Η Ρένα και ο Γιαννάκης
Η φίλη μου, η Ρένα, είναι μία όμορφη γυναίκα. Πενήντα plus χρόνων θα είναι σήμερα.
Και όταν λέμε όμορφη, εννοούμε ότι στο πρόσωπο της δεν είναι καμουφλαρισμένες με botox οι φυσιολογικές για την ηλικία της ρυτίδες, τα χείλη της δεν είναι φουσκωμένα, τα μάτια της δεν είναι τραβηγμένα και η επιδερμίδα της δεν γυαλίζει από τις κρέμες.
Το ντύσιμό της, χωρίς να είναι προκλητικό, αναδεικνύει μία σφύζουσα μεν αλλά όχι γεροξεκωλέ θηλυκότητα.
Το σώμα της καλογυμνασμένο, χωρίς να ξημεροβραδιάζεται σε γυμναστήρια. Γνωρίζω πολύ καλά ότι της αρέσει να περπατάει και να κολυμπάει. ‘Άντε να κάνει και λίγα βαράκια.
Η Ρένα απέχει παντελώς από τα κοινωνικά δίκτυα.
«Εγώ, σαν τρελός θα πήγαινα μαζί της» μου είχε πει ο φίλος μου ο Μάκης, χωρίς να έχει την αυτογνωσία αν η Ρένα θα πήγαινε μαζί του.
Η Ρένα- κυρία Ρένα την λέει ο μικρός μου γιος- έμενε στο ρετιρέ της πολυκατοικίας μας.
Σε ένα όμορφο διαμέρισμα -εκατό εξήντα τετραγωνικά μέτρα σύμφωνα με τον πίνακα αναλογίας των κοινοχρήστων- με θέα την Πεντέλη.
Και με φίνο γούστο διακοσμημένο το εσωτερικό του. Οικογενειακές αντίκες, πίνακες του Φασιανού και του Ακριθάκη, ασημικά, πάντα καλογυαλισμένα, μαξιλάρες με πολύχρωμα σχέδια και βιβλία, πολλά βιβλία, αλλά όχι αυτά τα ογκώδη coffee table books, που βρίσκεις στο προθάλαμο ιατρείων.
Από παλιά αστική οικογένεια, κόρη μεγάλου αρωματοποιού, και αρχιτέκτονας κατά δήλωση της- γιατί πότε δεν την είδα να δουλεύει η την άκουσα να μιλάει για τη δουλειά της- είναι χωρισμένη από χρόνια, όπως, εκ των υστέρων, μάθαμε από δικές μας πηγές.
Στα σαράντα της, την εποχή της απαρχής της μεγάλης χρηματοοικονομικής κρίσης, ο ερχομός μιας μόνης και πολύ όμορφης γυναίκας, είχε δημιουργήσει μια μικρή αναστάτωση στους ενοίκους.
Στη μικρή αυτή κοινωνία, κάθε καινούργιο πρόσωπο-ιδιαίτερα εάν είναι όμορφο- που έρχεται να κατοικήσει, προκαλεί εύλογες μικροαστικές απορίες.
Συνιδιοκτήτες ή νοικάρηδες που δεν είχαν πολλά-πολλά στις μεταξύ τους συναντήσεις, ρωτούσαν αδιάκριτα ο ένας τον άλλον, εάν γνώριζαν από πού κρατάει η σκούφια της.
«Μπορείς να μου πεις, που βρήκε τρακόσια χιλιάρικα αυτήν την εποχή» (για το χρονολόγιο της ιστορίας είχαμε ήδη μπει στα μνημόνια) «και τα ‘δωσε στον Κύριο Αγγελή; Μια γυναίκα μόνη, χωρίς άντρα. Είναι λένε Αρχιτεκτόνισσα, αλλά κανείς δεν ξέρει τι κάνει και αν κάνει κάτι» ήταν η πρώτη ερώτηση που απηύθυνε στη σύζυγό μου η Πόπη, την οποία η σύζυγός μου- η οποία γενικώς δεν συμπαθεί εύκολα ανθρώπους- δεν την συμπαθούσε ιδιαίτερα.
Με σύζυγο που εργάζεται σε γνωστό πολυεθνικό ελεγκτικό οίκο, οίκο ανοχής κάθε ανομίας, οίκο κακόφημο, αφού συνεργάζεται με τράπεζες, ήταν αδύνατον να μην πληροφορηθώ ότι η Ρένα ήταν η πρώην σύζυγος βιομήχανου πλαστικών που έβαλε λουκέτο.
Και με στενή φίλη της συζύγου μου την Μαρίτα, μια χαζοκοσμική που ξημεροβραδιάζεται στα social media, δεν πέρασε πολύς χρόνος από την άφιξή της, για να πληροφορηθούμε ότι αιτία του διαζυγίου της Ρένας ήταν η -διόλου ασυνήθης- πράξη μοιχείας του συζύγου της με υπάλληλο της επιχείρησής του.
Η Μαρίτα, που σπάνια λέει καλό λόγο για άνθρωπο, για τη Ρένα είπε ότι στο χωρισμό της φέρθηκε σαν μια πραγματική κυρία.
Όπως πραγματική κυρία, αρχίσαμε να την βλέπουμε όλοι όσοι την γνωρίσαμε.
Στο μπαλκόνι του διαμερίσματος έρχονταν φιλαράκια και την στήναμε, μόνο και μόνο για να την δούμε να βγαίνει από την πόρτα της πολυκατοικίας και να μπαίνει στο αυτοκίνητο της.
Έμενε, λοιπόν, από τότε μόνη της, αλλά αφορμή δεν έδινε.
Άντρα να μπαίνει στο διαμέρισμα της, δεν είδαμε.
Πάντα ευγενική και χαμογελαστή ερχότανε για να αφήσει τα κοινόχρηστα- όταν είχαμε αναλάβει διαχειριστές- και να ανταλλάξει δυο-τρείς κουβέντες τυπικές, που αφορούσαν τις λειτουργικές εκκρεμότητες του συγκροτήματος.
Με τα χρόνια που πέρασαν, σαν γείτονες αναπτύχθηκε μεταξύ μας η ανάλογη κοινωνική προσέγγιση, η οποία άργησε αρκετά μέχρι να εξελιχθεί σε στενή φιλία επιπέδου εξομολόγησης των προσωπικών μας.
Χριστούγεννα σε κάποιο τραπέζι, η Πάσχα όταν ψήναμε αρνί στον κήπο, μετά από τα πρώτα δυο- τρία χρόνια της τήρησης των αποστάσεων, η Ρένα ήταν συνήθως προσκεκλημένη μας.
Πάντα, όμως, μόνη και εξαιρετικά αξιοπρεπής με τους άντρες της παρέας μας.
Γελούσε στα μικροαστικά υπονοούμενα των άλλων φίλων μας, αλλά ποτέ δεν ξανοίγονταν να προκαλέσει κάποιον.
Με ένα γεροντοπαλίκαρο- διευθυντή στην εταιρεία της γυναίκας μου- που τον είχαμε και αυτόν προσκαλέσει μια Πρωτοχρονιά, με πρωτοβουλία της συζύγου μου για να υπάρχει ισορροπία των φύλων, και χωρίς προσωπικά να τον έχω ποτέ συναντήσει σε περιβάλλον εκτός της πολυεθνικής, για να διαπιστώσω εάν είναι ευχάριστος τύπος- συνήθως οι executives δεν είναι – η Ρένα δεν έκανε απολύτως τίποτα, αν και του Διευθυντή, κρίνοντας από τη έκδηλη σε όλους μας λιγούρα με την οποία την κοίταζε, η Ρένα πρέπει να του άρεσε σαν γυναίκα.
Έτυχε, βλέπετε, εκείνη τη βραδιά να φοράει ένα μαύρο εφαρμοστό φόρεμα με ανοιχτό ντεκολτέ, το οποίο άφηνε τη φαντασία να μαντέψει το σώμα που καλυπτόταν από μέσα.
Καμία θετική εντύπωση δεν άφησε ο Διευθυντής στην Ρένα. Άκουγε ευγενικά αυτά που της έλεγε- τις συνηθισμένες βλακείες που λένε οι Managers- χωρίς εκείνη να τον ρωτάει τίποτα για την προσωπική του ζωή και αφήνοντας του αόριστη μια υπόσχεση για εκ νέου συνάντηση. Προφανώς, ήθελε να τον ξεφορτωθεί και ίσως ήταν και ο λόγος, που άλλαξε θέση στον καναπέ και ήρθε και κάθισε κοντά στις άλλες γυναίκες της παρέας.
«Τι τον ήθελες τον μ@λάκα», ρε γυναίκα της είχα πει όταν έφυγαν οι καλεσμένοι. «Την ζάλισε όλο το βράδυ με την εταιρεία σας, με την θέση που πήρε το αρxίδι, λες και από την γλοιώδη φάτσα του δεν καταλαβαίνει κανείς πως την πήρε αυτή τη θέση, τους γαμημέvους στόχους του marketing που πετύχατε και με χίλιες δύο άλλες μ@λακίες που δεν ενδιαφέρουν κανένα. Βάφει και τα μαλλιά του ο γελοίος. Και ο γύφτος, παραμονή Πρωτοχρονιάς καλεσμένος πρώτη φορά στο σπίτι μας με ένα μπουκάλι κρασί των 15 € , που σίγουρα θα είχε στο σπίτι του, την έβγαλε. Θέλει και γυναίκα ο βλάκας».
«Έχεις δίκιο, αγάπη μου» μου είχε απαντήσει. «Που να φανταστώ, ότι ο Διευθύνων Σύμβουλος μιας πολυεθνικής εταιρίας σαν την δική μας, εκτός υπηρεσίας θα έλεγε τις ίδιες βλακείες που λέει και στην εταιρεία μέσα».
«Έπρεπε να το φανταστείς» είχα συνεχίσει. «Για να φτάσει σε αυτή την ηλικία και να είναι ανύπαντρος ο τύπος έχει κάποιο κουσούρι. Χώρια που δεν αποκλείεται να είναι και καμία κρυφαδελφή».
«Ομοφυλόφιλος εν κρυπτώ, θέλεις να πεις» με διόρθωσε η σύζυγος μου, η οποία τηρεί πιστά τους κανόνες της πολιτικής ορθότητας. «Αλλά, δεν είναι. Δεν είδες τον λιμασμένο, πώς την κοίταζε την Ρένα; Φεύγοντας μου είπε να κανονίσουμε οι τέσσερις μας κανένα βράδυ έξω».
Το γεγονός ότι, λίγες μέρες αργότερα, η σύζυγος μου απολογήθηκε στην Ρένα, την οποία συνάντησε στην είσοδο της πολυκατοικίας, για την ατυχή έμπνευση της να καλέσει αυτόν τον μ@λάκα πρωτοχρονιάτικά στο σπίτι μας, ενδυνάμωσε τις μεταξύ μας σχέσεις.
Στην ενδυνάμωση των σχέσεων βοήθησε και η κοινή πολιτική συμπάθεια, της συζύγου και της Ρένας σε ευτραφή πρώην αρχηγό της παραδοσιακής Δεξιάς.
«Μπορεί να μην είχε ποτέ στη ζωή του δουλέψει, μπορεί να πήρε το χρίσμα λόγω συγγένειας με τον άνθρωπο που κατέστρεψε μετεμφυλιακά την Ελλάδα, μπορεί να μην έκανε τίποτα σαν Πρωθυπουργός, αλλά σαν και αυτό το βλαμμένο που είναι σήμερα στην παράταξη, δεν ήτανε» είχε σχολιάσει η Ρένα και συμφώνησε απολύτως με την κρίση της και η σύζυγος μου.
Με τον καιρό, η σύζυγος μου και η Ρένα δεν άργησαν να ανταλλάσσουν απόψεις για την μόδα, για τον πολιτισμό και τις κοινωνικές δράσεις επωνύμων, εκ των οποίων ορισμένους, λόγω της αστικής καταγωγής της, έτυχε να γνωρίζει.
Ο δεσμός συζύγου και Ρένας ισχυροποιήθηκε έτι περαιτέρω με την ανταλλαγή συνταγών μαγειρικής, οι οποίες συχνά συνοδεύονταν με αποστολή δειγμάτων της μαγειρικής ικανότητας της κάθε γυναίκας.
Έτσι, πότε η Ρένα μας έφερνε κάποια πορτοκαλόπιτα, «για να γλυκαθεί ο Αλέξης» έλεγε, «γιατί με αυτά τα γκρουπούσκουλα της αριστεράς που έχει μπλέξει, μόνο πίκρες θα παίρνει», και πότε η σύζυγος μου της επέστρεφε το taper (οικιακό σκεύος διαχρονικής χρήσεως το οποίο μεταβιβάζεται ως προικώος εξοπλισμός από γενεά σε γενεά) πλήρες χειροποίητης τυρόπιτας με γέμιση μίγματος τυριών από γραβιέρα Νάξου και κατίκι Δομοκού.
Κυλούσε ο χρόνος της καλής γειτνίασης και των αμοιβαίων φιλοφρονήσεων, και δεν άργησε να έρθει η πρόσκληση στο διαμέρισμα της, προκειμένου να δοκιμάσουμε στιφάδο αγριογούρουνο , σταλμένο κατά παραγγελία από τα ορεινά της Αχαΐας, και διαποτισμένο επι τριήμερο σε κόκκινο κρασί.
«Είναι η spécialité μου. Το κρέας το παρέλαβα χτες βράδυ από το ΚΤΕΛ Αχαΐας σε φορητό ψυγειάκι» μας προετοίμασε γαστρονομικά η Ρένα, παρέχοντας μας μέχρι και τις λεπτομέρειες αποστολής του ζώου.
Είναι αδύνατον να περιγραφεί η γευστική πανδαισία του εκλεκτού αυτού εδέσματος, το οποίο εκτός της επισταμένης καραμέλωσης των κρεμμυδιών συνοδεύονταν από τραγανές baby πατάτες φούρνου ψημένες σε χωριστό ταψί με το λίπος του ζώου.
Για επιδόρπιο η Ρένα είχε προβλέψει καρυδόπιτα με παγωτό καϊμάκι, στην επιφάνεια του οποίου είχε περιχύσει καφέ espresso.
«Ο συνδυασμός είναι εξαιρετικός, καθώς η πλούσια, σιροπιαστή καρυδόπιτα ισορροπεί τέλεια με τη μαστιχωτή, δροσερή γεύση του παγωτού καϊμάκι και την πικρή, αρωματική ένταση του ζεστού espresso που δένει αρμονικά τα υλικά» μας είπε εξηγώντας την gourmet σύνθεσή της.
Το άφθονο καραμελωμένο κρεμμύδι του αγριογούρουνου δεν πρόλαβε να επιφέρει την αναλογούσα δυσπεψία καθώς για την θεραπεία του βεβαρυμμένου στομάχου, μετά το επιδόρπιο προσφέρθηκε το τοπικό λικέρ της πατρίδας της η Tentura με την κυρίαρχη γεύση της κανέλας.

Ένα δείπνο για τρείς σχεδιασμένο με την φαντασία στοιχείων βαλκανικής και γαλλικής κουζίνας (στιφάδο με τα κρεμμύδια καραμελωμένα) ήταν αδύνατον να μην αφήσει τις καλύτερες εντυπώσεις και να μην αποσπάσει τα εγκωμιαστικά σχόλια της συζύγου μου, η οποία δεν παρέλειψε να κάνει σύγκριση της ποιότητας του αγρίου ζώου μαγειρεμένου στην κατσαρόλα με sauce, με εκείνη της αρκαδικής γουρνοπούλας ελευθέρας βοσκής, η οποία ψήνεται στη σούβλα και κόπτεται παρουσία του πελάτη.

«Η διαφορά έγκειται στην μεταγεύση, δηλαδή τον μηχανισμό της απελευθέρωσης των μορίων της τροφής και την ενεργοποίηση των γευστικών και οσφρητικών καλύκων» θέλησα να συμπληρώσω με το γνωστό πνεύμα επίδειξης της καλλιέργειας μου επι παντός επιστητού.
Η αδυναμία των γυναικών να ακολουθήσουν την γευσιγνωστική διαλεκτική μου, εκφράστηκε με την ευγενική προτροπή της Ρένας να καθίσουμε στο σαλόνι και να απολαύσουμε μουσική.
Η ηχητική συνοδεία από το Clair de Lune του Claude Debussy , που επέλεξε από τα CD της (αγορασμένο προφανώς την εποχή που υπήρχαν καταστήματα πώλησης δίσκων και όχι από αυτά τα παράνομα CD των Αφρικανών που τα πουλούσαν στις παραλίες την δεκαετία του 2000 )είχε εξιδανικεύσει τις συνθήκες για μια ήρεμη και πολιτισμένη συζήτηση.
Ρέκτης της πολιτικής φιλοσοφίας, πρότεινα για αντικείμενο της συζήτησης την κριτική ανάλυση των επιπτώσεων της συναισθηματικής χειραγώγησης της μάζας στην διαμόρφωση συνθηκών αποτροπής μιας ιδανικής κοινωνίας των πολιτών.
«Αλέξη, σε παρακαλώ μη το κάνεις» μου είπε η Ρένα. «Δεν θα μπορέσουμε να χωνέψουμε το αγριογούρουνο».
Την σιγή, που επικράτησε, συνεπεία της αποθάρρυνσής μου για πολιτικό διάλογο, ανάλογο εκείνων που είχα ζήσει σαν νεολαίος του θρυλικού «Ρήγα Φεραίου» , η Ρένα, που στο μεταξύ είχε κατεβάσει και δύο-τρία ποτηράκια από την Tentura, την εκμεταλλεύτηκε αρχίζοντας να μας λέει για τις σπουδές της στην Ιταλία.
Σε αυτό βοήθησε η αλλαγή του cd του Debussy με κάτι πιο νοσταλγικό, που της θύμιζε τα νεανικά της χρόνια. Στο CD player έπαιζε Ornela Vanoni.
«Αχ, τι όμορφα που ήταν τότε στην Ιταλία» ξεκίνησε την αναπόλησή της η Ρένα.
«Είχανε καθαρίσει τις Ερυθρές ταξιαρχίες, στα εργοστάσια του Βορρά είχαν περιοριστεί οι απεργίες και οι Ιταλοί ήταν πολιτικά έτοιμοι να υποδεχθούν τον Μπερλουσκόνι».
«Μα, αυτός ήταν γελοίος, βρε Ρένα» της είπα για να μου απαντήσει «Ναι, γιατί οι δικοί μας είναι σοβαροί».
Δεν είχαν σημασία οι διαφορετικές πολιτικές μας τοποθετήσεις στο νήμα της συζήτησης που άρχισε να ξεδιπλώνεται, γιατί μετά τα χρόνια των σπουδών της Ρένας, ακολούθησε η αναφορά για τον γρήγορο γάμο της, με τον γιο ενός συντοπίτη μεγαλοβιομήχανου, που στη δεκαετία του 90 η επιχείρηση του στην βιομηχανική ζώνη της Αχαΐας μεσουρανούσε. Δέκα χρόνια αργότερα, υπό την διεύθυνση του υιού του ιδρυτή της, η εταιρεία χρεοκόπησε.
Η Ρένα είχε παντρευτεί σε μικρή ηλικία λόγω εγκυμοσύνης, η οποία δεν ήταν ανεκτή από το αυστηρό περιβάλλον της επαρχίας. Άλλωστε και οι δύο οικογένειες ήταν γνωστές στην Πάτρα.
Ένα απροσδόκητο συμβάν στη διάρκεια της εγκυμοσύνης, επέφερε τις πρώτες ρωγμές στη σχέση ζεύγους, αφού δεν της επέτρεψε στη συνέχεια την δυνατότητα νέας τεκνοποιίας, πριν ολοκληρώσει μια μακροχρόνια θεραπεία.
Κουβέντα στην κουβέντα, Tentura στη Tentura, η συζήτηση δεν άργησε να πάει στα προσωπικά της Ρένας.
“Βρε Ρένα” της είπε η γυναίκα μου, “γιατί αφήνεις τα χρόνια να περνάνε; Δεν είναι καιρός να φτιάξεις ξανά την ζωή σου; Τόσο πολύ, σου κόστισε, αυτός ο χωρισμός;”
“Όχι καλέ” μας απάντησε, “αυτό το ξεπέρασα. Είμαι σε σχέση τώρα. Αλλά, άστο καλύτερα. Θα τα πούμε κάποια άλλη φορά”.
Σεβόμενοι αμφότεροι την ιδιωτικότητα της προσωπικής ζωής ενός τρίτου ατόμου, δεν θελήσαμε να μπούμε στα ενδότερα μιας νέας σχέσης της Ρένας.
Με τον καιρό, εκείνη ήταν που ξανοίγονταν και άρχισε να αναφέρει για τον φίλο της, κάποιο Γιαννάκη.
«Πάμε ΜΠΟΜΠΟΝΙΕΡΑ με τον Γιαννάκη» μας είχε πει, όταν την πετύχαμε την ώρα της εξόδου. Πάμε να δούμε γαλλική κωμωδία. Θα σας έλεγα να έρθετε μαζί μας, αλλά το παιδί(έτσι το ‘λεγε χαϊδευτικά) δεν θα αισθάνεται άνετα. Θα κανονίσουμε, όμως, μια άλλη φορά».
Φαντάστηκα ότι θα είναι κανένας μικρότερος σε ηλικία ο φίλος της, γιατί η εμφάνιση της Ρένας δικαιολογούσε άνετα ακόμη και σαραντάρη. Από τακτ, βέβαια, δεν την είχα ρωτήσει πόσων χρόνων είναι ο νέος της φίλος.
«Σε ακούω καιρό να μου μιλάς για τον Γιαννάκη. Γιατί δεν ζείτε μαζί;» την ρώτησα μια άλλη φορά που ήταν καλεσμένη στο διαμέρισμά μας. Είχαμε πάλι πιεί αρκετά και η συζήτηση επέτρεπε αδιάκριτες ερωτήσεις.
«Είναι και εκείνος παντρεμένος» μου είπε διστακτικά.
«Αν είναι έτσι αλλάζει» της απάντησα ευγενικά, θέλοντας να κλείσω την συζήτηση, για να μην φανώ αδιάκριτος.
Έλα, όμως, που η Ρένα, είχε όρεξη να ξανοιχτεί. Μιλούσε με την υπέροχη γλυκύτητα, που δεν σου άφηνε περιθώρια να μην ακούσεις με ενδιαφέρον την εξομολόγηση της για ένα έρωτα, που την μεν είχε συνεπάρει αλλά δεν είχε το προσδοκώμενο φινάλε ενός γάμου.
“Δέκα χρόνια και βάλε, τραβιέμαι με αυτό το ρεμάλι” είπε ανάβοντας ένα τσιγάρο. “Μου έφαγε τα καλύτερα μου χρόνια. Θα είχα γιό στην ηλικία του δικού σου, εάν δεν ήμουνα τόσο μαλακισμέvη να πιστεύω τις βλακείες του.”.
Οι βλακείες του Γιαννάκη ήτανε οι συνηθισμένες βλακείες που λένε οι παντρεμένοι.
“Να μεγαλώσει λίγο το παιδί” μου έλεγε, “τα πρώτα χρόνια να μπει στο Πανεπιστήμιο, αργότερα, να βρει μια δουλειά, ξέρεις τώρα τι μ@λακίες λένε αυτοί που δεν χωρίζουν. Σημασία έχει ότι τα χρόνια περάσανε. Ο γιός του, όχι μόνο το Πανεπιστήμιο και το στρατό τελείωσε, αλλά και δουλειά βρήκε. Και όταν τολμάω, με πολύ τακτ, ειλικρινά σας μιλάω, να του πω, αν θα τραβήξει κι άλλο αυτή η ιστορία., ξέρετε τι μου λέει; Άσε με βρε Ρένα, λίγο να χαλαρώσω. Αν είναι να μου σπας και εσύ τα @ρχίδια σαν την γυναίκα μου, καλύτερα να χωρίσουμε. Δεν βαριέστε βρε παιδιά. Η πρώτη η ή τελευταία είμαι που ακούω κάτι τέτοιες αηδίες. Το έχω πάρει πια απόφαση.”.
Την ανθρώπινη απλότητα του λόγου της Ρένας με την χρήση αθυροστομίας πρώτη φορά την συναντούσαμε. Και εγώ, για να πω την αλήθεια μου, παραξενεύτηκα. Το κατάλαβε και ζήτησε συγγνώμη.
«Μη σε νοιάζει, εκφράσου ελεύθερα» της είπε η σύζυγός μου. «Σαν ζευγάρι και εμείς μεταξύ μας, έτσι μιλάμε, όταν κάτι μας εξοργίζει». Πάντως, να ξέρεις Ρένα μου, είναι χάρισμα να μπορείς να χωρίσεις ένα παντρεμένο και να τον αρπάξεις.
Η σοφία της γυναίκας μου άναψε για τα καλά την συζήτηση.
«Ναι, ρε πoύστη μου», βρήκε την ευκαιρία η Ρένα για να βγάλει όλο το άχτι της. «Βλέπω κάτι καριόλες, πως την λένε ρε παιδί μου, αυτήν την πουτάvα την δημοσιογράφο που βρήκε τον εφοπλιστή και με το που τα ‘φτιαξε μαζί του άρχισε να βγαίνει σε sites του κώλoυ και να λέει ότι κοντά του είναι ευτυχισμένη, ότι βρήκε τον έρωτα που της έλειπε, στα εξήντα της τώρα, ε, λες και ο κόσμος είναι βλάκας και δεν καταλαβαίνει ότι τον πήρε για τα λεφτά του. Πες μου, ρε κορίτσι μου δεν τρελαίνεσαι; Τον σαπιοκοιλιά που ψάρεψε, τον χώρισε από την γυναίκα του από τον πρώτο μήνα που έμπλεξε μαζί της. Πως την λένε, ρε την καριόλα; Έχω πιεί και δεν θυμάμαι.»
«Ρένα μου, δεν έχει σημασία πως την λένε, γιατί δεν είναι η πρώτη από το σινάφι» της απάντησα εγώ. «Οι δημοσιογράφοι, κατά τον Μεξικανοϊσπανό συγγραφέα Paco Ignacio Taibo στο μυθιστόρημά του «Το ποδήλατο του Λεονάρντο, είναι οι πιο πουτάνες από τις πουτάνες».
“Δεν ξέρω, τι λέει αυτός ο Paco πως τον λένε, εκείνο που ξέρω είναι ότι η πουτάνα, σε οποία ηλικία και να είναι, πελάτη θα βρει. Και βρήκε αυτόν τον χοντρό, σαν γουρούνι είναι ρε παιδί μου. Τον κοιτάς και στα αρπαχτικά του μάτια που γυαλίζουν καθρεφτίζεται όλη η αδηφαγία του χρήματος. Και από τους πρώτους μήνες του σπιτώθηκε. Τι με νοιάζει όμως έμενα και κάθομαι και συγχύζομαι; Δεν πα’ να γ@μηθεί, λέω εγώ και αυτή και όλες όσες δουλεύουν σε αυτό μπουρδέλο της τηλεόρασης. Τουλάχιστον ο Γιαννάκης είναι άντρας, δεν είναι κανένας κουραμπιές.”
Η κουβέντα λοιπόν προχωρούσε με την σύζυγο μου να θέτει τις κατάλληλες ερωτήσεις, πάντα με τρόπο που δεν προκαλούσε αμηχανία, ενώ ταυτόχρονα το δικό μου ενδιαφέρον κορυφωνόταν, προκειμένου να μάθω τι μπορεί να σκαρφίζεται ένας παντρεμένος ώστε να αποφύγει ένα διαζύγιο και να νομιμοποιήσει μια σχέση.
Και ενώ η ώρα κυλούσε και η Ρένα προέβαινε σε ολοένα και βαθύτερες εξομολογήσεις, οι οποίες προκαλούσαν άλλοτε τον έντονο θαυμασμό μας και άλλοτε την αποδοκιμασία μας, καλέσανε στο τηλέφωνο την γυναίκα μου από την εταιρεία.
“Λίγο ησυχία παιδιά, είναι ο μ@λάκας που είχα καλέσει και στο τραπέζι. Είναι ο άμεσος Προϊστάμενος μου και παίρνει ότι ώρα του κ@βλώσει” είπε η γυναίκα μου, επιβεβαιώνοντας και τον δικό μας οικογενειακό τρόπο επικοινωνίας.
Χωρίς να προκαλούμε οχλαγωγία με χάχανα κοροϊδευτικά, περιμέναμε να τελειώσει η επικοινωνία της συζύγου μου με τον Διευθυντή της, για να ακούσουμε την Ρένα να μας λέει τα παράπονα της από την σχέση της με αυτόν τον Γιαννάκη.
«Και πώς να συντηρήσει άλλωστε ένα τέτοιο σπίτι σαν τον δικό μου», συνέχισε η Ρένα, «αφού δεν έχει μία. Είναι άφραγκος, Αλέξη. Και όχι μόνο άφραγκος, αλλά και άμυαλος».
“Τα έχει χάσει όλα και σαν να μη του έφτανε ξεκοκάλισε και την περιουσία της δεύτερης γυναίκας του. Εργαζόταν παλιότερα σε μεγάλη φαρμακευτική εταιρεία, είχε καλή θέση, αλλά πλακώθηκε με τον Πρόεδρο της εταιρείας. Και γιατί πλακώθηκε; Γιατί δεν πήγε σε μια εκδήλωση απονομής βραβείων της χρονιάς. Βραβεύανε τον Πρόεδρο της εταιρείας του σαν Manager της χρονιάς και όταν ο Πρόεδρος διαπίστωσε ότι απουσίαζε, η γραμματέας του Προέδρου, κατόπιν προφανούς συστάσεως του Προέδρου, του έκανε έγγραφη επίπληξη, ότι δήθεν στερείται εταιρικής κουλτούρας.”
Για να πω την αλήθεια μου, είχα αρχίσει να φτιάχνομαι με την εξέλιξη της ιστορίας και για να τονώνω το ηθικό της Ρένας, της γέμιζα συνεχώς το ποτήρι.
Την Ρένα, τίποτα πια δεν τη σταματούσε. Ήμουνα σίγουρος, ότι με την φόρα που είχε πάρει και την οικειότητα που είχε μεταξύ μας αναπτυχθεί σε λίγο θα προέβαινε και σε νέες αποκαλύψεις.
“Λοιπόν Ρένα, για λέγε κορίτσι μου, τι έγινε με τον Γιαννάκη και την γραμματέα της εταιρείας του.”
“Ξέρεις, τι της απάντησε; «Δεν μου γ@μιέσαι, λέω εγώ, και εσύ μωρή σκρόφα, που θα μου κάνεις σύσταση περί εταιρικής κουλτούρας. Όρεξη είχα να χάσω το βράδυ μου για να δω όλες τις σκατόφατσες που θα σηκωνόντουσαν όρθιοι και θα χειροκροτούσαν τον ηλίθιο”.
( Εκ των υστέρων υπόμνηση κειμενογράφου προς Γιαννάκη : Θα μπορούσες αγαπητέ Γιάννη να διατηρήσεις και εσύ την θέση σου στην εταιρεία που εργαζόσουνα, αρκεί να έκανες ότι κάνουν όλοι αυτοί οι Κύριοι της φωτογραφίας. Να παρευρεθείς στη βράβευση του Διευθυντή σου και με ενθουσιασμό να χτυπάς παλαμάκια, όπως τα χτυπούσαν οι Κύριοι και οι Κυρίες στην αναγγελία της εισόδου στο Χρηματιστήριο μιας πρώην προβληματικής τράπεζας -βασικός χρηματοδότης της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ- που εξυγιάνθηκε με χρήματα του Δημοσίου. Για την ιστορία, το Δημόσιο απέκτησε προσωρινά την πλειοψηφία και στη συνέχεια την έχασε με την απίθανη τεχνική του reverse split των μετοχών και την ταυτόχρονη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου με το Δημόσιο και ένα μεγάλο συνταξιοδοτικό ταμείο επιστημόνων, που ήταν οι βασικοί μέτοχοι, να μη συμμετέχουν προκειμένου να μπει ένας ιδιώτης επενδυτής, να ορίσει ο τελευταίος Διοίκηση της αρεσκείας του και να συγχωνευθεί στη συνέχεια με άλλη προβληματική τράπεζα κατά ένα ανάλογο τρόπο. Η επιτυχία του μνημόσυνου με ξένα κόλλυβα, δηλαδή τα λεφτά των Ελλήνων φορολογουμένων και των συνταξιούχων επιστημόνων, έκανες ευτυχισμένους όλους αυτούς που βλέπετε στη φωτογραφία, οι οποίοι και δικαιολογημένα χειροκροτούν την Κυρία Πρόεδρο που κουνάει το καμπανάκι κατά τα πρότυπα της Wall Street.)

Η παραπάνω υπόμνηση στον Γιαννάκη, η οποία γράφηκε εν θερμώ, δεν αποσυντόνισε τον κειμενογράφο από τα δρώμενα της παρούσας ιστορίας.
Θυμόμουνα με ακρίβεια τι μας έλεγε η Ρένα.
«Λέγονται αυτά τα πράγματα;» μας ρώτησε η Ρένα, χωρίς να λάβει καμία απάντηση μου.
“Ήταν ο λόγος απόλυσής του” συνέχισε, “όχι ότι δεν ψάχνανε αφορμή να τον πετάξουνε, αφού και στη δουλειά συνεχώς κωλοβαρούσε. Και αν τον κρατούσανε και δεν τον διώχνανε, ήταν γιατί τον γουστάραν οι πελάτες της εταιρείας. Ο Γιάννης, αν κάτι καλό είχε, ήταν το χάρισμα της αμεσότητας στην επικοινωνία του με τους ανθρώπους. Αυτό με τράβηξε και μένα κοντά του. Αχ, ο Γιαννάκης, μιλάει τόσο όμορφα. Λιώνεις να τον ακούς. Κοφτές προτάσεις με νόημα και σημασία. Αλλά, αυτό το παιδί μυαλό δεν έχει. Τι να το κάνεις;»
Αν εκτιμούσα την Ρένα από την σχέση που είχε αναπτυχθεί μεταξύ μας, άρχισα, για κάποιο λόγο να εκτιμώ τώρα και τον Γιαννάκη.
«Πήρε, εκείνη την εποχή όπως τουλάχιστον μου είπε» εξακολούθησε τον μονόλογο η Ρένα, «μια μεγάλη αποζημίωση χωρίς να ζητήσει την γνώμη κάποιου σώφρονα ανθρώπου για την επένδυση που σχεδίαζε να κάνει. Και έτσι έχασε ότι πήρε. Μόνος του αποφάσιζε βλέπεις»
«Μήπως είχε άλλα κρυφά πάθη, Ρένα μου, που δεν τα γνώριζες» την ρώτησα.
“Χαρτόπαιζε, έπαιζε σε άλογα, σε τίποτα στοιχήματα; Μήπως ανέβαινε στο Καζίνο και έχασε εκεί ότι είχε και δεν είχε;”
“Μπα όχι. Εκ των υστέρων έμαθα, ότι όταν πήρε τα λεφτά από την αποζημίωση, τα ‘ριξε σε ένα fund με μόνη δραστηριότητα να επενδύει τα λεφτά που συγκέντρωνε σε άλλα funds. Το fund αφού παρακρατούσε προκαταβολικά το δέκα τοις εκατό σαν δικαιώματα απόδοσης της συμμετοχής. Τώρα το καθένα από αυτά τα funds, με την σειρά τους, αφού κρατούσαν και αυτά ένα ποσοστό δέκα τοις εκατό σαν έξοδα διαχείρισης, τα επένδυαν σε κάτι start up. Κάπως έτσι τις λέγανε τις επιχειρήσεις που χρηματοδοτούσαν αυτά τα funds. Ρε παιδιά, δεν ξέρω τι είναι αυτά τα πράγματα και πώς λειτουργούν. Εσείς τα ξέρετε αυτά καλύτερα.”
Με έπιασαν τα γέλια με την αφέλεια του Γιαννάκη.
«Ρένα, με απλά λόγια» της είπα χασκογελώντας «είναι σαν να θέλει κάποιος να πάει σε πουτάvα και δεν δίνει τα λεφτά του απευθείας στην πουτάvα, αλλά σε νταβατζή που δεν έχει πουτάvα στη δούλεψη τους, αλλά συνεργάζεται με άλλους νταβατζήδες που βρίσκουν πουτάvες».
«Να αφήσεις τις σαχλαμάρες εσύ» είπε απευθυνόμενη σε μένα η σύζυγος μου. «Μην τον ακούς Ρένα. Start up companies στην οικονομική ορολογία λέγονται oι αναδυόμενες επιχειρήσεις». Και συνέχισε , λες και η Ρένα της ζήτησε να της κάνει μάθημα .
“Είναι incubated companies που κάνουν fund raising για investments. Ιδρύονται συνήθως από qualified young persons με vision για short term performance και target το entrance στο Stock Exchange»
“Ήρεμα κορίτσι μου” της απάντησε η Ρένα, “dεν κάνεις εταιρική παρουσίαση. Μου θυμίζεις εκείνο τον μ@λάκα τον Manager, που είχες φέρει την Πρωτοχρονιά. Μισά Αγγλικά- μισά Ελληνικά μου μιλούσε ο ηλίθιος. Αχ ο Γιαννάκης μου. Ο Γιαννάκης δεν είναι φαιδρός. Μιλάει σωστά Ελληνικά, χωρίς να φλυαρεί ακατάσχετα. Αυτό το παιδί, να ‘βαζε μόνο λίγο τάξη στη προσωπική του ζωή.”
“Συγγνώμη Ρένα μου, παρασύρθηκα, είπε μετανιωμένη η γυναίκα μου, που κατάλαβε πόσο γελοίος γίνεται κάποιος, όταν προσπαθεί με την χρήση μιας ξένης ορολογίας να εξηγήσει κάτι που μπορεί να εξηγηθεί με πιο απλά λόγια.”
“Τον έπεισε ένα κωλόπαιδο” συνέχισε η Ρένα, “ότι θα είχε υψηλές αποδόσεις σε αντίθεση με τις τράπεζες, που σου παίρνουν τα λεφτά, του έλεγε, χωρίς να σου δίνουν τίποτα και τα δανείζουν σε άλλους με σκοπό εκτός από τους τόκους που τους παίρνουν, να τους παίρνουν στο τέλος και το σπίτι.”
«Μη συνεχίζεις Ρένα μου» την διέκοψα, «κατάλαβα πού πήγε να τζογάρει ο Γιαννάκης. Να ξέρεις, πάντως, ότι είτε σε καζίνο παίζεις, είτε στο Χρηματιστήριο τα βάλεις, είτε δάνειο παίρνεις για να το επενδύσεις σε σπίτι, κερδισμένος να βγεις αποκλείεται. Δικαιολογημένα, λοιπόν, έχασε ό άνθρωπος τα λεφτά του, αφού έμπλεξε με αυτό το σινάφι»
“Ε! τώρα και σύ, τα παραλές. Εν πάση περιπτώσει, σε αυτούς τους απατεώνες έχασε σχεδόν όλα τα λεφτά της αποζημίωσης. Δεν μπορούσα να το χωνέψω Το τι άκουσε δεν λέγεται. Όχι, ότι δεν τα άκουσε και από την γυναίκα του.”
“Α, τον κακομοίρη” είπα για να δείξω την κατανόηση απέναντι σε ένα άντρα που τα ακούει από δύο γυναίκες.
Από αυτά που άκουγα, η αρχική μου εκτίμηση για τον Γιαννάκη ήταν ότι θα επρόκειτο για κανένα ανώριμο τύπο, που δεν θα είχε το χάρισμα της διαχείρισης του χρήματος για την εξασφάλιση ενός αποθεματικού, στερούμενος της πρόνοιας για την κάλυψη των οικονομικών αναγκών του στις δύσκολες εποχές των μνημονίων.
Ο Γιαννάκης, σκέφθηκα, θα είναι από αυτούς που αφήνουν τα χρόνια να περνούν, χωρίς να συμβιβάζονται με το πέρασμα του χρόνου.
Προσωπικά, αυτοί οι ανέμελοι και αδιάφοροι για το χρήμα ή την καριέρα τύποι, πάντα με συγκινούσαν ως πρότυπα ελεύθερης βούλησης.
“Κοντέψαμε να χωρίσουμε παιδιά” μας είπε η Ρένα. “Ρε Αλέξη, βλέπεις ότι το ποτήρι άδειασε. Βάλε και άλλη Tentura, α, ρε Πάτρα, βγάζεις τα καλύτερα κορίτσια, αλλά χωρίς τύχη στη ζωή τους. Η τύχη είναι με αυτές τις πουτάvες πολυτελείας. Ρε σεις, σας κούρασα με τη φλυαρία μου. Μήπως είναι ώρα να πηγαίνω; Άσε καλύτερα μη μου βάλεις άλλη Tentura.”
«Όχι, κορίτσι μου, δεν μας κουράζεις» της απάντησα, γεμίζοντας της εκ νέου το ποτήρι, «η παρέα σου είναι πολύ ευχάριστη».
Καταλάβαινα ότι η στιγμή μιας μεγάλης αποκάλυψης πλησίαζε και δεν ήθελα να χάσω αυτή τη μοναδική ευκαιρία.
Η Ρένα είχε διάθεση να προχωρήσει σε βάθος την εξομολόγηση της. Με έκαιγε να μάθω τι ηλικία είχε αυτός ο Γιαννάκης, που είχε τόσο αναστατώσει την Ρένα μας.
«Αλλά, έλα που του είχα αδυναμία» επέμενε η Ρένα, χωρίς να κάνει καμία νύξη για την ηλικία του φίλου της.
«Δηλαδή» μπήκε στη μέση η σύζυγός μου, «από λόγια δεν έπαιρνε. Σαν τον δικό μου, μήπως και αυτός ακούει; Είναι άλλες βρε παιδί μου, που τους κάνουν ότι θέλουν»
Η Ρένα είχε πιεί τόσο, που αμφιβάλλω εάν έλαβε καθόλου υπόψη την επισήμανση της συζύγου μου.
«θα πεθάνεις βρε» συνέχισε και πάλι η Ρένα, αδιαφορώντας για την αναφορά της συζύγου στο πρόσωπό μου «και κανείς δεν θα σε κλάψει, του έλεγα κάθε μέρα Αλέξη. Θα πας σαν το σκυλί στο αμπέλι. Η πρώτη σου γυναίκα, ούτε που θα πατήσει στον τάφο σου. Δεν ξέρω αν σας το είχα πει, αλλά ο Γιαννάκης είχε και άλλον ένα γάμο πριν από αυτόν που έχει τώρα. Και η δεύτερη, θα έρχεται και θα σε βρίζει που την έχεις φάει τα λεφτά. Και τι μου λέει; -«Να μη με κόφτει. Ζήτησα από σένα ποτέ λεφτά;». Είχα όμως την απορία, που έβρισκε λεφτά και ζούσε. Μέχρι που έμαθα από ένα γνωστό μας μεσίτη, ότι πρόσφατα πούλησε και το πατρικό του στο Κολωνάκι. Προφανώς με τα χρήματα αυτά κάνει την ζωούλα του σήμερα»
Οι αποκαλύψεις ήταν απανωτές. Ώστε είχε και προηγούμενο γάμο ο Γιαννάκης. Μα πότε πρόλαβε, έκανε και δεύτερο; Έχει μάλιστα γιό που εργάζεται. Οι γρήγοροι μαθηματικοί υπολογισμοί μου έβγαζαν ότι ο Γιαννάκης θα πρέπει να ήταν τουλάχιστον πενηνταπέντε χρονών.
Καθότι κόρακας κοράκου μάτι δεν βγάζει- άλλωστε και εγώ είχα ένα προηγούμενο γάμο, δεν είναι δα και το τέλος του κόσμου, εκτός εάν πληρώνεις διατροφή- δικαιολόγησα τον Γιαννάκη, την ηλικία του οποίου ακόμη δεν είχαμε μάθει, λέγοντας ότι είναι σφάλματα μιας λανθάνουσας αντίληψης περί παρατεταμένης νεότητας του υποκειμένου, τα οποία γίνονται μαθήματα κατά τον χρόνο της καθυστερημένης ωρίμανσης.
“Lesson to learn” λέγονται αυτά στην επικοινωνιακή εταιρική argot, συμπλήρωσε η σύζυγος μου, έχοντας αγνοήσει την προηγούμενη σύσταση της Ρένας για την χρήση της κανονικής γλώσσας των ανθρώπων.
“Μπα, αυτός το μόνο που μαθαίνει από τα λάθη του, είναι πώς να κάνει νέα λάθη που του στοιχίζουν περισσότερο από τα προηγούμενα. Του είχε η φαρμακευτική εταιρεία που εργαζόταν συνταξιοδοτικό πρόγραμμα ασφάλισης με καταβολή αποζημίωσης από παρακρατήσεις του μισθού του, την οποία θα έπαιρνε σε περίπτωση μόνο συνταξιοδότησης από την εταιρεία του, και με το που απολύθηκε από την εταιρεία, χωρίς να πάρει τίποτα από την ασφαλιστική, πάει και κάνει νέο πρόγραμμα συνταξιοδοτικό, για σύνταξη την οποία θα έπαιρνε στα εβδομήντα πέντε του, με την προϋπόθεση ότι το κεφάλαιο που θα επένδυε η ασφαλιστική σε ομόλογα θα είχε μια απόδοση τουλάχιστον ίση με την απόδοση των κρατικών ομολόγων των οκτώ χωρών του Group 8 από τον χρόνο της επένδυσης μέχρι τον χρόνο της συνταξιοδότησης. Και εάν στην ασφαλιστική δεν επιτύγχαναν τον στόχο της απόδοσης, θα έπαιρνε πίσω το κεφάλαιο που κατέθεσε μείον το κόστος διαχείρισης και το κόστος της ζημιάς από την διαχείριση των ομολόγων. Κοινώς τα αρxίδια του.”
Οι ιστορίες των απατεώνων του λευκού κολλάρου πάντα με έλκυαν. Δεν ήθελα όμως να ρίξω λάδι στη φωτιά εισερχόμενος σε βαθύτερες λεπτομέρειες και έτσι προσπάθησα να επουλώσω τα ψυχικά τραύματα της φίλης μας της Ρένας.
– Έλα βρε Ρένα και εσύ. Δώσε στον Κύριο Γιάννη- ντρεπόμουνα να τον πω Γιαννάκη, όπως εκείνη τον έλεγε συνεχώς- τον απαιτούμενο χρόνο συνέτισης που κάθε άνθρωπος χρειάζεται.
-Από τότε που τον γνώρισα μόνο χρόνο δίνω. Μήπως και έβαλε μυαλό τώρα που μεγάλωσε και άλλο. Τέλος πάντων. Και σαν μην έφταναν όλα αυτά. Έχει και ένα πρόβλημα υγείας, που θέλει φροντίδα. Ευτυχώς η δεύτερη σύζυγος του τον φροντίζει και δεν τον έχει πετάξει έξω από το σπίτι.
«Τέτοιο ζώο είναι” πετάχτηκε σύζυγος μου, πάνω στην κορύφωση της αγανάκτησης, χωρίς να εισπράξει την αποδοχή μου.
Η Ρένα είχε αποκάμει από τις συνεχείς αναφορές στα λάθη του βίου του Γιαννάκη και έγειρε νωχελικά στον καναπέ.
Επικράτησε ένα μικρό διάστημα σιωπής. Δεν τόλμησα να την ρωτήσω, ούτε πόσο χρονών είναι ο Γιαννάκης, ούτε φυσικά τι πρόβλημα υγείας είχε. Το τακτ στη συμπεριφορά ενός αριστερού μικροαστού, είναι βασικό γενετικό υλικό στη γονιδιακής αλυσίδα της κοινωνικότητας του.
Την ρώτησα όμως, πώς περνάει την μέρα του ο Γιαννάκης και εάν η έλλειψη προσωρινής απασχόλησης τον έχει επηρεάσει ψυχολογικά ιδιαίτερα σε μια ηλικία, που άλλοι άνδρες κάνουν καριέρα.
“Γιατί, μήπως και τον νοιάζει που δεν έχει δουλειά;” μου απάντησε. “Μήπως παλιότερα τον ενδιέφερε να κάνει καριέρα. Αυτός, αγόρι μου, ξυπνητήρι στην ζωή του πότε δεν έβαλε. Και όπου εργαζόταν, όσο έμενε δηλαδή σε μια δουλειά, γιατί σε δουλειά δεν σταύρωνε, τους είχε ξεκαθαρίσει να μην τον πιέζουν με την ώρα προσέλευσης. Για να μην πολυλογούμε, σήμερα που κάθεται, νωρίτερα από τις δέκα το πρωί στο τηλέφωνο δεν τον βρίσκεις. Μετά πάει και παίζει το τένις του στον Αθλητικό όμιλο της περιοχής και όταν τελειώσει κάνει τα spa και τα μασάζ του. Φρέσκος-φρέσκος μετά τον όμιλο, συναντιέται με κάτι άλλα ρεμάλια σαν αυτόν, πίνουν τα ούζα τους και γυρίζει αργά το μεσημέρι για ύπνο. Τα απογεύματα παίζει bridge σε μία λέσχη του Ψυχικού, ε και τα βράδια εάν δεν βγει μαζί μου κάθεται και διαβάζει. Α! Να πω και τα καλά του. Ο Γιαννάκης μου είναι στοχαστής. Διαβάζει πολύ, είναι αλήθεια αυτό, αλλά τι να το κάνεις ρε γαμώτο”. (γμτ για τους νεότερους αναγνώστες).
Το προφίλ του φίλου της γειτόνισσας μας της Ρένας είχε σχεδόν πάρει την τελική του μορφή. Μου έλειπε μόνο να λύσω το γρίφο της ηλικίας του.
Μπορεί να ήτανε συνομήλικ;oς της, άντε και λίγο μεγαλύτερος της και να είχε περάσει κανένα μικρό έμφραγμα, σύνηθες στην ηλικία των πενήντα και σε ανθρώπους που βιώνουν το stress ενός διαζυγίου, την μηνιαία διατροφή, το βάρος ενός δεύτερου γάμου και την απώλεια της εργασίας του.
Αν, μάλιστα, είχε μικροπαντρευτεί και χωρίσει θα μπορούσε ο γιός του από τον δεύτερο γάμο, να είχε πιάσει ακόμη και δουλειά.
Και όσο για την άτακτη ζωή που ζούσε μετά την εργασιακή αποδέσμευση του, είχε φαίνεται και την ανοχή της Ρένας, η οποία στο κάτω-κάτω, δεν είχε οικονομική ανάγκη για να περιμένει από τον σύντροφό της να την ζει.
Η απορία μου, λοιπόν, για την ηλικία του Γιαννάκη παρέμενε άλυτη.
Πέρασε κάποιο διάστημα από εκείνη την τελευταία μας, γεμάτη εξομολογήσεις, συνάντηση και θα ήταν βράδυ, που τόσο ο καιρός όσο και η απουσία των λοιπών ενοίκων από τις βεράντες τους, προσέφεραν τις ιδανικές συνθήκες για να καθίσει κάποιος έξω από το διαμέρισμα και να διαβάσει ένα βιβλίο, χωρίς να πέφτουν πάνω του τα αδιάκριτα μάτια των γειτόνων, που περίεργοι όντες σίγουρα θα τον ρωτούσαν τι διάβαζε- γιατί αποκλείεται να μην έσκυβαν να τον δουν με τι ασχολείται- και είναι βέβαιο ότι από πίσω, είτε θα σχολίαζαν το θέμα του βιβλίου εάν τυχόν το είχαν υπόψη τους- πράγμα δύσκολο, γιατί ελάχιστοι διαβάζουν σήμερα-είτε θα λοιδορούσαν τον φιλομαθή γείτονα τους ως ευρισκόμενο εκτός πνεύματος της ηλεκτρονικής εποχής.
Θα ήταν κοντά δέκα η ώρα λοιπόν, ώρα που συνήθως οι ένοικοι θα παρακολουθούσαν την συνέχεια κάποιας τηλεοπτικής σειράς, ώστε αποχαυνωμένοι να πέσουν στη συνέχεια στο κρεββάτι και να περιηγηθούν με την χρήση των κινητών τους στα κοινωνικά εγχώρια δρώμενα, προκειμένου να πάρουν το μέρισμά τους από την χαρά των celebrities, οι οποίοι δεν θέλουν να την κρατάνε για τον εαυτό τους, αλλά να την μοιράζονται με τους ακολούθους τους.

Στερούμενος της επιθυμίας λήψης του μερίσματος ευτυχίας που διανέμουν διάφοροι επώνυμοι και εγχώριες διασημότητες στους ακολούθους τους, και καθισμένος στη βεράντα του σαλονιού στον πρώτο όροφο- ήταν μέσα καλοκαιριού η εποχή, με ένα δροσερό αεράκι να έρχεται από την Πεντέλη-είδα έναν όμορφο ηλικιωμένο Κύριο, με κατακόκκινο από τον ήλιο πρόσωπο γεμάτο υγεία και πανέξυπνα μάτια να πλησιάζει την είσοδο της πολυκατοικίας.
Και να στέκεται, μάλλον περιχαρής, έτοιμος προφανώς να συναντήσει κάποιον η κάποια από τους ενοίκους μας.
Από το σημείο που καθόμουνα είχα όλη την άνεση, χωρίς να γίνομαι αδιάκριτος, να ρίχνω κλεφτές ματιές στην είσοδο- κάνοντας ταυτόχρονα ένα μικρό διάλλειμα από την ανάγνωση κάποιου πολιτικού δοκιμίου που αφορούσε την κρίση στην ευρωπαϊκή αριστερά – για να δω ποιος η ποιοι από την πολυκατοικία μας θα συναντούσαν αυτόν τον όμορφο Κύριο.
Ο αναμένων Κύριος με κορμοστασιά που ανέδυε περηφάνεια και άνεση αριστοκρατίας, φορώντας ένα άσπρο λινό παντελόνι, πουκάμισο θαλασσί ανοικτό μισάνοιχτο στο στήθος, και ένα blazer βαμβακερό (Φοριέται έντεκα μήνες τον χρόνο λένε οι υφασματέμποροι) με μαντηλάκι κόκκινο στο πέτο, ηλικιακά έδειχνε ότι θα κόντευε τα εβδομήντα.
Ανέμιζαν τα λιγοστά ψαρά μαλλιά του από το ελαφρύ αυτό καλοκαιριάτικο αεράκι. Στο ένα χέρι κρατούσε το κινητό και στο άλλο ένα πούρο, που δεν είχε ανάψει.
Αυτούς που περίμενε να κατέβουν, φαίνεται ότι καθυστερούσαν και είδα τον ευειδή Κύριο να αρχίζει να βαδίζει πάνω –κάτω με ασυνήθιστα νεανική νευρικότητα. Η αδημονία της επικείμενης συνάντησης ηλέκτριζε την ατμόσφαιρα της γειτονιάς μας.
Σε κάποια στιγμή τα βλέμματά μας, του άγνωστου κυρίου και του δικού μου συναντήθηκαν. Τον ρώτησα, ευγενικά φυσικά, αν μπορώ να τον εξυπηρετήσω και αφού με ευχαρίστησε, με την αστική ευγένεια ενός άντρα ανάλογη της άψογής του ενδυμασίας, μου είπε ότι περιμένει να κατέβει η Ρένα.
Και ενώ με την διακριτικότητα που αρμόζει σε ένα αριστερό, μπήκα μέσα στο διαμέρισμα για να μη νομίσουν ότι τους παρακολουθώ, με την περιέργεια που χαρακτηρίζει κάθε μικροαστό, κοίταζα μέσα από τις γρίλιες του παραθύρου πότε θα κατέβει η Ρένα.
Και πράγματι σε λίγο κατέβηκε η Ρένα, φορώντας ένα πανέμορφο λευκό φόρεμα και κρατώντας στα χέρια της μια μικροσκοπική Louis Vuitton.
Φιλήθηκαν στα γρήγορα-αφού πρώτα η Ρένα έλεγξε μήπως την κοιτάζει κανείς από κανένα μπαλκόνι- αλλά στο στόμα. Tον έπιασε αγκαζέ και έφυγαν μαζί.
«Σίγουρα, θα είναι ο φίλος της Ρένας» σκέφθηκα. «Είναι ένας αξιοπρεπής κύριος και απορώ γιατί τον λέει Γιαννάκη» συνέχισα τον συλλογισμό μου.
Πέντε μέτρα πιο πέρα στο πεζοδρόμιο, εκεί που το φως δεν φέγγιζε πολύ καλά, ό άγνωστος προηγουμένως σε μένα και αρχικά αξιολογηθείς σοβαρός κύριος, την έπιασε από την μέση και σαν σε χορευτική κίνηση νεαρού ερωτευμένου, πέρασε μπροστά της και προσπάθησε να την φιλήσει εκ νέου στο στόμα.
Σαν κοριτσόπουλο η Ρένα, τραβήχτηκε για λίγο πίσω, κοίταξε γύρω της και, αφού βεβαιώθηκε ότι δεν υπήρχε κανένας μάρτυρας να καταγράψει το συμβάν στο ποινολόγιο του καθωσπρεπισμού, τον αγκάλιασε από τον λαιμό και τον φίλησε με πάθος.
Και αυτός, μα που τη βρήκε την δύναμη, την στριφογύριζε, πότε αριστερά πότε δεξιά, πάντα κρατώντας την από την μέση.
Και στιγμές-στιγμές και οι δύο κοιτούσαν προς την βεράντα της πολυκατοικίας, να βεβαιωθούν ότι κανένας δεν τους παρακολουθούσε.
Πόσο λάθεψαν και οι δύο! Δεν είχαν προστατευθεί από εμένα, τον αόρατο μάρτυρα της ευτυχίας ενός αντισυμβατικού έρωτα.
Να συζητήσω το γεγονός με την γυναίκα μου η με τους φίλους μου που ορέγονταν την Ρένα, προβληματίστηκα προς στιγμή.
Μπα, όχι. Σε κανένα, ούτε στην γυναίκα μου την ίδια, δεν θα αποκάλυπτα, ποιος ήταν αυτός ο Γιαννάκης.
Άλλωστε, πώς να τον περιγράψεις; Σαν ένα αιώνιο έφηβο.
Όχι, όχι. Ο Γιαννάκης δεν είναι ένας παλιμπαιδίζων ηλικιωμένος Κύριος.
Είναι ο ώριμος εραστής, μιας ποθητής Κυρίας.
Και αυτός ο φίλος , ο «Ποιητής» Χάρης Αγνώστου, πριν δει αυτή την τελευταία σκηνή, με αυτά μόνο που είχε ακούσει από μένα , γιατί βιάστηκε να γράψει ότι:
«Στην άσκεφτη επιθυμία τους να φέρουν πίσω χρόνια της νιότης
ξέχασαν ότι και οι εραστές γερνάνε»
Χάρη, αυτοί οι εραστές, σαν τη Ρένα και τον Γιαννάκη, δεν γερνάνε ποτέ.
Υ.Γ.1 H photo είναι από το Google. Ο Γιαννάκης και η Ρένα είναι υπαρκτά πρόσωπα, όπως ήταν και η μεταξύ τους σχέση υπαρκτή. Οι μεταξύ μας διάλογοι έχουν υποστεί «λογοτεχνική» παραλλαγή στα όρια της ακρότητας. Η Ρένα μετακόμισε από την πολυκατοικία ένα καλοκαίρι, την εποχή που οι περισσότεροι ένοικοι απουσιάζαμε. Μας άφησε ένα λιτό αποχαιρετιστήριο σημείωμα, χωρίς να αναφέρει αυτά τα μελοδραματικά «Να μην χαθούμε» ή «Θα σας περιμένω στην Πάτρα». Από τότε που έφυγε, δεν την ξανασυναντήσαμε ούτε ποτέ μιλήσαμε και στο τηλέφωνο. Είχε αλλάξει μέχρι και αριθμό τηλεφώνου.
Υ.Γ.2 Στα σύννεφα κάθε μικρής ιστορίας κρύβονται άγνωστα γεγονότα η συμβάντα- που υπενθυμίζουν ότι ο εφιάλτης καραδοκεί να διαλύσει την φαντασία του ιδανικού τέλους της. Ο Γιαννάκης σήμερα φιλοξενείται με μέριμνα των φίλων του στο Γηροκομείο των Αθηνών. Η Ρένα είχε μια κόρη 23 ετών, από κάποιο άλλο προηγούμενο γάμο της, την οποία ποτέ δεν μας ανέφερε και ούτε ποτέ την αντιληφθήκαμε να έρχεται στην πολυκατοικία μας. Οι πληροφορίες από γνωστούς ανέφεραν ότι σκοτώθηκε σε δυστύχημα ενός extreme sport σε αμερικάνικη πόλη. Το γεγονός αυτό επηρέασε δραματικά την ψυχική υγεία της Ρένας.
(Αγαπητέ φίλε, είσαι πάντα απολαυστικός. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου.)
Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου
Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net για να συνεχίσει να υπάρχει μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

