ΠΑΟΚ

Αγαπημένε πιτσιρίκο, για κάποιους από εμάς ο ΠΑΟΚ πάει έτσι: ΠΑΟΚ, Στέλιος και ΕΔΑ.

Θ. Κοροβίνη: Τρία ζεϊμπέκικα και ένα ποίημα για τον Γ.Κούδα

Αντιγράφω ένα μικρό απόσπασμα…

… Το 63
Ο Γιώργος Κούδας
Θέριζε και αλώνιζε
Στην Τούμπα
Δεκαεφτάρης
Στην Τούμπα
Της βαμμένης προσφυγιάς
Με την ΕΔΑ της όραμα και φως
Με την ΕΡΕ στο σβέρκο καθισμένη
Τον κοινοτάρχη, το χαφιέ
Το χωροφύλακα
Εκείνου του ανελέητου καιρού
Των βέβηλων συνωμοτών
Και των τραμπούκων
Όταν πριν απ΄τον ύπνο του
Ο εργάτης
Κάρφωνε
Στην τσαλαπατημένη του καρδιά
Ένα λαϊκό τραγούδι
Ένα σταυρό
Ένα σφυρί
Κι ένα δρεπάνι
Και κελαηδούσε το πρωί
Για τη δουλειά
Σκαρώνοντας παράδοξα συνθήματα
Όπως » ΠΑΟΚ, ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΑΙ ΕΔΑ»

Σου στέλνω και ένα κείμενο του αγαπημένου μου αδερφού που τον έχασα πριν από 3 χρόνια, του πιο συγκλονιστικού ανθρώπου που γνώρισα:

Τρεις σειρές συρματόπλεγμα γύρω-γύρω απ’ το φυλάκιο κατέληγαν στην ξύλινη πύλη, μπρος στον χωματόδρομο, που φυλούσε βαριεστημένα όποιος είχε υπηρεσία. Εύκολα θ’ άνοιγα μια τρύπα στην απέναντι πλευρά χωρίς να με πάρει χαμπάρι ο φρουρός και θα το ‘σκαγα μέσα απ’ χωράφια.

Το παιχνίδι ήταν βράδυ νωρίς, μόλις σουρούπωσε βγήκα απ’ τον θάλαμο και κατευθύνθηκα προς την υπαίθρια τουαλέτα. Κανείς δεν ήταν εκείνη την ώρα έξω, κρύφτηκα πίσω της, έβγαλα από την τσέπη την πένσα κι έκοψα το συρματόπλεγμα σε δυο σημεία, εύκολα χώρεσα και βγήκα με μια ελαφριά αμυχή στο χέρι κι ένα μικρό σκίσιμο στο τζάκετ. Πήρα το ΕΦ-ΝΙ από τα χόρτα όπου το είχα κρύψει νωρίτερα και χάθηκα μέσα στα δέντρα. Το τουρκοχώρι ήταν τρία χιλιόμετρα δρόμος, με δυο ανάσες θα έφτανα εκεί με την έναρξη του τελικού.

Συμπληρώσαμε ήδη βδομάδα στο φυλάκιο κι οι εντολές του δόκιμου ήταν σαφείς : μην τολμήσει κανένας και φύγει μόνος για τα χωριά γύρω, είναι όλα τούρκικα, δεν το έχουν σε τίποτα να σας φάνε λάχανο. Μια ιδέα είχαμε πάρει ήδη ερχόμενοι με το Ρέο, όταν περνώντας μέσα από ένα απ’ αυτά, όλα τα σκυλιά του χωριού ρίχτηκαν στο κατόπι μας ουρλιάζοντας σαν δαιμονισμένα. Τα είχαν εκπαιδεύσει να αντιδρούν έτσι όποτε έβλεπαν στρατιωτικό αυτοκίνητο. Έλπιζα ότι δεν θα χρειαζόταν να ξηλώσω την τελαμώνα και να τουφεκίσω κανένα, αλλά στην ανάγκη…

Στάθηκα τυχερός, το παλιό καφενείο ήταν στην άκρη του οικισμού, έφτασα εκεί χωρίς κανένα απρόοπτο. Μπαίνοντας είδα την τηλεόραση κλειστή ενώ το κασετόφωνο έπαιζε αμανέδες. Ο γερο-καφετζής, οι δύο παππούδες κι ένας πιτσιρικάς που ήταν μέσα, με κοίταζαν έκπληκτοι, δεν θα είχε πατήσει ποτέ μέχρι τότε το πόδι του φαντάρος εκεί. Πριν συνέλθουν έφτασα στον πάγκο και βγάζοντας ένα κατοστάρικο είπα στον καφετζή «κέρνα τους ανθρώπους, φέρε μου ένα πενηνταράκι κι άνοιξε την τηλεόραση να δούμε τον ΠΑΟΚ». «ΠΑΟΚ;» απόρησε δυσανασχετώντας ο γέρος. «Μπιζίμ ΠΑΟΚ» του είπα και στρώθηκα μπροστά στο κουτί.

Καθώς η ομάδα έχωνε τα καλάθια το ένα πίσω από το άλλο κι η νίκη διαγραφόταν βέβαιη, θολωμένος απ’ τα ούζα ούρλιαζα σαν παλαβός. Η εχθρότητα των Τούρκων είχε πάει περίπατο, κάνανε χάζι μαζί μου, όταν μάλιστα μετά το σύνθημα των σκουληκιών «τούρκοι, τούρκοι, τον παίρνετε τσιμπούκι», σηκώθηκα όρθιος κραυγάζοντας «οι Τούρκοι γαμάνε τις μάνες σας», νομίζω ότι κέρδισα οριστικά την συμπάθεια τους. Στο ημίχρονο έκανα και μια ψιλοενημέρωση, τους είπα για το Πέρα Κλουμπ στην Ισταμπούλ, δεν ξέρω τι κατάλαβαν, πάντως το κύπελλο το πανηγύρισαν μαζί μου.

Η επιστροφή ήταν ακόμα πιο εύκολη. Ο πιτσιρικάς Αχμέτ που είχε ήδη γίνει φαν της ΠΑΟΚάρας, προσφέρθηκε να με πάει μέχρι το φυλάκιο μ’ ένα παλιό ΝτεΚαΒέ, που έμοιαζε έτοιμο να διαλυθεί. Για ευνόητους λόγους μ’ άφησε διακόσια μέτρα απ’ το φυλάκιο κι έφυγε.

«Την γάμησα», σκέφτηκα μόλις είδα την καναδέζα του διοικητή της μονάδας ο οποίος, για πρώτη φορά απ’ όσο ήξερα, αποφάσισε να έρθει για έφοδο. Τότε τα έπαιξα όλα για όλα : έβγαλα το τζάκετ, τύλιξα μ’ αυτό το όπλο μου, και τα έκρυψα μέσα στο βαρέλι των σκουπιδιών. Έτσι καμαρωτός, με την φανέλα του ΠΑΟΚ που φορούσα από μέσα, έκανα εμφάνιση ηρωική και μισομεθυσμένη τραγουδώντας :

Σαν κατεβεί, σαν κατεβεί στο γήπεδο
Η ασπρόμαυρη, η ασπρόμαυρη φανέλα,
Όλους τους πιάνει πανικός
Τον Άρη πιάνει τρέλα

Περίμενα την καταδικαστική απόφαση, υπολογίζοντας το μέγεθος της ποινής. Αν μου έριχνε τριάντα μέρες φυλακή θα του φιλούσα τα πόδια.

Ο αρχικαραβανάς με κοίταζε αποσβολωμένος κι αναποφάσιστος. «Ποιος είσαι εσύ;» αγρίεψε.

«Στρατιώτης πυροβολικού…» ξεκίνησα να ουρλιάζω.

«Καλά, καλά…» έκανε και ξέσπασε σε ένα βροντερό γέλιο, που μέσα στη νύχτα ακούστηκε μέχρι το βουνό. Στάθηκε για λίγο και συνέχισε πιο δυνατά, έσκασα κι εγώ ένα χαμόγελο και χαλάρωσα. «Προσοχή! μαλακισμένο» στρίγγλισε και συνέχισε το γέλιο του. Πήρε παράμερα τον δόκιμο κάτι του είπε, ανέβηκε στην καναδέζα κι έφυγε. Το γέλιο του ακουγόταν μέχρι που έστριψε στον χωματόδρομο κι εξαφανίστηκε από τα μάτια μας.

Η σφαλιάρα από τον δόκιμο ήταν σβουριχτή, αλλά φιλική. «Κωλόπαιδο, με κοψοχόλιασες… Μαζεύεις, αύριο που θα έρθουν τα ώνια φεύγεις με 15ήμερη τιμητική…το ‘ξερες ότι ο διοικητής είναι άρρωστο παοκτσάκι;»

(Αγαπητή φίλη, ΠΑΟΚ για πάντα. Πολύ όμορφο το κείμενο του αδερφού σας. Ποίημα. Να σας διαβεβαιώσω πως κι εγώ έβλεπα τον ΠΑΟΚ στο Παλαί την δεκαετία του ’90, και τραγουδούσα όρθιος πάνω στο κάθισμα «Βάλτε φωτιά, κάψτε καλά, Ομόνοια και Πειραιά…», με τον ξάδερφό μου δίπλα να χτυπιέται από τα γέλια. Το είχα γράψει άλλωστε από το 2006 -όταν κυκλοφόρησε το πρώτο βιβλίο με κείμενα από το μπλογκ- πως «την πλήρη καταξίωση θα τη νιώσω, όταν με κάνουν σύνθημα τα παόκια στη ΘΥΡΑ 4». Σας ευχαριστώ και να είστε καλά.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.