτυχημένο γάμο που θα άλλαζε την μοίρα τους.

Φτωχοκόριτσα που μόλις έπιαναν δουλειά σαν γραμματείς έτρεχαν στο μπακάλικο του Κυρ-Στέφανου για να παραγγείλουν κεφαλοτύρι και μορταδέλα -το προσούτο και το καμαμπέρ ήταν ακόμη άγνωστα στην πλέμπτα- και αμέσως μετά να κάνουν το τραπέζι στην γειτονιά. Και ένα χαμογελαστό αφεντικό, όπως είναι και σήμερα άλλωστε όλα τα αφεντικά, να συγκινηθεί και να πάρει μαζί του σε επαγγελματικό ταξίδι στην Ιταλία αυτό το φτωχοκόριτσο, με σκοπό όχι να το παρενoχλήσει σεξουαλικά, αλλά να του κάνει πρόταση γάμου.

Ένα πιάτο φαΐ αρκούσε σε πρώτη δόση για το άνεργο πλην όμως τίμιο κορίτσι, και το σενάριο με τον Κυρ-Στέφανο προφήτευε αυτό που θα έλεγε πρόσφατα Έλληνας εφοπλιστής που αγόρασε κρατική επιχείρηση , απαλλαγμένη από δάνεια και υποχρεώσεις, και όταν του ζήτησαν να τακτοποιήσει οικονομικά τους απλήρωτους επί μήνες εργαζόμενους πρόβαλλε το επιχείρημα ότι κανονικά θα έπρεπε ακόμη και για ένα πιάτο φαΐ να εργαστούν οι υπάλληλοί της και να ξεχνούσαν αποζημιώσεις η απλήρωτα μεροκάματα.

Λεβεντόπαιδα σαν τον Αρίστο, που το πρωί δούλευαν οικοδομή και το βράδυ έπαιζαν μπουζούκι σε λαϊκό κέντρο, τύχαιναν της προσοχής πλουσιοκόριτσου που κατέφθανε με cabrio στο κέντρο και την συνοδεία δύο ντιντήδων (ο συμπαθέστατος Καλλιβωκάς πάντα σε αυτόν τον ρόλο) αλλά καθότι το λαϊκό παλικάρι ήταν original αρσενικό που είχε λόγο, ναι μεν πήγε με την αριστοκράτισσα, αλλά στο τέλος παντρεύτηκε την κοπέλα του, η οποία έλιωνε βλέποντας τον να αδιαφορεί, αν και του πήγαινε καθημερινά κολατσιό στην οικοδομή. Ο εργολάβος της οικοδομής, διαπιστώνοντας ότι το λεβεντόπαιδο δεν είχε την ανάλογη απόδοση, αφού εκτός από το βραδινό μπουζούκι είχε και το ακόρεστο ερωτικά πλουσιοκόριτσο στο οποίο σπαταλούσε τις ανάλογες δυνάμεις για να το ικανοποιήσει, δεν μπορούσε να τον κρατήσει στη δουλειά και τον απέλυσε. Το φτωχό, όμως, κορίτσι έκανε υπομονή μέχρι να περάσει στο λεβεντόπαιδο ο έρωτας και να ξαναγυρίσει κοντά του. Μετανιωμένο- το λεβεντόπαιδο εννοείται – ζήτησε τελικά το φτωχοκόριτσο σε γάμο, για να παντρευτούν να κάνουν δύο-τρία κουτσούβελα και να ζήσουν αυτοί καλά στην οθόνη και τα νεαρά παιδιά της εποχής που έβλεπαν τότε την ταινία, σαν θα μεγάλωναν να παραδειγματιστούν, και να
έκαναν και αυτά οικογένεια για να διαιωνιστεί το μεταπολεμικό είδος του Έλληνα μικροαστού που σέβεται τις παραδόσεις που επιβάλλουν στην μεν γυναίκα να ανέχεται τις απιστίες του άνδρα, στον δε άνδρα, εφόσον έχει λόγο, να πάρει το φαλλοκρατικό συγχωροχάρτι διευρυμένο για κάθε είδους ανάρμοστη η βίαιη
συμπεριφορά.

Μικροκομπιναδόρους , ψευτόμαγκες, θείες από την Αμερική που έριχναν στάμνες σε ανυποψίαστους ανύπαντρους νεαρούς, μοδίστρες που παρίσταναν τις Παριζιάνες και έσερναν τις ανιψιές τους σε κοσμικά νησιά μπας και γνωρίζουν κανένα πλούσιο, γεροντοκόρες που έταζαν προίκα σε προικοθήρες, μπατίρηδες που μεταμφιέζονταν σε σεΐχηδες- με προτροπή ξενοδόχων που ήθελαν να προστατεύσουν το όνομά τους
απέναντι σε εκλεκτή πελατεία- και ότι άλλο μπορούσε να φανταστεί η κεφαλή σεναριογράφων, που στο φινάλε τους ωραιοποιούσαν την ελληνική οικογένεια, την θρησκεία -στην οποία οι συμμετέχοντες στο ρόλο παπά ήταν αγνοί πατέρες, που ποτέ δεν χαϊδολογούσαν μικρά αγοράκια- και την πατρίδα, για την σημαία της οποίας γυναίκα υπολοχαγός έδινε τη ζωή της.

«Μα, βγαίναμε τότε από τον κινηματογράφο και είμαστε χαρούμενοι και ξέγνοιαστοι. Πας, σήμερα, να δεις ταινίες αυτών των δήθεν κουλτουριάρηδων και σου μαυρίζουν την ψυχή σου. Άσε πιά και αυτή την χυδαία γλώσσα των διαλόγων. Μιλάγανε έτσι στην εποχή μας;» ισχυρίζονται οι ηλικιωμένοι νοσταλγοί, αυτοί που ξέχασαν τα εγκλήματα τιμής, τους φόνους των συγχωριανών τους για ένα καταπατημένο κομμάτι γης, τις βεντέτες και τον αποκλεισμό των ομοφυλόφιλων ατόμων- τα οποία περιφρονητικά αποκαλούσαν στον περίγυρο “πoύστηδες”- τα ματωμένα σεντόνια ως αποδεικτικά της παρθενίας η τα προικοσύμφωνα ως απαιτούμενα έγγραφα για να παντρέψουν τα κορίτσια τους με αξιωματικό του στρατού ή της Χωροφυλακής.

Είναι, βέβαια, δύσκολο να εξηγήσεις σε αυτούς τους ανθρώπους- που δυστυχώς είναι η πλειοψηφία- ότι δεν στέρησε ο καθυστερημένος στην εμφάνιση του εγχώριος κινηματογραφικός νεορεαλισμός την ευχαρίστηση του μέσου Έλληνα (πχ ταινίες Οικονομίδη). Άλλωστε οι άνθρωποι αυτοί σπάνια παρακολουθούσαν ταινίες νέων σκηνοθετών στον κινηματογράφο η άλλαζαν κανάλι, έτσι και τύχαινε
κάποια από αυτές τις σύγχρονες ταινίες να τις προβάλλει η τηλεόραση.

Την ευτυχία, την ευχαρίστηση ή την αναψυχή δυστυχώς την στέρησαν πολιτικοί και κόμματα που επέλεγαν να τους κυβερνήσουν και την ωμή αλήθεια, που αντίκριζαν σε πολλές ταινίες νοερεαλισμού με την συμμετοχή άγνωστων σε αυτούς ηθοποιών, αφού δεν τους γνώριζαν από τηλεοπτικές σειρές, δεν είχαν το σθένος να την αποδεχθούν.

Και όχι μόνο δεν αποδέχονταν την νέα πραγματικότητα, αλλά, ακόμη και βλέποντας μετέπειτα για χρόνια πολλά ξανά και ξανά τις ίδιες ταινίες, αδυνατούσαν να κατανοήσουν και τους λόγους που την θέση των παλιών μονοκατοικιών, αυτών που θαύμαζαν, πήραν πολυκατοικίες με διαμερίσματα κελιά μέσα στα οποία ζουν σήμερα οι ίδιοι εγκαταλελειμμένοι από τα παιδιά τους και πιθανόν εξυπηρετούμενοι από κάποια, «λαθρομετανάστρια» όπως λένε, Γεωργιανή.

Μιλούσαν αόριστα για εργολάβους που κατέστρεψαν την Αθήνα με το θεσμό της αντιπαροχής, αποφεύγοντας να αναφέρουν ότι ήταν η εποχή του Εθνάρχη και του σκληρού κράτους της δεξιάς που κυνηγούσε τους αντιφρονούντες επαρχιώτες αναγκάζοντας τους να έρθουν στην Αθήνα για να παραμείνουν άγνωστοι μεταξύ αγνώστων.

Μια Ελλάδα με το ποσοστό στήριξης του ΕΑΜ να ανέρχεται στο 50% έπρεπε να συρρικνωθεί και συρρικνώθηκε με τη μετανάστευση και την σταδιακή αστικοποίηση του. (Σημείωση ΓΚ: Αν σε κάποιους λείπουν οι εικόνες αυτής της retro εποχής στην Γλυφάδα, να κάνουν λίγο υπομονή γιατί σε λίγα χρόνια θα μπορούν να κολυμπάνε με θέα ένα όμορφο πύργο).

Δεν μπορούν να εξηγήσουν, αυτοί οι νοσταλγοί της αθωότητας του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, γιατί τα εργοστάσια της εποχής, στα οποία προσέρχονταν – στις ταινίες φυσικά- χαρούμενοι οι εργάτες τους – και τις Κυριακές έκαναν εκδρομές με πούλμαν, στα οποία μέσα ήταν η σοσιαλίστρια κόρη του ιδιοκτήτη- είναι σημερινά κουφάρια ή αποθήκες Logistics για εισαγόμενα από την Κίνα φτηνά ηλεκτρονικά είδη.

Ίσως, γιατί για καμία από αυτές τις ταινίες της δεκαετίας του ’60 κανένας κριτικός η δημοσιογράφος της εποχής δεν αναφέρθηκε, ότι τα εργοστάσια που έβλεπαν στις ταινίες ανήκαν σε κατοχικούς συνεργάτες που επιδοτήθηκαν ανεξέλεγκτα από το σχέδιο Marshal, με αποτέλεσμα το μεγαλύτερο μέρος των επιδοτήσεων να εξαχθεί στην Ελβετία αντί να διατεθεί για τον μηχανολογικό εκσυγχρονισμό του.

Η εικόνα δείχνει το εργοστάσιο, στο οποίο είχε γυριστεί μια από τις χείριστες του είδους ταινίες, ένα κουφάρι ακόμη και σήμερα, για να μην ξεχάσουμε ποτέ τα χρόνια που εργάτες χόρευαν στο διάλειμμα της εργασίας τους.

Είναι ένα από τα πολλά εργοστάσια, που διέκοψαν την λειτουργίας τους την δεκαετία του ’80, την περίοδο δηλαδή που φορτώθηκαν στο ΠΑΣΟΚ όλα τα σαπάκια σαν προβληματικές.

Για να θυμούνται αυτοί που ψήφισαν αυτούς που τους κυβέρνησαν από την μεταπολίτευση μέχρι σήμερα, για την διαχείριση όλων αυτών των επιχειρηματικών ερειπίων είχε ιδρυθεί ο περίφημος Οργανισμός Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων (ΟΑΕ), ένα σωστό Πανεπιστήμιο για τους μεταγενέστερους συνδικαλιστές των δύο μεγάλων κομμάτων και τους αποτυχόντες πολιτευτές που αναλάμβαναν την Διεύθυνση ανύπαρκτων επιχειρήσεων προκειμένου να τις εκκαθαρίσουν και να επαναλειτουργήσουν κοινωνικοποιημένες.

Ακόμη και οι κινηματογράφοι οι ίδιοι, εκεί που πήγαιναν και παρακολουθούσαν χαρούμενοι τις ταινίες αυτής της επαίσχυντης εποχής της δήθεν αθωότητας , έχουν μετατραπεί σήμερα σε super markets μέσα στα οποία εργάζονται σκυθρωπά τα εγγόνια τους, για όλους λοιπόν αυτούς τους λόγους και για άλλους πολλούς, δεν πρέπει να προκαλεί καμία απορία, γιατί οι νοσταλγοί του ελληνικού κινηματογράφου αδυνατούν να αναγνωρίσουν τις ιστορικές αλήθειες που έκρυβαν οι ταινίες του Αγγελόπουλου.

Τα χρόνια της αθωότητας, όπως και τα χρόνια της νεότητας της κάθε γενιάς κάποτε τελειώνουν. Την σκυτάλη της αθλιότητας του παλιού ελληνικού κινηματογράφου παρέλαβε η τηλεόραση και στην καθημερινότητα της ελληνικής μικροαστικής οικογένειας έκαναν την εμφάνιση τους ατάλαντες γυναίκες που φώναζαν υστερικά σε προχειροστημένα σήριαλ της αρπαχτής, ξανθιές παρουσιάστριες πρωινών εκπομπών που έδιναν συνταγές στις νοικοκυρές ή πλάσαραν καλλυντικά και εκπομπές cult περιεχομένου που πρόσφεραν στους τηλεθεατές γέλιο του ίδιου επιπέδου με τις ατάκες των κωμικών του κινηματογράφου των δεκαετιών που προηγήθηκαν.

Γενιές όμως φεύγουν και γενιές έρχονται. Στη σκηνή της νεότητας είναι η γενιά Ζ και ετοιμάζεται η Α που αγνοεί παντελώς την τηλεόραση και ενημερώνεται μέσα από το Tik Tok και το YouTube. Και για κάθε νέα γενιά υπάρχει μια μορφή ψυχαγωγίας που αντικατοπτρίζει την εποχή της.

Καμία λοιπόν μομφή σε νεαρά παιδιά που αδιάφορα η καταθλιπτικά φορές-φορές σκρολάρουν με μανία την οθόνη ενός κινητού για ένα story που πιθανόν να είναι μάθημα για το αγόρι που θέλει να σταδιοδρομήσει σαν τηλεμάγειρας η το νέο κορίτσι που ονειρεύεται να γίνει Influencer και να κάνει ταξίδια στο Dubai.

Αναλογιστείτε μόνο, ότι αυτά τα παιδιά –αποξενωμένα από γονείς, που ήταν αναγκασμένοι να εργάζονται για να επιβιώσουν- μεγάλωσαν κοντά σε παππούδες που τους μιλούσαν με χωρατά των κωμικών της εποχής τους και γιαγιάδες που τους τραγουδούσαν την πονηρή γατούλα.

Επόμενο ήταν, στην εποχή των ραγδαίων τεχνολογικών εξελίξεων, να αδιαφορούν για αυτόν τον παλιό άθλιο ελληνικό κινηματογράφο και τους άεργους κληρονόμους των πνευματικών δικαιωμάτων.

Γ.Κ.

1. Από τον ορυμαγδό των ταινιών της δεκαετίας του ’60, να ξεχωρίσω την «Συνοικία το όνειρο» για την οποία το καθεστώς Καραμανλή ήθελε να επιβάλει την απαγόρευση της προβολής του και το «Τελευταίο ψέμα» για την οποία είχε γραφτεί από τον Πιτσιρίκο σε ένα παλιό του κείμενο ότι είναι μια πιστή απεικόνιση της κάθε μορφής χρεοκοπίας που ζει η ελληνική κοινωνία.

2. Στο παλιό αυτό άθλιο κινηματογράφο, δεν ήταν γνωστή η έννοια της οργουελικής πολιτικής ορθότητας και της σημερινής απαγόρευσης του καπνίσματος που έχουν καθιερώσει στα τηλεοπτικά σήριαλ. Τον «παχύσαρκο» το έλεγαν χοντρό, «το μειωμένου αναστήματος άτομο» κοντό και τον «περιορισμένης αντίληψης άνθρωπο» βλάκα, καθυστερημένο η ηλίθιο. Και όλοι σχεδόν οι ηθοποιοί, άντρες και γυναίκες, ήταν με ένα τσιγάρο στο χέρι.

3. Για τις σχέσεις των ηθοποιών που πρωταγωνίστησαν σε ταινίες του ’60 με την χούντα δεν χρειάζεται να αναφερθώ ιδιαίτερα. Η φωτογραφία πιθανόν να λέει περισσότερα. Και από αυτή δεν απουσιάζει και το λεβεντόπαιδο.

4. Για να αποτραπούν οι φαιδρότητες των κληρονόμων που διεκδικούν δημοσιότητα η προβολή μέσα από το έργο των προγόνων τους ή εμπλέκονται σε διαμάχες για την μεγιστοποίηση του προσπορισμού από την κάθε είδους δραστηριότητα των ανιόντων συγγενών τους, συνιστώ σε κάθε εν ζωή δημιουργό περιουσίας ή έργου να μελετήσει τους στίχους από το τραγούδι του Βαγγέλη Περπινιάδη «Οι κληρονόμοι».

(Αγαπητέ φίλε, αν έχω καταλάβει καλά, ο Γιάννης Παπαμιχαήλ έχει απαγορεύσει τη χρήση της εικόνας και της φωνής της Αλίκης Βουγιουκλάκη σε φωτογραφίες και βίντεο τεχνητής νοημοσύνης. Αυτό μου φαίνεται λογικό, αν και δεν ξέρω αν μπορεί κάποιος να σταματήσει τη λαίλαπα του AI. Επίσης, νομίζω πως ο Γιάννης Παπαμιχαήλ δεν είναι άεργος· είναι μουσικός αν δεν κάνω λάθος. Σε κάθε περίπτωση, η Αλίκη Βουγιουκλάκη είναι η μητέρα του, και είναι κάπως άβολο να πω σε κάποιον τι να επιθυμεί για τη μνήμη της μητέρας του. Εννοώ πως είναι προσωπικό του θέμα. Συμφωνώ απόλυτα για αυτά που γράφεις για τον “παλιό καλό ελληνικό κινηματογράφο” που είναι άθλιος και αφελής, αν και υπήρχαν πολλοί καλοί ηθοποιοί, σκηνοθέτες, συνθέτες και άλλοι. Βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως υπήρχε λογοκρισία. Όχι μόνο στον κινηματογράφο· και στη μουσική και αλλού. Ο Αλέκος Αλεξανδράκης καταστράφηκε όταν γύρισε την ταινία “Συνοικία το όνειρο”, την οποία πετσόκοψαν για να φτάσει στις αίθουσες. Για τις σχέσεις των περισσότερων ηθοποιών με τη χούντα, δεν νομίζω πως ήταν διαφορετικές από τις σχέσεις των Ελλήνων πολιτών με τη χούντα. Δεν υπήρξε σοβαρή αντίσταση κατά της χούντας, για να ρίξουμε το φταίξιμο στους ηθοποιούς. Επίσης, κάποιες φωτογραφίες ηθοποιών με τον Παπαδόπουλο και άλλους χουνταίους δεν αποδεικνύουν πως αυτοί οι ηθοποιοί συμπαθούσαν τη χούντα. Οι χουνταίοι πήγαιναν και στο θέατρο. Και ο Τύπος της εποχής -η προπαγάνδα δηλαδή- ήθελε μια φωτογραφία με τον θίασο. Σήμερα έχουμε ηθοποιούς, “καλλιτέχνες” και “διανοούμενους” να αποθεώνουν μια σάπια κυβέρνηση σε ένα σάπιο προτεκτοράτο. Υπήρξαν και άλλες σπουδαίες ταινίες, εκτός από το “Τελευταίο Ψέμα” και το “Συνοικία το όνειρο”. Να αναφέρω μερικές: “Στέλλα”, “Το Μπλόκο”, “Ευδοκία”, “Το χώμα βάφτηκε κόκκινο”, “Ουρανός”. Ένα από τα προβλήματα στην Ελλάδα είναι πως ποτέ δεν έγινε ένας σοβαρός δημόσιος διάλογος για την Κατοχή, τον Εμφύλιο και τη Χούντα. Όλα κάτω από το χαλί. Αλλά το ίδιο έκανε και η Ισπανία για τα σχεδόν σαράντα χρόνια της δικτατορίας του Φράνκο. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net για να συνεχίσει να υπάρχει μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.