Πατέρας και γιος

Η επιβίωση του pitsirikos.net εξαρτάται αποκλειστικά από τους αναγνώστες του. Γίνετε συνδρομητές εδώ.

Ο ξυλουργός Μιχάλης Κ., γεννημένος το 1864 στη Πόλη, έφυγε από εκεί το 1896, με τις πρώτες σφαγές των Αρμενίων, επι σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Β’, και κυνηγημένος -χωρίς να έχει καταγωγή από την Αρμενία- έφθασε στην Καισάρεια.
Στην Καισάρεια παντρεύτηκε την τουρκικής υπηκοότητας νεαρή χριστιανή Θεανώ, που ήταν μόλις δεκαοχτώ χρονών.

Το 1926, με βάση την συμφωνία Βενιζέλου-Ατατούρκ για την ανταλλαγή των πληθυσμών, άφησε πίσω στην Καισάρεια το σπίτι του και ένα ξυλουργικό εργαστήριο, για να έρθει με τα καραβάνια των προσφύγων στην Ελλάδα.

Στα λιγοστά πράγματα που πήρε μαζί του, ήταν και η κάσα με τα ξυλουργικά εργαλεία του.

Μέχρι το 1946 έμενε στις παράγκες της Δραπετσώνας και απασχολείτο σαν ξυλουργός σε διάφορα ναυπηγοεπισκευαστικά συνεργεία του Περάματος.

Στο πόλεμο με τους Ιταλούς, ο γιός του Πρόδρομος Κ. πήγε στο μέτωπο και επέστρεψε σπίτι μετά την συνθηκολόγηση του Τσολάκογλου με τους Γερμανούς. Ήταν η επαίσχυντη συνθήκη παράδοσης της χώρας στους Γερμανούς, με την οποία διαλύθηκε ο στρατός.

Πριν ακόμη προλάβουν να οργανωθούν τα τάγματα ασφαλείας, ο Πρόδρομος Κ. είχε ενταχθεί στο ΕΑΜ, ερωτευμένος τότε με την πανέμορφη Τασία, που τα βράδια έβγαινε έξω με το χωνί και με την βροντερή φωνή της καλούσε τον κόσμο σε αντίσταση.

Στο μπλόκο της Κοκκινιάς, Αύγουστο του ’44, κοντά ογδόντα χρόνων ο Μιχάλης Κ., περίμενε κάτω από ένα καυτό ήλιο δέκα ώρες τον Εαμίτη πλέον γιο του – ήταν το τέταρτο του παιδί και τον έκανε σε ηλικία κοντά στα πενήντα – μέχρι να τελειώσουν οι Μανιάτες κουκουλοφόροι με αυτούς που θα διάλεγαν να στείλουν στο απόσπασμα.

Πάνω από τον Πρόδρομο, για κάμποση ώρα είχε σταθεί ένας κουκουλοφόρος τριγυρίζοντάς τον και προσπαθώντας πιθανόν να του υπενθυμίσει ότι τον γνώριζε.

Ήταν μια πρακτική εκβιασμού των δωσίλογων για να αποσπούν χρηματικά ποσά η άλλα ανταλλάγματα από οικογένειες που είχαν μέλη σε οργανώσεις αντίστασης. (Σημείωση: Μετά την απελευθέρωση και την γνωστή παρωδία της δίκης των δωσίλογων, πολλοί από αυτούς εκτελέστηκαν από τον ΕΛΑΣ χωρίς να περάσουν ούτε λαϊκά δικαστήρια)

Η επιλογή των μαρτύρων, λοιπόν, τέλειωσε αργά το απόγευμα. Τον Πρόδρομο Κ. τον είχαν αφήσει ελεύθερο.

«Πατέρα, δεν έπρεπε να καθίσεις τόση ώρα και να περιμένεις» του είπε ο Πρόδρομος μόλις τον είδε και τον αγκάλιασε μέσα σε ένα πλήθος γυναικών και γερόντων, που όλοι έκλαιγαν.

Άλλοι για αυτούς που εκτελέστηκαν και άλλοι από συγκίνηση για αυτούς που αφέθηκαν ελεύθεροι.

«Στο χρωστούσα από κείνη την βραδιά του ’24» του είχε απαντήσει. «Τότε που ήθελα, εφτά χρονών παιδί ήσουνα, να σε στείλω στην Αργεντινή με τον μεγάλο σου αδελφό τον Χρήστο. Έκλαιγες εσύ, δεν ήθελες να φύγεις, σε είχε λυπηθεί η μάνα σου και την ώρα που κοιμόμουνα, σηκώθηκε η μάνα σου, σε πήρε από το σπίτι και σε έκρυψε σε κάποια γειτόνισσα. Ξημερώματα θα έφευγε το πλοίο. Και όταν σηκώθηκα και δε σε βρήκα, δεν μπορείς να φανταστείς τι έγινε στο σπίτι. Σε έψαχνα παντού, η μάνα σου έκανε ότι δεν ήξερε πού είχες πάει, και όταν κατευοδώσαμε τον Χρήστο, να είναι καλά εκεί που είναι, τότε η αθεόφοβη μου είπε ότι σε έκρυψε στο υπόγειο αυτής της πoυτάνας της Σμυρνιάς, της Κυρα-Παρθένας. Σε χτυπούσα αλύπητα και εσύ παλιόπαιδο γέλαγες και η μεγάλη αδελφή σου η Ραχήλ, έλεγε «χτυπά εμένα βρε μπαμπά, τι φταίει ο μικρός». Αν είχες τότε φύγει, ευτυχώς που σε κράτησε η μάνα σου, θα σε είχα χάσει, όπως έχασα και τον αδελφό σου»
(Σημείωση κειμενογράφου: Σύμφωνα με τις αφηγήσεις των προηγούμενων γενεών, για να τιμωρήσει ο Μιχάλης Κ. τον γιό του, που παράκουσε την εντολή του να φύγει στην Αργεντινή για μια καλύτερη τύχη, τον σταμάτησε από το Δημοτικό -πήγαινε τότε στην Δευτέρα- και τον έστειλε βοηθό σε ένα μπακάλικο για να μάθει το εμπόριο).

Με τα λόγια αυτά, τα τελευταία, ο ογδοντάχρονος Μιχάλης Κ. λιποθύμησε από τη συγκίνηση. Πιθανόν και από την εξάντληση της καυτής αυτής μέρας του Αυγούστου.
Και τον μετέφερε από την Νίκαια στον Άγιο Διονύση ο γιος του υποβαστάζοντάς τον. Και κάθε τόσο και λιγάκι καθόντουσαν κάτω να ξαποστάσουν και να φιλάει ο ένας τον άλλον.

Πατέρας και γιός επέστρεψαν στο σπίτι τους αργά το βράδυ της 17ης Αυγούστου.

Για την ροή της ιστορίας να αναφερθεί, ότι λίγο πριν τον πόλεμο του ’40, ο Πρόδρομος Κ., στα εικοσιτρία του είχε ανοίξει το δικό του μπακάλικο στη λαϊκή αγορά του Πειραιά. Για το εμπόρευμα που χρειαζόταν, πίστωση του έδιναν οι έμποροι της αγοράς, που τον ήξεραν από μικρό παιδί (Η αγορά του Πειραιά ήταν αυτή που γκρέμισε ο χουντικός δήμαρχος Σκυλίτσης το ’68 και στη θέση του σήμερα υπάρχει ο Πύργος του Δήμου.)

Στα χρόνια του μεγάλου πολέμου το μαγαζί έκλεισε και ο Πρόδρομος Κ. οργανώθηκε στο ΕΑΜ, χωρίς να έχει κάποιο ηγετικό ρόλο η θέση.

Η Τασία, το όμορφο ξανθό κορίτσι με το χωνί, η φωνή του ΕΑΜ στις γειτονιές του Πειραιά, τα έμπλεξε λίγο πριν οι Γερμανοί φύγουν με ένα μεγαλέμπορο, τον Σταύρο, από την επαρχία. Και μ’ αυτόν παντρεύτηκε. Και τον γιό της, η Χούντα τον έκανε δήμαρχο στο χωριό του άντρα της.

«Γιατί, ρε Τασία, το έκανες αυτό; Εσύ, η Εαμίτισα με ένα επαρχιώτη μεγαλέμπορο» την ρώτησε ο Μιχάλης Κ., όταν την συνάντησε σε μια επίσκεψη της στην γειτονιά της μάνας της. Η Τασία είχε πια μεταμορφωθεί σε μια πολύ όμορφη και καλοντυμένη Κυρία.

«Υπήρχε πολύ πείνα στην οικογένειά μας, Κύριε Μιχάλη» του απάντησε. «Πάντως να ξέρεις, ο Σταύρος μαυραγορίτης δεν ήτανε. Και εγώ τους δικούς μας εξακολουθώ να ψηφίζω, ας είναι δεξιός ο άντρας μου»

Από τις παράγκες της Δραπετσώνας, ο Μιχάλης Κ. το 1946 μετακόμισε στα προσφυγικά του Αγίου Διονυσίου. Σε κλήρους γης που μοίρασε στους πρόσφυγες μια μετακατοχική κυβέρνηση.

Από το 1944 που τέλειωσε η Κατοχή μέχρι το 1954 ο Μιχάλης Κ. βοηθούσε τον γιό του, τον Πρόδρομο Κ. στο μπακάλικο της αγοράς του Πειραιά, που είχε πλέον ανοίξει ξανά.

Κρατούσε το ταμείο του μαγαζιού, χωρίς να κρατάει τα βερεσέδια που ήταν η συνήθεια μιας ρημαγμένης μεταπολεμικής Ελλάδας. «Αν έχουν θα πληρώσουν» έλεγε.

Το 1948 ο γιός του, ο Πρόδρομος Κ., παντρεύτηκε την αδελφή ενός γνωστού στην Αγιά Σοφία του Πειραιά Ελασίτη, αριστερή μέχρι τον θάνατό της το 2007 (εικάζεται από τα εγγόνια της ότι το 1981 ψήφισε ΠΑΣΟΚ), και έκανε την δική του οικογένεια.

Στο ισόγειο του προσφυγικού σπιτιού έμεναν οι γέροι και στον πάνω όροφο οι νιόπαντροι. Ήταν άλλωστε παράδοση από τα χρόνια τα Οθωμανικά, τους γονείς να τους φροντίζει ο μικρότερος γιός της οικογένειας.

Δυο χρόνια αργότερα, τον Οκτώβρη του 1950, πατέρα και γιο τους σέρνανε στην Ασφάλεια του Πειραιά, γιατί έδιωξαν από το μαγαζί τον γνωστό δωσίλογο Ηρακλή Λ., όταν τον είδαν να τριγυρνάει περίεργος το μαγαζί του γιού του. (Κατά άλλες μαρτυρίες τον γρονθοκόπησαν)

Το έμαθε η Τασία, από την γειτονιά φυσικά, και ήταν αυτή που μεσολάβησε –μέσω του άντρα της, του Σταύρου- στον Διοικητή της ασφάλειας να αφήσουν τον Πρόδρομο Κ. ήσυχο και να μην τον ταλαιπωρήσουν, όπως με τον αδελφό της γυναίκας του, που ήταν ήδη εξορία.

Η Τασία δεν είχε πει τίποτα στην οικογένεια του Πρόδρομου Κ. Άλλωστε. η γυναίκα του Πρόδρομου δεν την πολυσυμπαθούσε, όπως καμία γυναίκα ποτέ δεν συμπαθεί ιδιαίτερα μια πρώην φίλη του άντρα της.

Το γεγονός αυτό, δηλαδή της μεσολάβησης της Τασίας αποκαλύφτηκε χρόνια αργότερα κάπου γύρω στο 1964, την εποχή της αποστασίας, όταν σε μια έντονη πολιτική συζήτηση στο σπίτι ενός κοινού φίλου, τα δύο ζευγάρια αρπάχτηκαν μεταξύ τους και ήταν ο άντρας της Τασίας, ο Σταύρος, αυτός που είπε ότι, αν και δεξιός, είχε ζητήσει από τον συγχωριανό Διοικητή της ασφάλειας Πειραιά να αφήσουν τότε τον Πρόδρομο ελεύθερο.

Τον χειμώνα του ’60 η γυναίκα του Μιχάλη Κ, η Θεανώ, κάηκε ζωντανή από τη φωτιά που έπιασε μια ξυλόσομπα. Μαζί με τη γυναίκα του, κάηκε το σπίτι του και όλα όσα είχε σαν ενθύμια μεταφέρει από την Καισάρεια. Στο ανακριτικό της Πυροσβεστικής τον απαλλάξανε λόγω προχωρημένης ηλικίας.

Η οικογένεια άφησε πια το σπίτι το προσφυγικό. Ο Μιχάλης Κ ήταν πια μόνος. Και τον πήρε, κατά την γνωστή οθωμανική παράδοση, πάλι ο γιός του σε ένα δωμάτιο του σπιτιού τους.

Από το 1954 μέχρι το 1968 που πέθανε ο Μιχάλης Κ. τα πρωινά πήγαινε στο καφενείο του Ξηνταβελώνη στον Άγιο Διονύση του Πειραιά, διάβαζε με κάτι μικροσκοπικά γυαλιά την ΑΥΓΗ (μέχρι το 1967), έπαιζε πρέφα, έπινε καφέ -τούρκικο τον έλεγε- και κάπνιζε Άσσο άφιλτρο. Στο μαγαζί του γιου του σπάνια πια πήγαινε.

Στις εκλογές του 1958, τότε που η ΕΔΑ έγινε αξιωματική αντιπολίτευση, συνάντησε τον Πρόεδρο της, Γιάννη Πασαλίδη, σε κάποια προεκλογική του επίσκεψη στην αγορά του Πειραιά.

«Να τα βρείτε με τους άλλους που είναι έξω. Που είναι σήμερα ο λαός της αντίστασης; Εμείς οι πρόσφυγες, στο ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ στείλαμε τα παιδιά μας» του είχε πει, αλλά ο Πασαλίδης του χαμογέλασε, χωρίς να συνεχίσει την συζήτηση. Δεν ήθελε, φαίνεται, ούτε να ξύσει πληγές από την εποχή του εμφύλιου, ούτε να ανοίξει διάλογο με ένα γέρο ενενήντα και βάλε χρόνων.

Ο Μιχάλης Κ. είδε εγγόνια και δισέγγονα.

Στις οικογενειακές συγκεντρώσεις, όταν όλοι μαζεύονταν στο σπίτι, έλεγε τις ίδιες πάντοτε ιστορίες.

Και θυμότανε λεπτομέρειες, ημερομηνίες και πρόσωπα.

Και ιδιαίτερα, την νύχτα που έφυγε από την Πόλη και πήρε μαζί του εκείνη την δεκαεξάχρονη Βουλγάρα, την Ντεσισλάβα, σώζοντας την ζωή της.

«Ρε, παππού» του λέγανε τα εγγόνια, «πως και δεν την παντρεύτηκες την Βουλγάρα, και πήρες την γιαγιά Θεανώ;» «Το έσκασε στο δρόμο» έλεγε και γελούσε. «Ήταν όμορφη, όμορφη πολύ, αλλά δεν έκανε για σπίτι αυτό το κορίτσι. Ενώ η γιαγιά σας, τι να σας πω, με ένα Ευαγγέλιο στο χέρι, Κι΄ας την έκαψε ο Θεός».

Στο Θεό, ο Μιχάλης Κ., δεν πίστευε, στην εκκλησία δεν πήγαινε, αλλά τον παπά του Αγίου Διονυσίου, που για καταδότης ποτέ δεν κατηγορήθηκε, τον σεβόταν.

«Έλα να σε εξομολογήσω, βρε άνθρωπε μου. Θα φύγεις και θα πάρεις μαζί τις αμαρτίες σου» του έλεγε ο παπάς.

«Στην Κόλαση καλύτερα να πάω παπά. Σίγουρα θα βρω εκείνη την Βουλγάρα, την Ντεσισλάβα» του απαντούσε γελώντας, καθώς ο παπάς ήταν και αυτός ενήμερος για την περιπέτεια με την δεκαεξάχρονη Βουλγάρα.

Δεν ξέρω αν πήγε στη κόλαση ο Μιχάλης Κ,. να βρει στην Ντεσισλάβα. Ξέρω όμως, ότι πέθανε στον ύπνο του, Πάσχα του 1968 ξημερώματα σε ηλικία εκατό τέσσερα χρονών (104 αριθμητικώς).

«Λες να σηκωθεί, σαν τον Λάζαρο; Το είχε πάθει και πριν από δύο χρόνια. Νομίζαμε ότι είχε πεθάνει και όμως σηκώθηκε» είπε μία από τις εγγονές του γελώντας.

Στην κηδεία του Μιχάλη Κ. κανείς δεν έκλαιγε.

Και ούτε κανείς στο τραπέζι που ακολούθησε θυμήθηκε την περιπέτεια στο μπλόκο εκείνο της 17ης Αυγούστου του 1944. Το μπλόκο που έζησαν, καθένας με τον τρόπο του, πατέρας και γιος.

Γ.Κ.

Υ.Γ.1 Η ιστορία είναι πραγματική, χωρίς στοιχεία μυθοπλασίας. Οι διάλογοι, μεταξύ πατέρα και γιου, λόγω της μεγάλης χρονικής παρέλευσης πιθανόν να έχουν αλλοιωθεί. Μεταφέρονται από γενιά σε γενιά και όπως κάθε ιστορία με τα χρόνια δεν αποκλείεται να ωραιοποιείται, ενώ τα πρόσωπά τους να ηρωοποιούνται από τους απογόνους. Εκείνο, όμως, που δεν μπορεί να ωραιοποιηθεί είναι το δράμα των οικογενειών που είδαν τους ανθρώπους τους να εκτελούνται στο μπλόκο της Κοκκινιάς.

Υ.Γ.2 Ο τίτλος του κειμένου είναι δάνειο από το ομώνυμο κινηματογραφικό έργο του Αλεξάντερ Σοκούροφ του οποίου η πλοκή διαφέρει από την ιστορία στην οποία αναφέρεται το κείμενο.

Υ.Γ.3 Τον ίδιο ακριβώς θάνατο με τον Μιχάλη Κ. είχε και ο γιός του Πρόδρομος Κ., που πέθανε τον Νοέμβριο του 1980 σε ηλικία εξηντατεσσάρων χρόνων. Και αυτός στον ύπνο του, και -σαν τον πατέρα του- ποτέ δεν πήγε σε εκκλησία, ποτέ δεν άναψε κερί και ποτέ δεν προσευχήθηκε.

(Αγαπητέ φίλε, πολύ όμορφο το κείμενο και η ιστορία. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net για να συνεχίσει να υπάρχει μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.