Με παρέσυρε το ρέμα
Φίλε πιτσιρίκο,
Ξεκίνησα να σου γράφω για λόγους εκτόνωσης και ψυχοθεραπείας, προσπαθώντας όμως συνάμα να δώσω ένα περίγραμμα της πραγματικότητας, έτσι όπως την αντιλαμβάνεται η ασημαντότητα του εγγονού κάποιου κολλήγα, γιου βιοπαλαιστή, που δεν είχε ποτέ του τη φιλοδοξία να λάβει μέρος στο βλαχοσήριαλ της νεόπλουτης γενιάς του -όπως εύστοχα είπε κάποτε ο σύγχρονος Καβάφης και πρωταγωνιστής του εν λόγω σήριαλ Τζιμάκος- είχε όμως πάντα την παράλογη, όπως αποδείχτηκε, αξίωση, να πάψει να ζει σα λαθρομετανάστης εισβολέας στα τσιφλίκια των Καραμανλήδων, των Κεφαλογιάννηδων, των Βαρβιτσιώτηδων, των Μητσοτάκηδων και τόσων άλλων…
Είχα σκοπό να περιγράψω σε κάποια κείμενα, την ανθρωπογεωγραφία του τόπου που όλη η υφήλιος αποκαλεί Γραικία, εκτός από τους μόνιμους κατοίκους της βαλκανικής αποικίας, που σε πείσμα όλων καμαρώνουν γιατί «μένουν Ελλάδα».
Και τρώνε φρίκη, όταν όλος ο κόσμος αποκαλεί «Μακεδονία» το γειτονικό προτεκτοράτο, σε βαθμό που ο Alexis να στερεί τη Γ.Σ. του ΟΗΕ από την παρουσία του, στην οποία σίγουρα θα εστίαζε ο τηλεοπτικός φακός, θεωρώντας ότι το αγραβάτωτο βλαχαδερό μπήκε κατά λάθος στην αίθουσα, ψάχνοντας για κανένα πατσατζίδικο στους δρόμους της Νέας Υόρκης.
Λησμονώντας ή αγνοώντας, ότι αυτό ήταν το όνομα του νοτιότερου γιουγκοσλαβικού ομόσπονδου κρατιδίου, τουλάχιστον εδώ κι εβδομήντα χρόνια, χωρίς αυτό να ενοχλεί κανέναν· απ’ το επίσημο ελληνικό κράτος τουλάχιστον.
Και θα το κάνω – δεν ξεστρατίζω απ’ το σκοπό μου – όσο μου δίνεις λίγο χώρο για να φλυαρήσω, στο βαθμό βέβαια που κάτι έχω να πω κι όσο μου το επιτρέπουν ο χρόνος, τα φθινοπωρινά κρυολογήματα που ταλαιπωρούν το φιλάσθενο κορμί μου – ξέρεις, αυτά που οι άλλοι τα περνάνε στο πόδι κι εγώ είμαι σα να δίνω μάχες στα μαρμαρένια αλώνια σαν με πιάνει αυτός ο καταραμένος κωλόβηχας, σα φυματικός σε τελικό στάδιο ένα πράγμα – κι η διάθεσή μου να κοινωνήσω τις σκέψεις μου, φροντίζοντας να μην κουράζω με γραπτά ξεκομμένα από το γίγνεσθαι.
Ελπίζοντας, να μην ξεστρατίσεις κι εσύ απ’ το σκοπό σου κι αρχίσεις μετά τις άσεμνες φωτογραφίες με τις πατούσες σου, που προκάλεσαν ρίγη συγκίνησης στους ανά τη επικράτεια ποδολάγνους, να δημοσιεύεις και τίποτα φωτογραφίες, στις οποίες θ’ αχνοφαίνεται το μόριο του poutserman, κι αρχίσουν οι αναγνώστριες να σκίζουν καλτσόν και φλέβες μπροστά στα λάπτοπ.
Βέβαια, για την κάλυψη των εισφορών του ΤΕΒΕ είναι κι αυτό μια κάποια λύσις.
Ρίχνεις δυο τρεις ακόμα διηγήσεις με καβλέ υπονοούμενα, τσιμπάνε καμιά δεκαριά ρουβίτσες, άλλες τόσες λυσσάρες, περίεργοι, μαλάκες, λιγούρια, βιτσιόζοι και στερημένοι ψάχνουν πώς και πώς κάτι τέτοια, ε, αν δω κι εκείνο το φιλαράκι (που τόσο πολύ γουστάρω να διαβάζω) να σου γράφει «κομπανιέρε πιστιρίκο, κάβλ’ αρ γιου;», θα πιάσω κι εγώ το υπονοούμενο και θ’ αλλάξω βιολί.
Κι αν τη βγάλω στη ζούλα κι αυτό το μήνα – γιατί έτσι όπως καταντήσαμε στη ζούλα τη βγάζουμε, μήνα με το μήνα˙ μην κοιτάς τον Επίκουρο, αυτός ούτε νοίκια είχε, ούτε κοινόχρηστα, ούτε ΤΕΒΕ, ούτε λογαριασμούς, ούτε επιταγές˙ ζάχαρη την έβγαζε, εμείς τη βγάζουμε με τα ψέμματα -, θα σου γράψω ένα σενάριο βασισμένο στη θεία έμπνευση που είχες σχετικά με τον μπακάλη τον Βούτση, να τρίβεις τα μάτια σου.
Το εμπνεύστηκα όταν σταμάτησα να κατουριέμαι στα γέλια διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας το κείμενό σου.
Πάνω κάτω, το στόρυ είναι το εξής: ο μπακάλης Βούτσης, ερίζει μέσα στο μεγάλο μπακάλικο της Βουλής με τον μπακαλόγατο Μιχελογιαννάκη, για τα μάτια της Μισέλ.
Σφήνα ανάμεσά τους, μπαίνει ο «αγωνιστής» Ψαριανός, ο οποίος παίρνοντας πτυχίο μετά από 42 χρόνια ενδελεχούς μελέτης στη λάσπη και την αλητεία και κατόπιν μαθητείας στο σχολαρχείο του Ράμφου, ομού μετά της Λιακουνάκενας και λοιπών φιλοσοφούντων, έμαθε να λέει το «μουνί» «αιδοίο» κι αποφασίζει να την πέσει κι αυτός στη βαφτισιμιά του Κοκού.
Στο ρόλο της προξενήτρας η Θεανώ που, καθώς λιγουρεύεται τα εδώδιμα αποικιακά αχαμνά του μεγαλομπακάλη, προσπαθεί με πίτες, γεμιστά και μαρμελάδες να τον ρίξει, μπας και νιώσει χαρά στα σκέλια της, ψιθυρίζοντάς του στο αυτί, ότι η Μισέλ είναι τζιβιτζιλού.
Δε σου λέω παραπάνω λεπτομέρειες, για να σε κρατάω σε αγωνία. Θα σου αποκαλύψω μόνο την τελευταία σκηνή:
Καθώς ανέμελος μελετάς στην ερημική παραλία το λογαριασμό της κινητής τηλεφωνίας, συνειδητοποιείς ξαφνικά, ότι το ωοειδές σχήμα στο χαρτί δεν είναι ζωγραφιά, για να δικαιολογήσουν τις επιπλέον χρεώσεις, αλλά η σκιά απ’ τ’ αμελέτητα του Μιχελογιαννάκη.
Ο οποίος στέκεται μπροστά σου ολόγυμνος, μασουλώντας νωχελικά, λίγα στραγάλια απ’ αυτά που του ξέμειναν από την απεργία πείνας στο Σύνταγμα.
Ο ομορφάντρας μπακαλόγατος, στέκεται κει «μοναχός κι ολόλαμπρος», που θα έλεγε ο ποιητής, έτοιμος να σε παρασύρει σε μονοπάτια ηδονής πρωτόγνωρης, πρωτόγονης κατά μία έννοια.
Οι ηλιαχτίδες αντανακλώνται ομοιόμορφα καθώς πέφτουν στο φαλακρό του πουτσοκέφαλο – το πάνω, το γεμάτο σοφία από τη μελέτη και ψήφιση τριών μνημονίων, στα οποία είναι τόσο διαμετρικά αντίθετος. Το λάγνο βλέμμα του, το λαμπερό του χαμόγελο, που λες κι είναι βγαλμένο από διαφήμιση ΚΟΛΥΝΟΣ, το θεληματικό του πηγούνι, και το απολλώνειο κορμί του, σε μαγνητίζουν μεμιάς.
Όταν με τον αισθησιακό τόνο της φωνής του, σε καλεί για παρτούζα με τον αρχιμπακάλη Βούτση και την πλανεύτρα Θεανώ που παιχνιδίζουν ερωτικά τα καυτά, αλαβάστρινα, γυμνά κορμιά τους στην ακροθαλασσιά, βρίσκεσαι αντιμέτωπος με το μεγάλο δίλημμα (και κλείνει εδώ το έργο, μένοντας σε soft επίπεδα, αφήνοντας το θεατή με το ερώτημα): τον κόβεις σύριζα και τον πετάς στα σκυλιά ή σε φέτες και τον τρώνε οι γάτες; (Η άμμος που λέρωσαν οι κώλοι απ’ τα παραπάνω κήτη, χάρισμά σου. Μην κάνεις καμιά πλάκα και μας τη στείλεις τάχα για δώρο).
Σε μια πιο hardcore εκδοχή, ακόμα πιο ντεκαβλέ, θα μπορούσαμε να βάλουμε όλους τους παραπάνω να γυρίζουν τις «9,5 εβδομάδες» επί το ελληνικότερον, σε μια πιο βουκολική έκδοση, ξαπλώνοντας καμιά προβατίνα ή έστω μια σπληναντεριά στο αγαλματένιο κορμί της Θεανούς, πασαλείβοντάς το με τζατζίκια και γαλοτύρια, σαβουρώνοντας κατόπιν τα κοψίδια με μουσική υπόκρουση κλαρίνων που θα παιανίζουν το σκοπό της «σβαρνιάρας» κι αφού πέθανε ο Τζο Κόκερ, βάζουμε τον Τέρη Χρυσό να το τραγουδήσει, να ενισχύσει και τον προεκλογικό αγώνα του γιου του.
Στο φόντο, κάπως παράμερα, κρατώντας το φανάρι να φέγγει στο πουτσοσκόταδο, περιμένει καρτερικά ο Βασίλης Λεβέντης να πάρει κι αυτός μέρος στην παρτούζα και το φαγοπότι, καθώς βαρέθηκε τόσα χρόνια να μένει με την πίτσα στο χέρι.
Προς το παρόν, θα σε παρακαλούσα, αν δεν είναι μεγάλος κόπος για σένα, να βάλεις τα δύο κείμενα που σου έστειλα (την «Ανανεωτική αριστερά» και τον «Homo Pasocus») σ’ αυτό το tags (που δεν ξέρω τι ακριβώς σημαίνει, αλλά τεσπα, εκεί βρίσκω μαζεμένα τα κείμενα του Ηλία εξ’ Εσπερίας, που πολύ γουστάρω να διαβάζω κι αν ποτέ διαβάσει το κείμενό μου, θα ήθελα πολύ να συνεχίσει τις περιγραφές του για την κοινωνική κατάσταση στα μέρη που ζει), γιατί εκτός του ότι δεν ξέρω αν και πού τα έχω αποθηκεύσει, θα ήθελα να συνεχίσω την αφήγησή μου, χωρίς να αφήνω κενά, αλλά και χωρίς να κουράζω επαναλαμβάνοντας πράγματα που έχω ήδη γράψει.
Για να σταματήσει η γκρίνια για τη δήθεν κατάντια και μεταστροφή του ΣΥΡΙΖΑ, που είχε τόση σχέση με την Αριστερά όση ο πούτσoς μου με την Αστρονομία.
Γιατί αυτοί οι αγύρτες δεν κάνουν τίποτε άλλο, απ’ αυτό που κάναν τόσα χρόνια, παριστάνοντας δήθεν τους συνοδοιπόρους, επειδή έτυχε απλά να περπατάνε στους ίδιους δρόμους μ’ εμάς.
Και στην Κυβέρνηση και στην Αντιπολίτευση, τις ίδιες πουστιές θα κάνουν, αυτές τις ίδιες που κάναν χρόνια τώρα, παριστάνοντας τους κλεφταρματολούς.
Την Δευτέρα Αρματολοί, στην υπηρεσία του Αγά, ψηφίζοντας μνημόνια, κονομώντας από εργολαβίες κι αργομισθίες, και την Τρίτη Κλέφτες, στο πλευρό του δοκιμαζόμενου λαού, αποδοκιμάζοντας όσα ψήφιζαν και κάναν την προηγουμένη.
Γιατί πιστεύω, πως όποιος έχει μια σχετικά καθαρή εικόνα του ανθρώπινου τοπίου, της ιστορικής διαδρομής της χώρας, των διαφόρων εσμών, θεσμών κι εξουσιών αυτού του τόπου και των μεταξύ τους σχέσεων, εύκολα θα καταλάβαινε πού πάει το πράγμα από τις εκλογές του ’12 ακόμα, όταν ήταν δεδομένο ποιος προαλειφόταν να γίνει ο επόμενος αχυράνθρωπος, που θα παριστάνει τον πρωθυπουργό της αποικίας.
Κι αποκλειστική του έγνοια θα ήταν η τύχη της Περιστέρας, η οποία δεν ξέραμε αν είναι ολιγαρκής σαν τη Νατάσα που, από νηπιαγωγός αρκέστηκε ν’ αναγορευτεί διδάκτωρ ιατρικής, παίρνοντας κατόπιν και το απλό πτυχίο της ιατρικής ή θα ΄θελε καμιά θέση στη ΝΑΣΑ.
Όμως, έδωσε ο Θεός κι άνοιξε μια θέση καθηγητή Πανεπιστημίου στην Κοζάνη κι αποκαταστάθηκε κι αυτήν η καψερή˙ μας έφυγε κι εμάς η έγνοια.
Σε επόμενο σημείωμα, σκοπεύω ν’ απαντήσω στις σκέψεις σου, «περί αναγκαιότητας του ΠΑΣΟΚ» και σχετικά με το ότι «το ΠΑΣΟΚ ήταν το μέτρο των δυνατοτήτων της χώρας», κάτι που ήθελα να κάνω σήμερα, αλλά διαβάζοντας τα σημειώματά σου, με παρέσυρε το ρέμα.
Ευχαριστώ για την ανάγνωση. Ελπίζω να μην κούρασα. Να είσαι καλά. Καλό χειμώνα.
Σ.Α.Μ.
(Αγαπητέ φίλε, εγώ έχω αποφασίσει να το ρίξει στην πλάκα γιατί, αλλιώς, δεν παλεύεται η κατάσταση στη χώρα. Τις αναλύσεις ας τις κάνουν αυτοί που τις έκαναν και πριν την χρεοκοπία της χώρας. Γιατί αυτοί τις κάνουν ακόμα. Και τα ίδια χάπατα τις ακούν. Αήττητοι όλοι. Περιμένω το σενάριο. Αν μπορείτε, μην γράφετε πολλές “κακές” λέξεις για πρόσωπα, είναι πρακτικό το θέμα και επικίνδυνο. Σας ευχαριστώ. Να είστε καλά.)
Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου
Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

