Έρωτας στην Κρήτη

Το νέο μυθιστόρημα της Παγώνας-Λάουρας Ζούγρη φλερτάρει με τη φιλοσοφία και τον υπερρεαλισμό σημειώνοντας μία Στροφή εφάμιλλη με αυτή του Σεφέρη για τη γενιά του ’30. Παράλληλα δίνει νέο προσανατολισμό στις εκδόσεις ‘’Μούρλεκιν’’. Ο έρωτας αποκτά άλλη διάσταση, ουδόλως σαρκική. Είναι ο έρωτας του Ωραίου και του Υψηλού. Της Δύσης, της Ελλάδας, του Πολιτισμού. Αναδιατυπώνει το αίνιγμα της Σφίγγας και απαντά. Όποιο κι αν είναι το ερώτημα, η απάντηση είναι: Ευρωπαίος.

Ο Αλί Τρισαλί, άγνωστος γιος του Μουαμάρ Καντάφι με μια Βεδουίνα, ήταν 5 ετών όταν ο πατέρας του είχε το μαρτυρικό τέλος που του άξιζε και έφερε έκρηξη ενθουσιασμού σ’ όλον τον πολιτισμένο κόσμο- του Διαφωτισμού και της Αναγέννησης- κατ’ εξαίρεσιν και σε μερικούς φύλαρχους που δε χάνουν την ευκαιρία να εκμεταλλευτούν βάναυσα τη δυτική φιλοτιμία για εξαγωγή δημοκρατίας.

Μόλις ενηλικιώθηκε το ορφανό παιδί, παρουσιάστηκε ένα βράδυ στον ύπνο του ο πατέρας του, Μουαμάρ, με περικεφαλαία και χλαμύδα. Ο Μουαμάρ, παράλληλα με τις σπουδές του στη Στρατιωτική Ακαδημία της Βεγγάζης, μελετούσε την ελληνική αρχαιότητα και θαύμαζε την Ελλάδα. Η ιστορική του φιλία με τον Ανδρέα Παπανδρέου, ενίσχυσε αυτό το αίσθημα. Αποκάλυψε στο όνειρο του παιδιού όλη την αλήθεια για τους μυστικούς δεσμούς της πατρίδας του με την κοιτίδα του πολιτισμού. Η Λιβύη ήταν κάποτε μια όμορφη κόρη, εγγονή του Έλληνα θεού Δία. Ο πατέρας της, Έπαφος, που είχε πολλές επαφές με όλον τον τότε γνωστό κόσμο, ερωτεύτηκε μια Αιγυπτιοπούλα, τη Μέμφιδα και γέννησε τη μικρή Λιβύη.

Ο Μουαμάρ, μετά την αποκάλυψη αυτής της βαριάς μυθ-ιστορικής αλήθειας, παρέδωσε την περικεφαλαία στον Αλί μαζί με το αδυσώπητο ιστορικό χρέος.

Ο Αλί ξύπνησε με μια γαλήνια αναστάτωση, με μια ταραγμένη ηρεμία, με μια δόνηση πολιτισμένης βαρβαρότητας, ένα αίσθημα βαρβαρικής ευγένειας και μια περικεφαλαία στο χέρι. Ήταν ένα αληθινό όνειρο ή μια ονειρική αλήθεια; Η απορία πώς έγινε η κόρη χώρα τον τυράννησε για λίγες μέρες, καθώς και η παρουσία της περικεφαλαίας που έφερε εσωτερικό καρτελάκι made in China. Δε γνώριζε ο αφελής αμόρφωτος Βεδουίνος ότι κάποτε, πολύ παλιά, οι γυναίκες δεν πέθαιναν. Γίνονταν λίμνες, δέντρα, θάλασσες, πουλιά και μπορούσες μέσα τους να κολυμπήσεις, να φας τους καρπούς τους, ν’ ακούσεις κελαηδήματα. Όπως δεν είχε ιδέα ότι και τα όνειρά μας made in China είναι.

Όταν οι απορίες του Αλί χωνεύτηκαν αναπάντητες, ξύπνησε μέσα του μια λαχτάρα. Μια έξαρση γονιδιακή, μια σπίθα ενός πρωτόγνωρου οδυσσεικού δαιμονίου. Πήρε κρυφά τη σκάφη που έπλενε τα ρούχα η μάνα του και ρίχτηκε στο λιβυκό πέλαγος. Οι περιπέτειες του Αλί στη μανιασμένη θάλασσα θα μπορούσαν να συνθέσουν μεγαλειώδες έπος, αν υπήρχε ένας Όμηρος. [Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία]

Εν τέλει, τα κύματα ξέβρασαν τη σκάφη με τον ημιθανή Αλί στην Κρήτη.

Η συνέχεια στο βιβλίο…

Αν και ο πιτσιρίκος έκανε χοντρό σπόιλερ. Ναι, ο Αλί είναι ο πάμπλουτος, περιζήτητος γαμπρός της Κρήτης. Και δεν είναι μόνο το χρήμα που τον έκανε αξιέραστο. Είναι και η ελληνική του ρίζα. Χρήμα και εθνικό μεγαλείο πάνε πακέτο.

Φιλιά

Μερόπη

(Αγαπημένη Μερόπη, αν είχα διαβάσει το κείμενό σου πριν γράψω το δικό μου, ο Αλί δεν θα ήταν πρόσφυγας που κέρδισε το Joker. Η συνέχεια θα ήταν κάπως έτσι, όπως λέει ο καλύτερός μου φίλος:

Ο ΞΕΒΡΑΣΜΕΝΟΣ ΞΕΝΟΣ

“Ο Αλί Τρισαλί βρέθηκε στο πρώτο φως της μέρας πάνω σ’ έναν αφρισμένο βράχο της Μεσαράς, με την περικεφαλαία πλάι του σαν σκουριασμένο όραμα. Οι πρώτοι που τον αντίκρισαν ήταν δυο Κρητικοί κτηνοτρόφοι, που μόλις είχαν μαζέψει τα πέντε εκατομμύρια γίδια τους, και τον μπέρδεψαν με αρχαίο άγαλμα ή μετενσάρκωση κάποιου παλιού Κρητικού μύθου. Ο ένας, μάλιστα, πιο διαβασμένος, ορκιζόταν ότι ήταν ο Γλαύκος, γιος του Μίνωα, που αναστήθηκε επιτέλους γιατί κάποιος βρήκε τη σωστή συνταγή από μέλι και χολή.

Ο Αλί, εν τω μεταξύ, ανάσαινε με κόπο, μιλούσε σπαστά ελληνικά (προφορά κυρίως από τα τραγούδια του Σφακιανάκη που είχε ακούσει μικρός στο ραδιόφωνο ενός φορτηγατζή που περνούσε από το χωριό του). Ήξερε λίγες λέξεις: «Ζευς», «πατρίδα», «δικαιοσύνη», και «κατσίκι». Ήταν αρκετές. Για να πάρει επιδότηση από τον ΟΠΕΚΕΠΕ.

Οι Κρητικοί τον περιμάζεψαν, του ‘δωσαν ρακή, του ‘δωσαν ζεστό γάλα, του ‘δωσαν και μια αλλαξιά ρούχα: μια φόρμα τρακτέρ και ένα μπλουζάκι που έγραφε «Μάνα είναι μόνο μία – Η Παναγία». Ο Αλί τους είπε για το όνειρο, για τον Μουαμάρ, για τη Λιβύη που ήταν κάποτε γυναίκα και τώρα είναι χώρα, για την περικεφαλαία made in China. Οι Κρητικοί τον άκουσαν με απόλυτη κατανόηση. «Κι εμείς τα ίδια περνάμε, αδερφέ» είπε ο γεροντότερος και του χάρισε το κομπολόι του.

Μέρες μετά, ο Αλί άρχισε να γυρνά από χωριό σε χωριό. Έλεγε ιστορίες – μύθους, όνειρα, πράγματα που δεν είχαν ειπωθεί ποτέ, αλλά όλοι καταλάβαιναν πως ήταν αληθινά. Τον βάφτισαν «ο Ξένος που θυμάται». Τα παιδιά τον ακολουθούσαν, οι παππούδες τον προσκαλούσαν να πιει στο καφενείο, οι γυναίκες τον κοιτούσαν με ένα μείγμα μητρικής τρυφερότητας και υπαρξιακής περιέργειας.

Μια μέρα, σε ένα πανηγύρι στη Ζάκρο, ο Αλί φόρεσε την περικεφαλαία και χόρεψε πεντοζάλη με κάτι γεροντάδες ντυμένους Μινωίτες. Εκεί, μπροστά στον πέτρινο βωμό ενός θεού που κανείς δεν θυμόταν πια, έδωσε τον πρώτο του όρκο:

«Θα ξαναφτιάξω τη Μεσόγειο όπως ήταν πριν τις σημαίες, πριν τα τείχη, πριν τα κράτη. Με μαντινάδες, με δίκες στην πλατεία, με θεούς που δεν ζητάνε αίμα αλλά κρασί.»

Και τότε όλοι κατάλαβαν ότι αυτός δεν ήταν απλώς ένας μετανάστης, ούτε καν απόγονος ενός δικτάτορα. Ήταν κάτι πολύ πιο επικίνδυνο:

Ένας άνθρωπος με αποστολή.”

Μερόπη, η τεχνητή νοημοσύνη θα γίνει ο καλύτερος μας φίλος, σε έναν κόσμο που περισσεύει η φυσική ηλιθιότητα. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.