How ya doin’?

new-yorkΠιτσιρίκο, How ya doin’?
«Σου γράφω έτσι από ανάγκη, η ώρα έξι το πρωί», γιατί ύπνο δεν έχω, παρά μόνο φοβίες…

Πώς δημιουργήθηκαν οι φοβίες;

Προφανώς υπήρχαν, αλλά ξεπήδησαν όλες ξαφνικά και με πνίγουν.

Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε όταν πήγα Αμερική.

Manhattan, Πιτσιρίκο, να δουλέψω, να σκεφτώ και να σας νοσταλγήσω και αν υπάρχει λόγος να γυρίσω.

Ο θείος Νίκος τα κανόνισε όλα.

Μου έκλεισε ραντεβού για συνεντεύξεις σε τρεις αξιοπρεπείς- όπως είπε εταιρείες, ξενοδοχείο να μείνω και εισιτήρια να πετάξω.

Τα ετοίμασα όλα. Πτυχία, μεταφράσεις, σφραγίδες της Χάγης, διαβατήριο και θλίψη σε πακέτο.

Δεν ήθελα να φύγω. Κάτι οι φίλοι, κάτι ο τόπος, κάτι ο γκόμενος που αγαπάει και συμπαραστέκεται στην πρώην, αλλά δηλώνει ερωτευμένος με μένα, κάτι οι αναπάντητες αιτήσεις για δουλειά ( αν απαντήσουν και λείπω;).

Όμως, έφυγα. Έφυγα για Νέα Υόρκη.

Εκεί δημιουργήθηκαν οι φοβίες που σου είπα.

Φοβία πρώτη, η ουρά. Πρέπει να μπαίνεις στην ουρά, ακόμα και όταν δεν υπάρχει κανείς εκτός από σένα.

Παράδειγμα. Πάω να βγάλω εισιτήρια για το λεωφορείο.

Μπαίνω στην άδεια αίθουσα. Η υπάλληλος έχασκε το κενό. Την προσεγγίzω και μόνο που δε με έβρισε. Έπρεπε να ακολουθήσω το διάδρομο της ουράς, που σχημάτιζαν οι ιμάντες.

Ταραγμένη, ακολουθώ τη διαδρομή και αφού δεν υπήρχε κανείς στέκομαι μπροστά της.

Πέρασαν δέκα λεπτά και μου έκανε νόημα να προχωρήσω. Ένα πελώριο χαμόγελο είχε αναιρέσει την προηγούμενη αγριάδα και ήταν έτοιμη να με εξυπηρετήσει με ευγένεια.

Λοιπόν, αυτό με την ουρά ισχύει παντού. Στην Αμερική πρέπει να μάθεις να ακολουθείς συγκεκριμένες πορείες μιας υπαρκτής ή και νοητής ουράς και να περιμένεις, ακόμα και όταν δεν υπάρχουν άλλοι.

Φοβία δεύτερη, καπνίζεις μόνο by side, σε μια ακρούλα δηλαδή.

Και εξηγούμαι. Μετά τη συνέντευξη στην τελευταία αξιοπρεπή εταιρεία και, αφού είχα εξαντληθεί από το περπάτημα, έφτασα στο ξενοδοχείο.

Θα διέμενα ένα ακόμα βράδυ πριν αναχωρούσα το πρωί για να πάω στο σπίτι του θείου Νίκου στην Ουάσιγκτον, όπου και θα με φιλοξενούσε μέχρι να με ειδοποιήσουν για δουλειά, που θα ξεκινούσε ένα μήνα αργότερα μέχρι να ετοιμαστούν τα χαρτιά.

Βρίσκομαι λοιπόν σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, κουρασμένη, ταλαιπωρημένη, μόνη και ερωτευμένη με αυτόν που αγαπούσε την πρώην, κλπ κατά τα γνωστά.

Όπως τακτοποιούσα τα πράγματά μου και τόνοι δακρύων κυλούσαν στα μάγουλα μου, ω!, βρίσκω ένα τσιγάρο.

Δίχως να το σκεφτώ, ανοίγω το παράθυρο και σχεδόν κρεμιέμαι έξω από τον 24ο όροφο για να το καπνίσω.

Την άλλη μέρα το πρωί στο check out, με ενημερώνουν ότι μου χρέωσαν 300€ επειδή κάπνισα στο δωμάτιο(!).

Ανιχνεύθηκε καπνός.

Ακολούθησαν ωριαίες διαπραγματεύσεις με τον manager, κατά τις οποίες, επειδή ήταν πραγματικά αδύνατο να ανιχνευτεί ο καπνός μισού τσαλαπατημένου τσιγάρου έξω από τον 24ο όροφο από οποιοδήποτε μηχάνημα εντός δωματίου, εγώ υποστήριζα ότι είναι τουλάχιστον τρελοί (και εγώ η έξυπνη…).

Κάποια στιγμή στο γραφείο του manager, ξέφυγε το μάτι και είδα ότι όλα τα δωμάτια παρακολουθούνταν με κάμερες μέσα από μια σειρά υπολογιστών στο βάθος του χώρου.

Συμπέρανα λοιπόν, ότι θα παρακολούθησαν σε πραγματικό χρόνο, μέσα από τις οθόνες τους, την απελπισμένη προσπάθειά μου να καπνίσω το ρημαδοτσίγαρο δακρυσμένη και κρεμασμένη κυριολεκτικά στο κενό. Kαι τι γέλια θα έκαναν!

Μετά το σοκαριστικό αυτό συμπέρασμα, ήξερα ότι η διαπραγμάτευση δεν πρόκειται να φέρει κανένα αποτέλεσμα -όπως και όλες οι ελληνικές διαπραγματεύσεις- και εγκατέλειψα.

Το μόνο που έμεινε ήταν να παρακαλέσω το θείο Νίκο να πληρώσει -μεταξύ άλλων- και το πρόστιμο. Μου πέσανε τα μούτρα, αλλά τι άλλο να έκανα;

Έκτοτε, ένα τσιγάρο μισό -και αυτό by side- και μακριά από τα μάτια όλων, στα κρυφά.

Καθημερινά, στο σπίτι του θείου πια, λάμβαναν χώρα φοβερές διαλέξεις με στόχο να με νουθετήσουν και να προετοιμάσουν τη διαμονή μου σ’ αυτή τη χώρα.

Αυτό όχι, εκείνο όχι.

Ο νόμος. Ο νόμος. Ο νόμος.

Είχα απελπιστεί.

Και εκεί, στην απελπισία μου πάνω, λαμβάνω e-mail.

Όχι από την αξιοπρεπή εταιρεία του Μανχάταν, αλλά από μια ελληνική στην οποία είχα δώσει συνέντευξη δύο μήνες πριν.

Με προσλάμβανε!

Δεν μπορείς να φανταστείς τη χαρά μου, Πιτσιρίκο.

Έφυγα τρέχοντας.

Κυριακή πρωί στο Βενιζέλος, Δευτέρα πρωί- πρωί στη δουλειά.

Ούτε jet lag, ούτε τίποτα.

Έκτοτε, όλα βαίνουν σε ανεκτό επίπεδο -μην καλομάθουμε κιόλας-, εκτός από τις φοβίες.

Μπαίνω πάντα σε μια νοητή ουρά, ακόμα και αν δίπλα μου έχει δημιουργηθεί το μεγαλύτερο μπουλούκι.

Εκεί εγώ. Περιμένω μπροστά στο γκισέ, ακόμα και δίχως να υπάρχει άλλος μπροστά, μέχρι να με καλέσουν να προχωρήσω· σε σημείο που οι άλλοι αναρωτιούνται αν πάω καλά.

Περιμένω ακόμα και να μου κάνει ο έρωτας σήμα να προχωρήσω.

Καμία κίνηση από μόνη μου. Καμία πρωτοβουλία πριν με καλέσει ένα ευγενικό χαμόγελο.

Περιμένω, γιατί φοβάμαι ότι θα στείλουν τέρατα να με κυνηγήσουν αυτοί που λένε ότι με αγαπάνε.

Επιπλέον, καπνίζω έξω και by side.

Ντάλα ο ήλιος να σε χτυπάει στο κεφάλι, εγώ στον εξωτερικό χώρο της καφετέριας, όταν στο εσωτερικό με τη δροσιά του κλιματιστικού, άπαντες απολαμβάνουν τον καφέ τους συνοδεία τσιγάρου.

Μάλιστα, προσφάτως παρατήρησα σε μια από αυτές ότι πάνω στον πάγκο του μπαρ πουλούσαν σε μια ωραία θήκη και τσιγάρα Malboro!

Προσωπικά, δεν υποκύπτω. By side, εγώ.

Ιδού και η κατάντια μου.

Η φοβία μου είναι ότι, αν ποτέ υπάρξει περίπτωση να πέσει ένα πρόστιμο στην Ελλάδα για το κάπνισμα, εγώ θα το χρεωθώ, για το μισό τσαλαπατημένο τσιγάρο της θλίψης μου.

Έχουν δίκιο οι Αμερικανοί που έχουν εμμονή με τους νόμους.

Νομίζω, πρέπει να υπάρχει νόμος για τα πάντα εκεί.

Ακόμα και όταν ατενίζεις μπερδεμένος το χάος, οι διατάξεις του νόμου πρέπει να σου λένε πώς να το ανταπεξέλθεις, πώς να πάρεις τη ζωή στα χέρια σου, πώς να αντιδράσεις.

Έτσι πρέπει να γίνει και δω, μπας και βγω από το αδιέξοδο.

Πρέπει επίσης να υπάρξει και νόμος ο έρωτάς μας να αγαπάει εμάς αποκλειστικά, χωρίς να σκέφτεσαι αν η πρώην είναι πιο στρουμπουλή ή όχι και να φοβάσαι μήπως η στρουμπουλάδα της αποδειχτεί για σένα μοιραία.

Γιατί είναι μ@λακία τελικά να αναπτύσσεις φοβίες χωρίς θεσμικό πλαίσιο.

Πιτσιρίκο, είμαι χαρούμενη που γύρισα. Τόσο χαρούμενη που θα ήθελα να σου στείλω ένα δώρο, αλλά δεν ξέρω πού.

Αντί αυτού, σου στέλνω μια φωτό από Νέα Υόρκη.

xwrioΑν θες όμως, επειδή σε θεωρώ φίλο μου, σε κερνάω καφέ, ακόμα και τσίπουρα στην παραλία του χωριού μου, γιατί ξέρω ότι σ αρέσουν οι παραλίες.

Αν θες, πάρε μαζί σου και αυτούς τους λίγους από το μπλογκ σου που θες να κρατήσεις.

Πετσέτες, βιβλία και σαγιονάρες μην πάρεις, έχω!

Σου στέλνω και μια φωτό από κει, μπας και σε πείσω. Να ‘σαι καλά!

Ancal

(Αγαπητή φίλη, στις ΗΠΑ όλα είναι the law. Ό,τι και να πεις, the law. Δεν μπορώ που δεν μπορώ τις μεγάλες πόλεις -όσο μεγαλώνω, καταλαβαίνω πως οι μεγάλες πόλεις είναι μόνο για πολύ νέους-, αν έμενα και στην Νέα Υόρκη, θα έτρωγα χοντρή φρίκη. Μην φοβάσαι τίποτα. Δεν αξίζει τον κόπο. Ένα παιχνίδι είναι η ζωή και ο γκόμενος πάντα θα θέλει κάποιαν άλλη. Είναι υπερτιμημένοι και οι γκόμενοι, μόνο εγώ αξίζω. Δεν μπορώ να έρθω στο χωριό γιατί τώρα είμαι θεατράνθρωπος. Του χρόνου, όμως, που θα γίνω πάλι χίπης, θα έρθω. Σε ευχαριστώ. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.