Ο γάτος μας ο Βάσκα
Βάσκα, σαν τον ήρωα του Ντοστογιέφσκι, είχε βαφτίσει μια Ουκρανή φίλη μας, η Mirosa, τον κεραμιδόγατο που μαζευόταν στην αυλή του σπιτιού μας.
Για να πω την αλήθεια, το όνομα δεν μου άρεσε. Πού ακούστηκε Έλληνας γάτος με ρωσικό όνομα;
«Μου αρέσει εμένα», είπε η γυναίκα μου.
-Να επιτέλους και ένα λογοτεχνικό όνομα. Σε όσες γάτες, σκύλους, καναρίνια μου είχες κουβαλήσει, πάντα εσύ έκανες τον νονό. Και όχι τίποτα άλλο, αλλά αν ήταν θηλυκές, τους έδινες ονόματα απο παλιές σου γκόμενες.
«Λάθος μου» της είπα «Το ομολογώ. Γιατί αυτή τη ριμάδα την Λίνα την είχες τρελάνει στις κλωτσιές, όποτε είχες τα νεύρα σου. Τι σου έφταιγε η κακομοίρα;»
-Πολύ καλά της έκανα, της πoυτάνας. Σου περισσεύουν χίλια διακόσια που πας και της χώνεις, μήνας μπει μήνας βγει, για την διατροφή; Τι ήθελες να πας να την παντρευτείς; Γιατί σου κάθισε και την γκάστρωσες σαν βλάκας; Εμ, βέβαια. Βρήκε τον μ@λάκα. Σιγά μην τον άφηνε, η αδίσταχτη. Πλήρωνε τώρα, να βάλεις μυαλό.
-Δηλαδή ρε γυναίκα τι θέλεις να πεις; Ότι παντρεύτηκες ένα μ@λάκα; Αυτό θες να μου πεις; Για σύνελθε λιγάκι. Άντε να μη τα πάρω!
Καμιά φωνή δεν την σκίαζε. Συνέχιζε να με ζαλίζει.
-Τι να πάρεις μωρέ; Που σε κάνουν ότι θέλουν οι άλλοι. Ακόμη και ο Γενικός της εταιρείας, μου είπε ότι είσαι καλό παιδί, αλλά μαλακοκάβλης. Καλά που γνώρισες εμένα και έβαλα τάξη στη ζωή σου. Αλλά μου την δίνει, να στα τρώει αυτή η πoυτάνα. Και σου πάσαρε και αυτή την βρωμιάρα, την κοκερίνα, όταν χωρίσατε.
-Τι ήθελες να κάνω ρε γυναίκα; Να την αφήσω αδέσποτη στο δρόμο; Δεν είδες πως κουνούσε την ουρίτσα της, όταν σε πρωτογνώρισε;
-Ναι, το είδα. Έτσι σου κουνούσε και η άλλη την ουρά της; Βλέπεις τώρα τι πληρώνουμε. Χίλια διακόσια κάθε μήνα. Ακούς εκεί! Μωρέ, καλά της έκανα και την κλωτσούσα.
-Ρε το σκυλάκι τα έτρωγε τα χίλια διακόσια, που το κλώτσαγες; Σε αυτή την καριόλα τα έδινα και τα δίνω» της απάντησα «Και θα τα δίνω, μέχρι να βρει κανένα άλλο μ@λάκα να παντρευτεί και να ησυχάσω».
-Αλλά βλέπεις, βρήκε πάτημα σε εκείνο το μήνυμα που μου έστειλες νυχτιάτικα. Τι σου ‘ρθε και σένα να γράψεις «Ζούμε ερωτικά ανεπανάληπτες στιγμές. Πότε θα τελειώσεις μαζί της»; Το έκανε screenshot η πουτάνα και το έδειξε σε εκείνη την κακογ@μημένη δικαστίνα.
Ήταν βλέπεις και δικηγόρος, η πρώην σύζυγος μου, οπότε η απόφαση δεν μπορούσε παρά να ήταν ευνοϊκή για εκείνη.
Τέλος πάντων. Αντικείμενο της παρούσης μικρής ιστορίας, η οποία διαδραματίστηκε στη μικροαστική μας οικογένεια, δεν είναι το πόσα χρήματα δίνω κάθε μήνα στην πρώην σύζυγο μου, αλλά ο γάτος μας.
Ο Βάσκα λοιπόν, που τον μαζέψαμε, ότι περπατούσε ή πετούσε, μα ήταν ποντίκι η ήταν πουλί, στις ελεύθερες ώρες του το έπιανε και το έπαιζε στα πλαίσια της αιλουροειδούς φύσης του. Το βασάνιζε το θύμα του, στην κυριολεξία.
Και γέμιζε η αυλή απο πούπουλα και ποντικοπροβειές και είχα και την γυναίκα μου να μυξοκλαίει.
-Τα κακόμοιρα τα πουλάκια! Τι του φταίξαν του Βάσκα; Δεν έπρεπε να τον κρατήσουμε τον παλιόγατο.
«Γάτα είναι ρε, πουλιά πιάνει και στη γειτονιά που ήτανε πάλι τα κυνηγούσε. Τι κάθεσαι και σκας;» της απαντούσα.
Και όταν ξανοίχτηκε μαζί μας, άρχισε να παίζει μαζί του και ο γιός μας, που τον έκανε χάζι.
Ήταν όμως και παιγνιδιάρης ο άτιμος ο γάτος. Κυνηγούσε μπαλάκια, γκρέμιζε τα lego του μικρού, κυλιότανε με τα ψεύτικα αρκουδάκια του.
Αγαπηθήκανε αφόρητα. Τρώγανε μαζί, κοιμόντουσαν μαζί.
«Άσ’ το λίγο ρε σε ησυχία, το ζωντανό» έλεγε η γυναίκα μου στο παιδί. «Πήγαινε να παίξεις με την Ρούλα. Τουλάχιστον αυτή δεν την πληρώνουμε…».
Και κοίταζε με νόημα εμένα υπομειδιώντας μοχθηρά.
Στην Ρούλα, άλλο κοπρόσκυλο και αυτό που είχαμε μαζέψει -με πατέρα, όμως, άσπρο τσοπάνη -είχα δώσει αυτό το όνομα, γιατί η σκυλόφατσα της, αλλά και η συμπεριφορά της, μου θύμιζε μια παλιά μου φίλη απο το Υπουργείο.
Το γαμημένο αυτό θηλυκό, εννοώ την σκυλίτσα, ενώ χαριεντίζονταν με τις γάτες του γείτονα, τον Βάσκα πάντα τον έπαιρνε στο κυνήγι. Το ίδιο έκανε και το ανθρωποείδές Ρούλα που πηδιότανε με οποιονδήποτε άντρα εύρισκε αλλά δεν κάθονταν σε κανένα υπάλληλο του Υπουργείου.
Εγώ, βέβαια, ήμουνα εξωτερικός συνεργάτης και με αυτούς η Ρούλα δεν είχε αναστολές.
Και επειδή στην ρύμη του λόγου βλέπω ότι λοξοδρόμησα της ιστορίας, γιατί ούτε η Ρούλα μας ενδιαφέρει με ποιόν πηδιότανε -αλλά αν τυχόν ενδιαφέρει κάποιο αναγνώστη δεν έχει παρά να διαβάσει το παράπλευρο λογοτεχνικό δοκίμιο “Ο oργασμός της Χριστίνας”– ας γυρίσουμε στο Βάσκα και τη στενοχώρια που τραβάγαμε τις μέρες του Γενάρη.
Έφευγε για μέρες ο αλητάμπουρας απο το σπίτι. Και όταν γύριζε, ήταν καταματωμένος απο τις μάχες που έδινε με τους άλλους εραστές.
Και έκλαιγε και πλάνταζε ο μικρός που έχανε, εκείνα τα βράδια της φυγής, τον Βάσκα, μέχρι που ήρθε στη γυναίκα μου η φαεινή να τον στειρώσουμε, για να μην έχει κίνητρο να φεύγει.
Και πήγαμε και τον στειρώσαμε.
Η συμπεριφορά του δεν πολυάλλαξε. Μόνο που τού άνοιξε λίγο η όρεξη. Και όχι μόνο καταβρόχθιζε ότι του βάζαμε, αλλά πήγαινε και έτρωγε και την σκυλοτροφή της Ρούλας.
«Είναι φυσιολογικό» είπε ο Κτηνίατρος. «Θα πάρει κανένα κιλό, το πολύ, αλλά επειδή τρέχει και παίζει, δεν θα του κακοφανεί η στείρωση».
Είχε νύχια όμως, σαν κάθε γάτα. Και τα έδειχνε στη Ρούλα όταν μανούριαζε, που της έτρωγε την σκυλοτροφή.
Μια φόρα μάλιστα την είχε πληγώσει την ριμάδα στα ζυγωματικά της.
«Βλέπεις τα αποτελέσματά σου; Είδες τι της έκανε; Κόντεψε να της βγάλει το μάτι» είπα στη γυναίκα μου.
«Πολύ καλά θα της έκανε γιατί είναι παλιοθήλυκο. Σαν και την φίλη σου. Εσύ δεν μου έλεγες ότι ήταν καριόλα η Ρούλα;»
Ναι, εγώ της τα έλεγα. Και η μεγαλύτερη μ@λακία σε ένα άντρα είναι να κάθεται να λέει ιστορίες στη γυναίκα του για τις πρώην γκόμενες. Νομίζει ότι ανεβαίνουν οι μετοχές του, ενώ στην πραγματικότητα δίνει πατήματα για μπηχτές, όταν τα πράγματα στραβώνουν.
Έχετε ακούσει ποτέ γκόμενα να σου λέει για τον πρώην της τίποτα καλό;
Μπα! Την ρωτάς πώς ήταν, και σου λέει «Ήσυχο παιδί, μωρέ, ήταν ο κακομοίρης» Και μπορεί να της είχε αλλάξει το αδόξαστο.
Την ρωτάς «Ήταν καλός στο κρεββάτι»;
« Έλα μωρέ, ένας συνηθισμένος άντρας ήταν» θα σου απαντήσει. Και μπορεί να ήταν ο πιο ανωμαλιάρης.
Γι’ αυτό καλύτερα, φίλοι μου, μη ρωτάτε. Ούτως η άλλως, δεν θα μάθετε την αλήθεια.
Με αυτά και αυτά, και με τα συνηθισμένα μικροπροβλήματα που αντιμετωπίζει μια οικογένεια στα χρόνια των μνημονίων κυλούσαν μάλλον ανέμελα οι μέρες μας.
Μια μέρα- κάτι θα τού έκανε του γάτου φαίνεται ο μικρός- εκείνος τον γρατζούνισε.
Λίγο αιματάκι έτρεξε, αλλά η θέα του και μόνο έκανε τον μικρό να κλαίει και την γυναίκα μου να ουρλιάζει σαν υστερική.
Μπήκαμε στο αυτοκίνητο, ανάψαμε τα αλάρμ και κορνάραμε συνεχώς μέχρι να φτάσουμε στο φαρμακείο.
«Καλέ, τι έπαθε ο νεαρός μας;» είπε η φαρμακοποιός που τυχαίνει να είναι και συμμαθήτρια της γυναίκας μου από το Γυμνάσιο.
-Α! Δεν είναι τίποτα σπουδαίο. Πιο πολύ ανησύχησε, μου φαίνεται, η μαμά. Έλα λεβέντη μου, ησύχασε. Θα έρθει η Αννούλα, να σε κάνει καλά.
«Αννούλα, μόλις τελειώσεις με τον Κύριο Παναγιώτη φέρε γάζες, ψαλίδι, betadin και οξυζενέ» συνέχισε, γυρίζοντας το κεφάλι πίσω από τον πάγκο και ανοίγοντας μια κουρτίνα για να δει, εάν η βοηθός της είχε τελειώσει μία ένεση, που έκανε σε ένα κύριο.
Και βγήκε σε λίγο η Αννούλα με τα σύνεργα και άρχισε να περιποιείται τον μικρό. Και του είχε πιάσει το χεράκι και ο μικρός -τι σου είναι τα αγόρια, ρε παιδί μου- σταμάτησε αμέσως το κλάμα. Τσιμουδιά δεν έβγαλε ο μπαγάσας, ούτε ακόμη και αν του καθάριζε την πληγή με το οξυζενέ.
«Μπράβο αγορίνα μου» είπε η Αννούλα όταν τέλειωσε με την επέμβαση. «Έλα να σου δώσω και ένα φιλάκι». Και του το έδωσε.
«Αννούλα, σε ευχαριστούμε πολύ, κορίτσι μου» της είπα. «Δεν πιστεύω να έτσουξε….»
«Άλλες πληγές τσούζουν, Κύριε Αλέξη» απάντησε υπαινικτικά.
Και για να μη φανεί ότι υπονοεί κάτι άλλο, συμπλήρωσε: « Οι βαθιές, αυτές που τα νύχια της γάτας σκίζουν το δέρμα του θύματος και το κάνουν να ουρλιάζει από τον πόνο. Και αφήνουν σημάδια, που ο χρόνος δεν τα γιατρεύει».
«Ρε την πουτανίτσα» σκέφτηκα. «Ρε, λες κατά βάθος να με γουστάρει;» «Να έπεσα σε καμία μητρομάνα;»
Έπρεπε να δώσω μια απάντηση, διπλωματική όμως, για να μη με καρφώσει στο αφεντικό της, ότι της την πέφτει ο σύζυγος της φίλης της.
-Υπάρχει πάντα ένα βάλσαμο Αννούλα. Κρυμμένο στα πίσω ράφια ενός άγνωστου φαρμακείου. Προορισμένο για αυτούς που πονάνε εύκολα.
Έμεινε με ανοιχτό το στόμα το κορίτσι. Δεν ήξερε τι να πει, με την μ@λακία που σκέφτηκα.
Είναι αυτό φαίνεται ,το μυστικό της επιτυχίας των μεγάλης ηλικίας ανδρών. Η υστέρηση στις σεξουαλικές τους επιδόσεις να αντισταθμίζεται από ακατάσχετη λογοδιάρροια.
Μου το είχε πει άλλωστε και μια παλιά μου φίλη, γλωσσολόγος.
«Αλέξη, αυτοί που μιλάνε πολύ, γ@μούν συνήθως λίγο».
«Δεν σταματάς, λέω εγώ, τις ποιητικές σου εξυπνάδες;» πετάχτηκε για να με παρατηρήσει η γυναίκα μου από την άλλη μεριά του φαρμακείου, που κοίταζε κάτι κρέμες περιποίησης δέρματος, μόλις της πέρασε το άγχος για τον μικρό.
Πώς έπιασε αμέσως -και από τόσο μακριά- τι έλεγα στην Αννούλα, είναι μυστήριο ανεξήγητο.
Φεύγοντας, πάντως, η φαρμακοποιός δεν παρέλειψε να μας συμβουλεύσει.
-Αν θέλετε να παίζει άφοβα ο μικρός να κόψετε τα νύχια της γάτας. Ρωτήστε τον κτηνίατρο. Θα ξέρει περισσότερα αυτός.
“Να είσαι καλά Σοφία” απάντησε η γυναίκα μου, “και να την προσέχεις αυτήν. Πώς την λένε μωρέ την βοηθό σου;”.
«Αννούλα» πετάχτηκα εγώ, και μάλλον κακώς, γιατί με αγριοκοίταξε αμέσως η γυναίκα μου, και μου έδωσε και μια τσιμπιά από πίσω.
Μετά από όλα αυτά ευχαρίστησα και εγώ την Σοφία και τραβήξαμε γραμμή για το Κτηνίατρο. Με τον Βάσκα στη κούτα, που νιαούριζε λες και ήξερε τι τον περίμενε.
Μην νομίζετε ότι είναι εύκολο να κόψεις τα νύχια γάτας. Στριφογύριζε το ζωντανό σαν ανήμερο θηρίο στο τραπέζι του κτηνίατρου. Τα καταφέραμε όμως.
Η πρώτη παρενέργεια ήταν να σταματήσει να κυνηγάει ποντίκια. Φαίνεται του ξέφευγαν. Πουλιά, όμως, έπιανε. Ήταν η μόνη πιά χαρά του Βάσκα, αφού ούτε με θηλυκές γάτες πήγαινε, ούτε ποντίκια κυνηγούσε πιά .
Και όλα καλά πήγαιναν, μέχρι εκείνη την μέρα που η γυναίκα μου πήγε τον μικρό στη καθιερωμένη παιδιατρική επίσκεψη για ένα εμβόλιο και πληροφορήθηκε ο παιδίατρος, ότι το παιδί έπαιζε με γατί.
Κουβέντα στη κουβέντα, του είπε η έξυπνη όλα τα μέτρα προφύλαξης που είχαμε πάρει για την προστασία του παιδιού, απο την συνύπαρξη του με τον γάτο.
Τι ήταν όμως να την ρωτήσει ο παιδίατρος, εάν κυνηγάει πουλιά; Τι τον ένοιαζε στο κάτω-κάτω τον ηλίθιο;
«Οι οικόσιτες γάτες όταν κατά εξακολούθηση επιδίδονται σε βρώση πτηνών-άντε τώρα να τον καταλάβεις, έτσι πως μιλάει – είναι μικροβιακοί φορείς μεταδοτικών ασθενειών με συνέπειες μη δυνάμενες να κατασταλούν προληπτικά. Δεν σας προτείνω να τον απομακρύνετε αλλά να ….Να του κρεμάσετε ένα μικρό κουδούνι στο λαιμό για να διώχνει τα πουλιά, όταν πηδάει να τα πιάσει» είπε ο σοφός παιδίατρος στη γυναίκα μου.
«Πω ,πω γιατρέ. Τι λέτε; Και πώς να το πω στον σύζυγο μου; Θα με πάρει στο κυνήγι» του απάντησε εκείνη, όταν μου ομολόγησε αργότερα όλη την συζήτηση, που είχε ανοίξει, για το θέμα του Βάσκα.
«Τι να σας πω Κυρία μου; Δικός σας είναι ο γάτος, δικός σας και ο σύζυγος» της απάντησε. «Εσείς να κοιτάξετε την προστασία του μικρού. Εκτός εάν θέλετε να κάνουμε κανένα εμβόλιο στο μικρό, αλλά είναι επώδυνο και δεν το συνιστώ. Τέλος πάντων, κάτι θα βρείτε να πείτε στον άντρα της. Στο φινάλε κουδούνι θα του φορέσετε στο λαιμό. Δεν θα τον κρεμάσετε σε κανένα δένδρο ανάποδα».
Την φόβισε την γυναίκα μου ο βλάκας, αλλά δεν μου είπε τίποτα εκείνη. Μόνο πήγε σε ένα μαγαζί με κινέζικα και πήρε μια κουδούνα με γαλάζιο κορδελάκι. Και την κρέμασε στο λαιμό του Βάσκα.
Τρελάθηκα μόλις τον είδα τον γάτο, να κουδουνίζει.
«Τι μ@λακίες είναι ρε αυτές, που του κρεμάσατε στο λαιμό;. Φλώρο θα τον κάνετε» της είπα, χωρίς να πάει ο νους μου ποιος ήταν ο λόγος, που είχαν κάνει τον φουκαρά τον Βάσκα κινητό συναγερμό.
«Θα σου πω! Αλλά, μη φωνάξεις» μου απάντησε. «Το και το…»
Δεν είχα παραπάνω όρεξη για κουβέντα, γιατί μου είχε φορτώσει ο γενικός της εταιρείας μια δουλειά και ο νους μου ήταν να τη τελειώσω, για να μη μου χαλάσει το Σαββατοκύριακο.
Δούλευα στη βεράντα και στα διαλλείματα της μελέτης χάζευα τον γάτο μου.
Σαν αρνί σε ελεύθερη βοσκή ήταν ο κακομοίρης. Περπατούσε και κουδούνιζε. Και ζοχάδιαζε περισσότερο την Ρούλα που τον άκουγε και γαύγιζε σαν και αυτή του Υπουργείου.
Ποιος ξέρει; Μπορεί και να νόμιζε ότι της ξέφυγε κάνα πρόβατο και προσπαθούσε να το φέρει πίσω στο μαντρί.
Τον έβλεπα, τον δόλιο τον Βάσκα, να βασανίζεται που καιροφυλακτούσε να πιάσει κανένα πουλί και με το που τινάζονταν αυτά την κοπανούσαν απο τα κλαπατσίμπαλα που είχε κρεμασμένα στο λαιμό.
Στην αρχή γελούσα με όλο αυτό τον χαβαλέ. Μου την έδινε όμως, όταν έβλεπα ντοκιμαντέρ για την άγρια φύση στον Sky και με έπιανε το γαμώτο.
« Γ@μώ τον Sky μου, την Σία την Κοσιώνη και το Planet Animal. Μα είναι πράγματα αυτά;» της έλεγα. «Του έχετε βιάσει την φύση. Θα σου άρεσε εσένα να σου κόψουν την κλειτορίδα; Θα σου άρεσε να σου έβαζαν φίμωτρο στο στόμα;», «Να μη μου σπας κιόλας τα @ρχίδι@ με τις μ@λακίες του σπιτιού;»
« Καλέ, τι κουβέντες είναι αυτές;» με παρατήρησε αμέσως. «Θα τις ακούσει ο μικρός και θα τις ξεστομίσει σε καμία δασκάλα του Νηπιαγωγείου. Θα νομίσει ότι μεγαλώνει σε μπoυρδέλο το παιδί, όχι σε σπίτι σοβαρού στελέχους Εταιρείας. Σε παρακαλώ, μίλα καλύτερα».
-Ναι, γιατί όταν ακούει εσένα να λες στη Ρούλα «Έλα εδώ μωρή παλιοσκρόφα να φας. Μόνο να πηδιέσαι ξέρεις», εσύ τι πιστεύεις; Οτι το παιδί παίρνει καλύτερη παιδεία; Ξέρεις τι μου είπε η δασκάλα όταν πήγα να πάρω τις προάλλες τον μικρό; Να σου πω;
-Για πες μου! Να μαθαίνω τις προόδους του παιδιού.
.
-«Κύριε Αλέξη ο γιός σας είπε την συμμαθήτρια του, την Έλενα, μoυνόπανο» Πού την άκουσε αυτή τη λέξη το παιδί; Απο εμένα; Η απο εσένα που έκλεισες τις προάλλες το τηλέφωνο στα μούτρα της Λίνας, όταν μας πήρε τηλέφωνο γιατί της καθυστερήσαμε το μηνιάτικο; Εσύ δεν της είπες «Άντε γ@μήσου, ρε μoυνόπανο»;
-Α! Όλα και όλα! Μην τα ρίχνεις όλα πάνω μου. Θα με τρελάνεις; Εσύ δεν έβλεπες ειδήσεις και σχολίαζες μπροστά στο παιδί. «Κλείστη, τη γ@μημένη. Δεν μπορώ να βλέπω αυτό το @ρχίδι και την άλλη που είναι σαν κλαμμένο μoυνί».
Τέλος πάντων. Να μην συνεχίσουμε άλλο για θέματα παιδαγωγικής αγωγής, γιατί και οι δύο μας, σαν γονείς, μάλλον έχουμε αποτύχει σε αυτόν τον τομέα.
Πέρασαν μέρες πολλές. Ηρεμήσαμε, γιατί είχαμε και άλλα πράγματα να κοιτάξουμε.
Και όλα πήγαιναν καλά. Ο κίνδυνος μεταφοράς κάποιας μολυσματικής ασθένειας είχε πια εξουδετερωθεί, αφού ο Βάσκα, εκτός απο ποντίκια, είχε σταματήσει πιά να πιάνει και πουλιά.
Μέχρι που εκείνη την μέρα του καλοκαιριού, μεσημέρι γυρίζοντας σπίτι, είδα τον Βάσκα να παίζει σαν τρελός με την ουρά του.
«Κυνηγάει την ουρά του τώρα. Θέλει να την δαγκώσει» μου είπε η έξυπνη η γυναίκα μου και με κοίταξε με βλέμμα συνωμοτικό.
-Το βλέπω, της είπα. Χαζός δεν είμαι.
-Να… σκέφτομαι! Και μη βάλεις τις φωνές και νομίζεις ότι είμαι υστερική. Λες να τον πιάσει κανένα αμόκ και να δαγκώσει το πέος του μικρού;
Τα πήρα στην κυριολεξία.
-Ε! Vasta ! Αφού δεν έχει με τίποτα άλλο το ζώο να παίξει, τι θες να κάνει;
– Να γ@μήσει δεν μπορεί, να πιάσει ποντίκια και πουλιά δεν μπορεί, μη μου πεις να του κόψουμε τώρα και την ουρά. Τέρμα αυτή η συζήτηση. Ο Βάσκα θα μείνει όπως είναι.
Και έμεινε η ουρά στη θέση της, αλλά ο Βάσκα, όσο πέρναγε ο καιρός, όλο και περισσότερο μελαγχολούσε. Ο έρημος δεν μπορούσε, ούτε να κυνηγήσει, ούτε να ερωτοτροπήσει .
Το ‘ριξε στο φαγητό και έγινε τετράπαχος. Έτρωγε τα πάντα μέχρι που έφαγε και φόλα απο κάποιο ασυνείδητο, ο οποίος, εκείνη την βδομάδα, ξέκανε τρείς γάτες της γειτονιάς.
Τον θάψαμε κρυφά απο τον γιό μας στην πίσω πλευρά της αυλής και μόνο παπά που δεν φωνάξαμε να τον αποχαιρετήσει.
Στον παιδί, που έκλαιγε το βράδυ εκείνο και ρωτούσε γιατί δεν πήγε να κοιμηθεί μαζί του ο Βάσκα, του είπαμε ότι ανέβηκε ψηλά στους ουρανούς. Να παίξει με τα πουλάκια.
Αυτά, που εμείς του είχαμε στερήσει.
Γ.Κ.
ΥΓ1. Για να ξεχάσουμε τον Βάσκα, έφερα σαν έκπληξη στο σπίτι μια μαϊμού. Την Αρετή, όπως την βάφτισα. Την είχε κουβαλήσει ο φίλος μου ο Θανάσης απο την Μοζαμβίκη, αλλά δεν την ήθελε με τίποτα η γυναίκα του.
Είδα και έπαθα να πείσω την δική μου να κρατήσουμε την Αρετή, δοκιμαστικά τάχα, μέχρι που το μ@λακισμένο το ζώο πήγε και τράβηξε την ουρά της Ρούλας. Και επειδή η Ρούλα είναι στριμμένη και ξινή πήρε στο κυνήγι την Αρετή. Αν τώρα σε σπίτι μέσα θηλυκό τσοπανόσκυλο πενήντα δύο κιλών κυνηγάει θηλυκιά μαϊμού, μπορείτε να φανταστείτε τι έγινε. Μέχρι και οι κουρτίνες της σαλοτρααπεζαρίας κατέβηκαν κάτω.
ΥΓ2. Η Αρετή ήταν χορεύτρια, πρώην φίλη μου. Χαρισματικό κορίτσι με σπουδές θεατρολογίας, καλό πιάνο, ευχάριστη στην παρέα -αφού οι έξυπνες παντομίμες της έκαναν όλους να γελάνε- κόπηκε σε εξετάσεις στο Εθνικό και έπιασε δουλειά σε νυχτερινό κέντρο της παραλιακής. Ήταν όμως καλό κορίτσι. Δεν ήταν πουταναριό να πηγαίνει με πελάτες μετά την λήξη του ωραρίου της. Έδειχνε τρελά ερωτευμένη μαζί μου και μετά απο κάθε ερωτική μας συνεύρεση, για να μου δείξει την ικανοποίηση της, μου έκανε τρείς ρόδες και κάνα δυο κατακόρυφους. Χωρίσαμε μετά απο κάποιο event της Εταιρείας μας, όταν την ζήτησε.
(Αγαπητέ φίλε, σας ευχαριστώ πολύ. Να είστε καλά.)
Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου
Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net για να συνεχίσει να υπάρχει μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

