Καλοκαιρινές διακοπές για πάντα
«Να πας στον πατέρα σου, να σε βοηθήσει. Εγώ δεν είμαι καλή στην Έκθεση Ιδεών».
Την άκουγα, την γυναίκα μου, από το διπλανό δωμάτιο να μιλάει στον μικρό και καταλάβαινα ότι σε λίγο θα μου τον έφερνε, τον μικρό δηλαδή, για να τον βοηθήσω να γράψει καμία Έκθεση.
“Μαμά, μη σε παρακαλώ. Βοήθησε με εσύ. Ο μπαμπάς θα αρχίσει την πολυλογία και θα με βάλει να γράψω κανένα κατεβατό. Θα χάσω το Champions League. Αρχίζει σε δέκα» παραπονέθηκε ο μικρός.
-Μη σε νοιάζει. Θα τελειώσετε γρήγορα. Θα θέλει και αυτός να δει το παιγνίδι.
Και δεν πέρασαν ούτε δύο λεπτά και τους είδα, μαμά και γιο, να μπαίνουν στο γραφείο μου. Έκανα ότι δεν είχα ακούσει τι λέγανε.
«Βρε, βρε, καλώς τα παιδιά!» τους είπα. «Ό,τι θέλετε, πέστε το μου γρήγορα. Ετοιμάζω ένα report και πρέπει αύριο να το παραδώσω».
«Να τα αφήσεις αυτά που ξέρεις» μου απάντησε αμέσως η γυναίκα μου, «να ασχοληθείς και λίγο με την εργασία του γιου σου. Να τον βοηθήσεις λίγο στην Έκθεση. Τους έχουν βάλει καλοκαιρινή θεματική εργασία. Για μια μέρα του καλοκαιριού που τους έκανε εντύπωση. Πες του δύο -τρία πράγματα να γράψει. Α, τους είπανε να βάλουμε και καμία εικόνα μέσα».
Για μια μέρα του καλοκαιριού, λοιπόν, θα έπρεπε να γράψουμε.
Τώρα, αν σε αυτή τη μέρα θα συμπυκνώναμε εμπειρίες και από άλλες καλοκαιρινές μέρες, ε, δεν πειράζει! Μήπως θα το καταλάβαινε η δασκάλα;
Άλλωστε, εγώ θα υπαγόρευα, ο μικρός θα έγραφε, η δασκάλα του -που είναι και φίλη μου στο Facebook – σίγουρα θα το καταλάβαινε και το βράδυ κατά τις 12, που θα είχε ήδη πέσει για ύπνο η γυναίκα μου, θα μου έστελνε κανένα από τα συνηθισμένα της μηνύματα.
«Κύριε Αλέξη» θα μου έγραφε -και με ενοχλεί αφάνταστα να με αποκαλεί ‘κύριο’, αλλά είμαι και κάπου είκοσι χρόνια μεγαλύτερος της οπότε δικαιολογείται ο σεβασμός-, «το ξέρω πως είσαστε απολαυστικός στις περιγραφές, αλλά θα σας παρακαλούσα να αφήστε χώρο στον γιο σας για την προσωπική του δημιουργική γραφή».
Κολακευόμουν όταν διάβαζα τέτοια μηνύματα, όπως κάθε ώριμος άντρας -αλλά όχι και πουρό- κολακεύεται όταν τον θαυμάζουν νεαρά κορίτσια.
Και κάθε φορά έβαζα τα δυνατά μου να γράφω πράγματα, που θα εντυπωσίαζαν την δασκάλα.
Σιγά, λοιπόν, μην άφηνα την ευκαιρία να πάει χαμένη!
Τι πιο γεμάτη για περιγραφή μέρα υπάρχει σε ένα γυναικοχώρι, από την μέρα της Παναγίας;
Για τους αστούς αναγνώστες ή αυτούς που παντρεύτηκαν Αθηναίες, γυναικοχώρια είναι τα μέρη στα οποία γεννήθηκε η σύζυγος ή οι γονείς της συζύγου ενός άντρα.
Είναι τα χωριά εκείνα, παραθαλάσσια η ορεινά, που στα χρόνια της μεγάλης ευημερίας, στις εποχές Σημίτη και Καραμανλή, δεν ξέραμε ούτε στον χάρτη να τα βρούμε.
Η ρευστότητα χάρη στα τραπεζικά δάνεια διακοπών σου έδινε την ευκαιρία, αντί να τρέχεις σε αρκαδικά ψαροχώρια, να πηγαίνεις στην Μύκονο η την Πάρο.
Προσπάθησα στο αφηγηματικό μέρος της έκθεσης να μην παρασυρθώ από την γλυκερή νοσταλγία των εποχών που φύγανε και μας άφησαν πληγές που δύσκολα επουλώνονται. Θα έπρεπε το περιεχόμενο της να είναι προσαρμοσμένο στις συνθήκες που ζούμε.
Αλλά, αλλά ξεχνιούνται εύκολα οι μέρες που είχαμε περάσει στις ξαπλώστρες της Μυκόνου;
Με είκοσι ευρώ την ξαπλώστρα -τότε βέβαια, γιατί σήμερα που πλάκωσαν οι Άραβες, η διθέσια κρεβάτα με την κουρτίνα στον ουρανό πάει τρία κατοστάρικα-, μπορούσες να κάθεσαι κοντά σε έναν Κωστόπουλο, μια Στικούδη και μια Καϊλή.

Και μόνο να τους άκουγες ή να τους έβλεπες, δεν χρειαζότανε τίποτα άλλο. Είχες πολλά πράγματα να πάρεις.
Από τον Πέτρο θα μάθαινες ότι οι λόρδοι- που καπνίζουν πούρο μόνο σε κλειστά δωμάτια και μετά από γεύμα – είναι χλεχλέδες, ενώ οι άνετοι τύποι ανάβουν το Cohiba ακόμη και στην παραλία.
Στην Εύα δίπλα, μπορεί να συναντούσες ένα Μηλιώνη. Εάν κολλητονόσουνα θα σου έλεγε πώς μπορείς, με δικηγόρο τον Βορίδη, να υπεξαιρέσεις διακόσια σαράντα εκατομμύρια από το Δημόσιο, να μείνεις ένα χρόνο μέσα και να γλυτώσεις -τα ισόβια που θα έτρωγες εάν έκανες την ίδια απάτη στην Αμερική- με μια αναστολή.
Και με την Στικούδη, με την Στικούδη να χαλαρώνει πιο πέρα, δεν θα χρειαζόταν να προσπαθήσεις να φτιάξεις μόνος σου καμία μπύρα.
Για να καινοτομήσεις σε μια επιχειρηματική ιδέα, που θα την ξεσήκωνε και θα την έκανε να τρέχει πίσω από ένα επιτυχημένο businessman. Υπήρχε περίπτωση να καθόσουν δίπλα της και να ήσουνα κανένα αποτυχημένο ρεμάλι;
Και ο έξυπνος διαφημιστής της μπύρας, αυτής που δεν μας αρέσει γιατί δεν πίνεται, δεν θα μας ξεφτίλιζε σαν άχρηστους, εάν ποτέ κανένας μας τολμούσε να φτιάξει προϊόν που θα ανταγωνιζόταν τον πελάτη του.
Αχ! Τι εποχές! Περπατούσες στα στενά και χαιρετούσες τον Βαγγέλη και τον Βουλγαράκη. Με τις σαγιονάρες τους, τους ένοιωθες σαν τους ανθρώπους της γειτονιάς σου στην Πετρούπολη. Που έκλεισαν για λίγες μέρες το συνεργείο τους και πήγαν με τις οικογένειες τους σε ένα νησάκι για διακοπές.

Σε σκάφη, παραλίες και νησιά δεν υπήρχε περίπτωση να μην τρακάρεις τον Μιλτιάδη και την Έλενα- το χρυσό κορίτσι της Βόρειας Ελλάδας, που ξεκίνησε την καριέρα της δηλώνοντας σαν απασχόληση την φιλανθρωπία-να διασκεδάζουν δίπλα σου ή να χαζεύουν με την παρέα τους -στα Ματογιάννια- μαγαζιά που και εσύ χάζευες στις βόλτες σου.

Ναι. Σαν απλοί άνθρωποι, και όχι σαν βουλευτές, έκαναν ένα μικρό διάλειμμα από την δουλειά τους, που δεν είναι και καμία της πλάκας. Όλοι γνωρίζουμε πόσο κοπιώδες είναι το έργο τους.
Στις δίμηνες αυτές διακοπές τους -σαν αυτές που κάνουν και οι άλλοι εργαζόμενοι- θα φόρτωναν τα παιδιά τις μπαταρίες τους και θα ξεφόρτωναν το ρεύμα που μάζεψαν στους συσσωρευτές τους σε επιτροπές και σε ομάδες εργασίας της Βουλής.
Εκείνα τα ξένοιαστα καλοκαίρια δεν υπήρχαν ούτε αναρχικοί να πετάνε γιαούρτια, ούτε Ρουβίκωνας να κάνει συμβολικά performances.
Οι αναρχικοί, τότε, κάνανε διακοπές στην Ίο και ο Ρουβίκωνας -που τα τελευταία χρόνια γνωρίσαμε σαν αντιεξουσιαστική ομάδα παραστάσεων δρόμου- ήτανε γνωστός από την ιστορική ρετσέτα για τον Καίσαρα που τον διέβη και έκανε την Ρώμη μπάχαλο.
Τα κανάλια, όπως και σήμερα, έδειχναν, τις εποχές εκείνες, όχι μόνο επαναλήψεις του χειμώνα, αλλά και τούρκικα σήριαλ που προπαγάνδιζαν το ευρωπαϊκό πρόσωπο της γείτονας χώρας.
Οι αριστεροί καλλιτέχνες έτρεχαν στην επαρχία, ο καθένας για την πάρτη του, σε επιχορηγούμενες συναυλίες και δεν είχαν ανάγκη ούτε να βρίσκονται όλοι μαζί στο Καλλιμάρμαρο, ούτε να πωλούν τα CD τους μέσα από κυριακάτικες εφημερίδες.
Τα χρόνια εκείνα, ο ΣΚΑΙ, αντί να μοιράζει φαγητό σε άπορους, μάζευε γόπες από τις παραλίες και φύτευε γλαστράκια στην καμένη Πάρνηθα.
Ακόμη-ακόμη οι διανοούμενοι της εποχής, κάποιοι σαν τον Ράμφο, τον Χωμενίδη ή την Τριανταφύλλου έγραφαν τα βιβλία τους και στα διαλείμματα τους προλόγιζαν βιβλία συνταξιούχων πολιτικών. Τους αριστερούς, μάλιστα, δεν τους έβριζαν, αφού οι ίδιοι τότε έλεγαν ότι είναι αριστεροί.
Και τέλος-τέλος, το μεγάλο πολιτικό κεφάλαιο της Ελλάδας, ο Θόδωρος Πάγκαλος, δεν είχε κανένα λόγο να πει ότι όλοι μαζί τα τρώγαμε, γιατί και να το έλεγε θα τον έγραφαν στα @ρχίδια τους αυτοί που τότε τα έτρωγαν.
Ωραίες εποχές. Αχ!
Τέλος πάντων! Περασμένα, αλλά όχι ξεχασμένα.
Το παιδί έπρεπε με την βοήθεια μου να περιγράψει μια μέρα σε ένα χωριό των παππούδων του. Και μάλιστα με την δίκη μου βοήθεια.
«Να μην ξεχάσετε να γράψετε για την επίσκεψη στο Μοναστήρι» ακούσαμε την σύζυγο και μητέρα να μας λέει.
Ήταν δυνατόν να ξεχάσω αυτό το πρωινό ξύπνημα ανήμερα της Παναγίας; Όχι, φυσικά..
«Να σας πάω μέχρι τη Μονή» τους είπα, «αλλά να ξέρεις, λειτουργία δεν παρακολουθώ. Σέβομαι την θρησκεία, αλλά εμείς οι αριστεροί έχουμε διαχωρίσει το Κράτος από την Εκκλησία. Όποιοι θέλουν θυμιατά και κορώνες από τον τοπικό αρχιμανδρίτη, μπαίνουν μέσα. Όποιοι δεν τα γουστάρουν, κάθονται έξω, πίνουν τον καφέ τους και κάνουν ένα τσιγάρο μέχρι να τελειώσει η λειτουργία».
«Θα πας στην κόλαση» μου είπε στο ξεκίνημα της πρωινής μας κουβέντας.
«Την ζω, ήδη» της απάντησα, εννοώντας την φοβερή καταπίεσή της.
-Αν δεν πεις την εξυπνάδα σου, δεν μπορείς. Φτηνό χιούμορ. Να μπεις τουλάχιστον μέσα, να ανάψεις ένα κερί. Να πάει το ιερό φως στον ουρανό.
-Δεν θα προλάβει. Θα το σβήσει σε πέντε λεπτά η καντηλανάφτισσα, για να το βάλει στην ανακύκλωση, που πάει στον εργολάβο.
-Ξέρω πού το πας. Μη το συνεχίσεις. Στο Μοναστήρι μας, δεν κάνουν τέτοια πράγματα.
Φυσικά, στην θεματική εργασία του μικρού δεν μπήκανε όλες οι παραπάνω λεπτομέρειες που μου ήρθαν στο μυαλό, όταν τον βοηθούσα στο γράψιμο.
Εγώ του υπαγόρευα, ο μικρός έγραφε χαζεύοντας ταυτόχρονα στο Instagram φωτογραφίες των συμμαθητών του, και εγώ κοίταζα από πάνω του να δω αν τα γράφει σωστά.
«Το μοναστήρι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος» έγραφε ο μικρός, «ή όπως έχει επικρατήσει Ιερά μονή της Λουκούς είναι στην Αρκαδία, ανάμεσα στο Άστρος και τα Κάτω Δολιανά. Κτισμένο μέσα σε ένα δάσος από ελιές προσφέρει όλη την ηρεμία που αναζητούν οι επισκέπτες του. Οι τελευταίοι δεν παύουν να αποθανατίζουν εικόνες που θα τους κάνουν να θυμούνται την ομορφιά του. Ο μπαμπάς μου, που του αρέσει η αρχιτεκτονική των μοναστηριών, έβγαλε αρκετές φωτογραφίες που αφορούσαν κυρίως κατασκευαστικές η λειτουργικές λεπτομέρειες».
Μου άρεσε το στυλ της γραφής του μικρού. Δεν παρέλειπε να αναφέρει τα παράπλευρα ενδιαφέροντα του πατέρα του. Θα τα διάβαζε η δασκάλα και θα έκανε τάμα η φανουρόπιτα να βρει και αυτή ένα επιτυχημένο άντρα σαν και μένα.
Είχαμε ξεκινήσει με ενθουσιασμό. Παρά το ότι κάθε τόσο και λιγάκι η γυναίκα μου έμπαινε στο δωμάτιο για να ελέγξει την πορεία της εργασίας μας.
«Να βάλετε και καμία φωτογραφία, έτσι;» είπε κάνοντας την πρώτη της παρατήρηση.
«Μη σε νοιάζει, μαμά. Βάλαμε» της είπε ο μικρός.
-Για να την δω; Μάλιστα. Εάν ο φιγούρας ο πατέρας σου, δεν βάλει μέσα και καμία γκόμενα, δεν μπορεί. Να την βγάλετε αυτή και να βάλετε άλλη.

Αυτό που βλέπετε το είχα τραβήξει με μεγάλη προσοχή. Συνδύαζε μπαλκόνια, κρύπτες και περιβάλλοντα χώρο σε μια μοναδική αναλογία όγκων και υλικών.
«Είσαι στα καλά σου» της απάντησα. «Θα αφήσουμε τέτοια photo έξω από το κείμενο; Αφού την ώρα, που φωτογράφιζα μπήκε μπροστά μου και φωτογράφιζε και αυτή, τι να έκανα; Να χαλάσω το πλάνο;».
-Άλλη δεν έχεις;
-Έχω μια selfie με μοναχή, αλλά δεν κάνει να την βάλω.
-Πολύ σωστά. Αλλά, πες μου. Με ποια, βρε; Τις ξέρω όλες.
-Την Σωτηρία, από το τμήμα της Εκκλησιαστικής Ζωγραφικής. Μου είπε ότι ζωγραφίζει και με το στόμα.
-Μπα; Αφού έχει και τα δύο της χέρια. Ρε, μπας και κάνει τίποτα άλλο με το στόμα;
-Όχι, ρε το κορίτσι είναι σοβαρό. Με πήγε και στο εργαστήριο της και μου έδειξε αγιογραφίες.
-Δεν πιστεύω να…
«Όχι, να μην πιστεύεις…» της απάντησα για να κλείσω την κουβέντα.
Και για να επανέλθουμε στο θέμα μας, οι εκθέσεις μικρών μαθητών οφείλουν να είναι στα ιστορικά πλαίσια των μαθητικών εκθέσεων η δομή και το περιεχόμενο των οποίων δεν έχει αλλάξει από την εποχή του Μεταξά.
Δεν πάει στην Ελλάδα να έχει φύγει η Χούντα εδώ και σαράντα χρόνια;
Να ήρθε η μεταπολίτευση και μετά το παλιό ΠΑΣΟΚ, το ορθόδοξο;
Να γνωρίσαμε την φιλελεύθερη Δεξιά του τελευταίου μεγάλου Έλληνα που όλοι θρηνήσαμε και ο ΣΚΑΙ ακόμη περισσότερο, αφού μόνο που δεν έβαζε Μπαχ στα διαλείμματα του Survivor μέχρι να τον κηδέψουν;
Να μπήκαμε μέσα στην ΟΝΕ χάρη στην αξέχαστη τριπλέτα Σημίτη-Παπαντωνίου-Στουρνάρα, να έγιναν Ολυμπιακοί αγώνες, να έγινε Κυβέρνηση ακόμη και η ομάδα κηπουρών του Παπανδρέου;
Να σωθήκαμε από το χρέη χάρη στο αξεπέραστο δίδυμο Σαμαρά-Βενιζέλου;
Μπα, τίποτα δεν έχει αλλάξει στις μαθητικές εκθέσεις.
Όταν μαθητής περιγράφει βίο καλόγηρων, δεν θα πρέπει να αναφέρει ότι στα περισσότερα μοναστήρια οι μεν άρρενες είναι πoύστηδες, αι δε θήλεις λεσβίεs.
Οι ηγούμενοι μοναστηριών, στα παιδικά μυαλά, έχουν μορφές αγίων.
Είναι καλοκάγαθοι γέροι που προσεύχονται όλη μέρα, νηστεύουν και κάνουν μικρές αγροτικές εργασίες χάρη στις οποίες εξασφαλίζουν την αναγκαία για αυτούς τροφή.
Δεν είναι παπάδες με χαρτοφύλακες που μπαινοβγαίνουν σε Τράπεζες , Υπουργεία και Οργανισμούς.
Δεν δίνουν χρηματιστηριακές εντολές για να τζογάρουν σε μετοχές σαπάκια, σαν τους αλογομούρηδες της Σοφοκλέους.
Δεν παραπλανούν υπουργούς για να τους δώσουν λίμνες και να πάρουν ακίνητα από το Δημόσιο, τα οποία αφού τα πάρουν, θα τα μισθώσουν πάλι στο Δημόσιο.
Δεν νταραβερίζονται ούτε με υπόδικους δικηγόρους για να αποχαρακτηρίζουν δάση, αλλά και ούτε με καταζητούμενους τραπεζίτες για να συμμετέχουν σε στημένες αυξήσεις μετοχικών κεφαλαίων θυγατρικών εταιρειών φαντάσματα.
Τέλος, στις τηλεφωνικές τους συνομιλίες, οι καλόγεροι δεν χρησιμοποιούν συνθηματικά ονόματα.
«Ο Χοντρός», ο «Καλούτσης», ο «Ποντίφικας», η «Αρετή» -αυτός ήταν εκτός των άλλων και κραγμένη αδελφή- ο «Καντηλανάφτης» και άλλα τέτοια εύηχα μόνο από συμμορίες τσιγγάνων χρησιμοποιούνται. Δεν έχουνε ποτέ ακουστεί σε απομαγνητοφωνημένες από πακιστανικά τηλέφωνα συνομιλίες ηγουμένων με νονούς της νύχτας.
Με όλα αυτά που εγώ σκεφτόμουνα αλλά ο μικρός δεν μπορούσε να γράψει, η έκθεση θα ήταν λίγο στεγνή.
Τι να κάνουμε; Για να τραβήξουμε το ενδιαφέρον των συμμαθητών ρίξαμε μέσα στοιχεία Πατριδογνωσίας.
Γράψαμε ότι κατά την επιστροφή από το Μοναστήρι, και πριν πάμε για μπάνιο, περάσαμε από την λίμνη του Μουστού.
Αυτή με τα ιαματικά νερά που κατεβαίνουν από τον Πάρνωνα και σχηματίζουν ένα πανέμορφο υδροβιότοπο.

Τα νερά ήταν τόσο κρύα που οι περισσότεροι έβαζαν μόνο τα πόδια τους. Στην άκρη καθόμουν και τους έβλεπα.
Για τις αναγνώστριες που ενδιαφέρονται να δουν πώς είμαι, δηλώνω ότι δεν είμαι ο κύριος με την μεγάλη κοιλιά και το καπέλο που παίρνει μάτι τα δύο κορίτσια.
Αφενός γιατί δεν έχω τόσο μεγάλη κοιλιά και αφετέρου γιατί δεν μου αρέσει να κοιτάζω ξένες γυναίκες.
Αλλά και να ήθελα να φλερτάρω τα δύο όμορφα κορίτσια της φωτογραφίας, που παίζανε στην ομάδα Beach volley του Παναργειακού -όπως έμαθα όταν τα ρώτησα εάν είναι ντόπιες- φρόντισε η γυναίκα μου να με προσγειώσει.
«Αλέξη, εσύ μη μπεις» μου είπε δυνατά για να το ακούσουν όλοι. «Είσαι σε ηλικία επικίνδυνη για έμφραγμα».
Και πριν προλάβω να τη γαμωσταυρίσω ή να της έλεγα να προσέχει εκείνη, που σε λίγα χρόνια θα μπει στην κλιμακτήριο, για να μου το παίξει fit έπεσε μέσα στα παγωμένα νερά.
“Κάνει καλό στα νεφρά» την άκουσα να λέει σε μια Κυρία που την θαύμασε για το θάρρος της να βουτήξει.
«Έχω ακούσει ότι τα νερά της λίμνης έχουν λιποδιαλυτική δράση. Φεύγουν οι ραγάδες από το σώμα» απάντησε εκείνη.
«Εγώ δεν είχα ποτέ, Κυρία μου» της είπε η γυναίκα μου, έτοιμη να αρπαχτεί γιατί κάποια υπονόησε ότι το σώμα της είχε ψεγάδια.
«Βλέπετε να έχω;» συνέχισε, «για τα νεφρά μου μπαίνω και πρέπει να σας πω ότι βρήκα σημαντική βελτίωση».
Δεν ήθελαν και πολύ οι υπόλοιποι λουόμενοι της γραφικής αυτής λίμνης να αρχίσουν να εξιστορούν ο καθένας τους και από μια πάθηση στην οποία βρήκαν γιατρειά, όταν μπήκαν μέσα και παγώσανε.
Τα έλεγαν στα σοβαρά, και αυτοί που τους άκουγαν, αντί να τους πάρουν στο ψιλό, τους έπαιρναν στα σοβαρά. Είχαν και απορίες για τον χρόνο ίασης μιας πάθησης ή την ανάγκη να διακόψουν την φαρμακευτική αγωγή που ακολουθούσαν.
Εγώ το μόνο που ρώτησα ήταν εάν σφίγγει η κοιλιά και ο κύριος -αυτός με την απλωμένη κοιλιά που είδατε πιο πάνω -μου είπε ότι η κοιλιά σφίγγει μόνο εάν δεν τρως.
Τι όμορφη στα αλήθεια που ήταν αυτή η αυθόρμητη επικοινωνία πασχόντων ή μη πασχόντων λουόμενων της λίμνης του Μουστού;
Άκουγες το μακρύ και το κοντό του καθενός που έμπαινε μέσα. Κάπου μισή ώρα καθίσαμε μέσα στην λίμνη.
Φύγαμε από το προστατευόμενο υδροβιότοπο, όταν άρχισαν οι συζητήσεις, γύρω από τα ιαματικά ευεργετήματα των νερών, να παίρνουν θρησκευτική διάσταση.
«Περπάτησε κουτσή που κρατούσε εικόνισμα της Παναγιάς, κύριε Αλέξη» μου είπε μια άλλη κυρία με την οποία είχαμε συστηθεί προηγουμένως μέσα στο νερό. Και ενώ ήμουνα έτοιμος να δείξω την πίστη μου για να μην την προσβάλλω, φρόντισε η γυναίκα μου να αποκαλύψει την ιδεολογική μου ταυτότητα.
-Δεν τα πιστεύει αυτά, Κυρία μου, ο σύζυγος μου. Είναι άθεος αριστερός.
«Μπα, και τι πιστεύει;» της απάντησε. «Αυτά που του λένε οι αριστεροί;»
Θαύμασα την ετοιμότητα του λόγου της αλλά συνέχεια δεν έδωσα. Σημασία άλλωστε δεν έχει τι λένε άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι, αλλά τι εντυπώσεις αποκομίζουν τα μικρά παιδιά από την επίσκεψη σε ένα τέτοιο φυσικό τοπίο.
Για τον υδρόβιο πλούτο της λίμνης γράψαμε αρκετά πράγματα που θα ενδιέφεραν τους άλλους μαθητές και παραλείψαμε φυσικά τα όσα φαιδρά διαδραματίστηκαν κατά την εκεί επίσκεψη μας.
Η έκθεση είχε φθάσει κοντά στην μέση. Είχαμε πιάσει τις πρώτες διακόσιες λέξεις και έμεναν άλλες τόσες για να τελειώσει και να πάμε να δούμε τον Θρύλο.
«Μαμά, να γράψω ότι το μεσημέρι ο μπαμπάς έπεσε για ύπνο;» ρώτησε ο μικρός μπας και γεμίσει η σελίδα.
«Όχι, βέβαια» απάντησε εκείνη, «αυτά είναι προσωπικά θέματα. Οι μαθητές θα νομίσουν ότι ο πατέρας σου είναι αντιπαραγωγικός. Οι τεμπέληδες κοιμούνται τα μεσημέρια. Το κείμενο της Έκθεσης πρέπει να προάγει την αριστεία και την άμιλλα».
Κούνησα το κεφάλι μου, χωρίς να της δώσω κάποια απάντηση. Ο νους μου ταξίδευε στην αξέχαστη αυτή μέρα των διακοπών.
Το να περιγράψεις πώς ήτανε η θάλασσα και πόσο όμορφα είναι να κολυμπάς δεν έχει και τόση σημασία.
Εκείνο που έχει σημασία, είναι το μέρος που θα καθίσεις μετά το μπάνιο για να πιεις το ούζο σου.
Οι μαθητές, βέβαια, ούζο δεν πίνουν. Στην παραλία, όμως, μετά το μπάνιο τους ανοίγει η όρεξη. Θέλουν να φάνε.
«Τα παιδιά είναι στην ανάπτυξη» μου είπε η μητέρα τους.
Είναι οι κλασσικές επισημάνσεις κάθε μητέρας με δύο παιδιά, που πήγε και κάθισε με την οικογένεια της σε μια παραλιακή ταβέρνα.
«Στη θάλασσα είμαστε. Να φάνε και ψάρι μια φορά» συμπλήρωσε, για να κλείσει ο κύκλος της μικροαστικής μουρμούρας μέσω της οποίας μία σύζυγος προσπαθεί να πείσει τον σύζυγο της – ο οποίος θέλει να την βγάλουν με μαγειρευτά, άντε και με τίποτα παϊδάκια- για την διατροφική αυτή ανάγκη.
Τι να έκανα; Να έδειχνα γύφτος και να έλεγα ότι τα ψάρια δεν είναι φθηνά;
Ή να έβρισκα δικαιολογίες, ότι είναι κατεψυγμένα του Μαρόκου η ιχθυοτροφείου;
Δεν το έκανα για να μην χαλάσω την ιδιαίτερη στιγμή χαλάρωσης, που μας πρόσφερε μια ταβέρνα δίπλα στη θάλασσα.
Και πώς να μην χαλαρώσεις, όταν κάθεσαι, όπως είσαι με το μαγιό, κάτω από μια καλαμιά;
Ξυπόλυτος με τα πόδια αραγμένα σε άλλη καρέκλα να βλέπεις ή να ακούς την θάλασσα, χωρίς να σε νοιάζει ότι θα έρθει ο ταβερνιάρης να σου κάνει παρατήρηση για το πώς κάθεσαι, χωρίς να χρειάζεται να πας διακόσια μέτρα μακριά να καπνίσεις ένα τσιγάρο, σκέφτεσαι ότι φορές-φορές είναι ευλογία να ζεις σε μια χώρα που ο καθένας κάνει αυτό που γουστάρει.
Στο γκαρσόνι, που ήρθε να πάρει την παραγγελία, όταν του ζητήσαμε να μας πει τι έχει από ψάρια, μας είπε: «Θα σας φέρω και θα διαλέξετε».
Και πράγματι, σε ένα μεταλλικό δίσκο με τριμμένο πάγο μας έφερε δυο μετρίου μεγέθους τσιπούρες.
«Τσιπούρες έχω» μας είπε, «Φρέσκες είναι και οι δύο».
Τι πιο φυσικό να ρωτήσεις τι θα πληρώσεις για ψάρι;
«Σαρανταπέντε το κιλό η αλανιάρα και εικοσιπέντε του Ιχθυοτροφείου» μας είπε.
Μπορεί να δίνω συνταγές για παγωτά, να συμβουλεύω εργένηδες πώς να φτιάξουν μια ομελέτα ή να γνωρίζω τα ευεργετικά αποτελέσματα του λεμονιού, αλλά ψάρια φρέσκια να ξεχωρίσω μεταξύ τους δεν μπορώ.
Αν σας πω ότι και ο ταβερνιάρης -όταν του ζήτησα να μου δείξει την αλανιάρα- δεν την βρήκε με την πρώτη, θα με πιστέψετε;
Να με πιστέψετε. Και δεν έχει καμία σημασία που ούτε και εγώ δεν τον πίστεψα, όταν μου είπε ότι την ζωηρή, την είχε αγοράσει από περαστικό καΐκι.
Εγώ δεν έβλεπα καμία διαφορά που να δικαιολογεί είκοσι ευρώ παραπάνω.
«Ψήσε του ιχθυοτροφείου» του είπα, χωρίς να τον κοιτάξω στα μάτια και του φανώ τσιγκούνης.
Και την αλανιάρα να του είχα παραγγείλει πάλι δεν θα ήμουνα σίγουρος ότι δεν θα τις μπέρδευε μεταξύ τους.
Περιμένοντας την τσιπούρα του ιχθυοτροφείου να ψηθεί, πίνοντας ένα ουζάκι και δοκιμάζοντας σαγανάκι από κεφαλοτύρι τοπικού τυροκομείου, απολάμβανα την αύρα της θάλασσας και άκουγα τον φλοίσβο και τα τζιτζίκια.
Δεν ξέρω πώς με έπιασε ξαφνικά μια μελαγχολία. Θα ήταν οι μνήμες από τις αντίστοιχες στιγμές της προηγούμενης δεκαετίας. Ή ίσως η σύγκριση της εικόνας της ταβέρνας του χωριού με το restaurant ενός κοσμικού νησιού.
«Πού είναι, ρε, οι παρκαδόροι» σκεφτόμουνα, «που σου έπαιρναν το αυτοκίνητο και στο άφηναν μπροστά από το μαγαζί στην ανάλογη σειρά με βάση τον κυβισμό του»;
Πού είναι οι μπράβοι που θα ελέγξουν ποιος θα μπει στο μαγαζί;
Που πήγαν οι μαιτρ, οι σομελιέδες και οι γκαρσόνες μοντέλα -έστω και από τα αζήτητα που καταλήγουν σερβιτόρες με ποσοστά- που θα σου βάλουν την σαμπανιέρα με το εμφιαλωμένο δίπλα σου;
Και το πιο σπουδαίο απ’ όλα;
Πού είναι οι βίζιτες ή οι τηλεπαρουσιάστριες, που περνάνε από τραπέζι σε τραπέζι, και χαιρετάνε επιχειρηματίες και παραγωγούς. Για να κλείσουν μια βραδιά σε ένα σκάφος η μια εκπομπή στην τηλεόραση;
Ρε γαμώτο, τι θα γράψει ο μικρός;
Ας γράψει για την απογευματινή περιφορά της εικόνας και το πανηγύρι στην πλατεία του χωριού.
Μπορεί ο μικρός να έγραψε αυτές τις κονσερβαρισμένες αηδίες για την κατανυκτική ατμόσφαιρα την ώρα της περιφοράς και την ακολουθία των πιστών, αλλά έπρεπε να δείξει και την παιδικότητα του για να μην καταλάβει η δασκάλα ότι τα έγραψα όλα εγώ.
Έτσι δεν παρέλειψε να γράψει για το παραδοσιακό έθιμο της γουρνοπούλας που σερβίρεται στα πανηγύρια.
Να τι έγραψε:
«Αρκαδία, Μάνη, ορεινή Αχαΐα.
Από όποιο χωριό και αν περάσεις, δεν υπάρχει περίπτωση να μη σε πιάσει η μυρωδιά της ψητής γουρουνοπούλας. Ο θείος ο Παναγιώτης, αν και γιατρός, είπε στον μπαμπά μου ότι το έθιμο της ημέρας επιβάλλει να την δοκιμάσουμε. Η μαμά και ο κύριος Τάσος- που ζει στην Αμερική- είχαν αντιρρήσεις, αλλά, τελικά, επικράτησε η άποψη του θείου του Παναγιώτη, που είπε ότι, εάν φάμε με μέτρο, δεν βλάπτει».
«Είναι ξερό το κείμενο» είπε η γυναίκα, που όλο ερχότανε από πάνω μας και διάβαζε τι γράφαμε.
«Εμπλουτίστε το, τουλάχιστον, με φωτογραφίες» μας παρατήρησε.
«Μη σε νοιάζει» της απάντησα. «Για δες σου αρέσει αυτή που θα βάλουμε;»

Με το πού είδε την φωτογραφία, κάτι άλλαξε στην συμπεριφορά της.
«Δεν μου λες. Από αυτή την γουρουνοπούλα φάγαμε και εμείς;» με ρώτησε.
-Ναι. Γιατί, τι έχει;
-Καλά, δεν βλέπεις; Την πιάνει με τα χέρια του ο Φώτης.
-Ε ναι, την πιάνει για να την ξεσουβλίσει. Ξέρεις τι ζόρι είναι να την λύσεις και να την ακουμπήσεις πάνω στο πάγκο με το αλάτι; Δεν βλέπεις; Έχει και βοηθό. Αν δεν γραπώσει και με τα δύο χέρια το ψητό θα του γλιστρήσει. Τι ήθελες να φορούσε πλαστικά γάντια;
-Γιατί να μην φορέσει; Αν τον έβλεπε κανένας Ολλανδός ή Εγγλέζος επιθεωρητής υγείας, θα έβγαζε κοινοτική οδηγία απαγόρευσης βρώσης λόγω μη τήρησης στοιχειωδών κανόνων υγιεινής.
Για να μην της χαλάσω την εικόνα των καθαρών Ευρωπαίων, που στα παρασκευαστήρια λουκάνικων και κεφτέδων δεν κυκλοφορεί εργαζόμενος χωρίς να φοράει όχι μόνο γάντια και λευκή φόρμα αλλά και πλαστικές
πατούσες, δεν της είπα ότι τα μικρόβια δεν μεταδίδονται από τα χέρια του ψήστη. Μεταφέρονται από τα σκατά με τα οποία ταΐζουν τα ζώα τους.
Τρελές αγελάδες, μολυσμένα αυγά και αλλαντικά τίγκα στην ηπατίτιδα Ε δεν βγήκαν από βρώμικα σφαγεία, σαν τα περισσότερα ντόπια, αλλά από γερμανικά και ολλανδικά εργοστάσια που έμοιαζαν με χειρουργεία.
Μπορεί οι εγχώριοι εκδορείς να σφάζουν τα ζώα ακόμα με μπαλτά, να ρίχνουν λύματα σε ποτάμια και να κυκλοφορούν με γαλότσες ή σαγιονάρες μέσα στα ψυγεία αποθήκευσης, αλλά για διατροφικά σκάνδαλα κανείς δεν τους έχει ποτέ κατηγορήσει.
Αυτοί που κουνάνε το δάχτυλο για ελλιπή τήρηση κανόνων υγιεινής, είναι αυτοί που πουσάρουν αγελάδες, κότες και γουρούνια με αντιβιοτικά και ορμόνες. Και πρεσάρουν τα ζωντανά για να έχουν αυξημένη παραγωγή και οι επιχειρήσεις εκτροφής να γίνονται όλο και πιο ανταγωνιστικές.
Τέλος πάντων. Για να μην κάνουμε αντικαπιταλιστική προπαγάνδα σε ένα χαλαρό κείμενο, έκλεισα την συζήτηση, λέγοντας της ότι η γουρνοπούλα που φάγαμε είναι ευλογημένη από την Παναγία.
Και ήταν ευλογημένη, γιατί το νεαρό παλικάρι, ο Θανάσης από το διπλανό χωριό, που την μετέφερε στην ωμοπλάτη από την ψησταριά στον πάγκο του Φώτη του τεμαχιστή, το απόγευμα στην περιφορά κρατούσε και το κουβούκλιο με την εικόνα της Μεγαλόχαρης.
Τίποτα δεν έγραψε ο μικρός από το αντιευρωπαϊκό παραλήρημά μου, που αφορούσε τις επικρατούσες συνθήκες εκτροφής και παραγωγής των πρότυπων μονάδων του εξωτερικού. Του είπα να το ξεχάσει, αλλά για καλό και για κακό να μην ξαναφάει hamburger.
Συνεχίζοντας την περιγραφή της ημέρας, είπαμε να αποφύγουμε να περιγράψουμε το μαρτύριο της αναμονής για το σερβίρισμα του μοναδικού αυτού Ελληνικού εδέσματος.
Το μαρτύριο ξεκινούσε στην ουρά που είχε στηθεί μέχρι να φθάσεις στον πάγκο του Φώτη.
Ντόπιοι, επισκέπτες και τουρίστες περίμεναν υπομονετικά μέχρι να έρθει η σειρά τους, για να τους κόψει ο Φώτης κομμάτι του ζώου.
Και όταν η σειρά μας έφτασε μπροστά στον Φώτη, εκεί που νόμιζες ότι θα του έλεγες πόσο και τι μέρος του ψητού να σου βάλει, ο Φώτης μας ρώτησε ποιανού είμαστε και από ποιο χωριό κατεβήκαμε. Τους ξένους, φυσικά, δεν τους ρωτούσε. Τους έβαζε ότι κομμάτι έκρινε εκείνος.
«Έχω παντρευτεί ντόπια, πατριώτη» του είπα και του ζήτησα να μας βάλει ένα δίκιλο από τα μαλακά κομμάτια του ζώου.
Με ρώτησε ποια είχα παντρευτεί, έλεγξε εάν ήτανε η ξαδέλφη του Μιχάλη από τον Άγιο Ανδρέα, μου είπε ότι είναι καλό κορίτσι -αλλά δεν το είπα στη γυναίκα μου και το πάρει πάνω της- και μου παρέδωσε σε λαδόκολλα την γουρουνοπούλα.
«Καμιά πατάτα τηγανητή, καμιά σαλάτα υπάρχει;» τον ρώτησα.
«Τι τα θέλεις αυτά τα τσουμπλέκια που κόβουν την όρεξη;» με αποστόμωσε. «Η γουρνοπούλα συνοδεύεται μόνο με κεφαλογραβιέρα».
Δεν είχε και άδικο. Οι πατάτες κόβουν την όρεξη και το λάδι της σαλάτας, που πιθανόν έχει ανάγκη ο οργανισμός, αναπληρώνεται από το λίπος της πέτσας του γουρουνιού.
Είχα μεταφέρει σε όλους της παρέας τις απόψεις του Φώτη και οι άντρες συμφώνησαν ότι η προσθήκη συμπληρωμάτων αλλοιώνει την γεύση.
“Θα δοκίμαζα και εγώ, αλλά είμαι vegan» μου είπε η γυναίκα μου, όταν είδε και άπλωνα την λαδόκολλα στο τραπέζι. «Και εσύ, μη φας πολύ. Το λίπος πάει στις αρτηρίες. Και ότι περισσέψει, να το πάρουμε για τη Ρούλα».
“Μη σε νοιάζει” την καθησύχασα, «αύριο το πρωί θα πιω ένα χυμό λεμόνι που είναι ευεργετικό, και το μεσημέρι θα φάμε βραστά φασολάκια”.
Η Ρούλα είναι η σκυλίτσα μας. Τρελαίνεται για original συμπληρώματα της σκυλοτροφής της.
Ήταν δυνατόν να την ξεχάσουμε; Φεύγοντας, ζητήσαμε να μας βάλουνε σε αλουμινόκουτο ότι είχε μείνει στη λαδόκολλα.
“Είναι για την σκυλίτσα μας ” είπε στο παιδί που μάζευε το τραπέζι η γυναίκα μου, χωρίς το παιδί να το νοιάζει αν τα απομεινάρια θα τα τρώγαμε την επόμενη μέρα εμείς ή ο σκύλος μας.
Και ενώ τον σερβιτόρο δεν τον ένοιαζε τι θα κάναμε με τα υπολείμματα, είδαμε τον Φώτη να έρχεται προς το μέρος μας.
“Είσαστε στα καλά σας; Θα δώσετε στο σκύλο τέτοιο κρέας; ” ήρθε και μας επέπληξε. Ήθελε. βέβαια, όπως μας είπε όταν κάλμαρε, να γνωρίσει και την συντοπίτισσά του- την γυναίκα μου- την οποία θυμόταν μικρό κοριτσάκι.
“Αυτό, όταν κρυώσει» μας είπε ο Φώτης, αφού προηγούμενα ρώτησε για τους γονείς της συζύγου μου και όλο το υπόλοιπο σόι, «κομμένο σε λεπτές φέτες, με μουστάρδα και μπόλικο μαύρο πιπέρι από πάνω του, είναι ο καλύτερος μεζές”.
Ευχαριστήσαμε τον Φώτη, είπαμε και του χρόνου, και για να χωνέψουμε το ζώο και κυρίως τις πέτσες του, καθίσαμε σε ένα ζαχαροπλαστείο.
Δυο σουρωτές και ένα γαλακτομπούρεκο κατέβασε ο καθένας μας χωρίς να δούμε αποτέλεσμα από το βάρος που μας βασάνιζε.
«Να περπατήσουμε, για να χωνέψεις» μου είπε η σύζυγος μου, βλέποντας ότι οι σουρωτές δεν έφεραν αποτέλεσμα.
Την ιδέα με τέτοιο βάρος στο στομάχι να ανεβοκατεβαίνω τα σοκάκια ενός αρκαδικού χωριού, δεν την βρήκα ελκυστική . Πρότεινα να γυρίσουμε σπίτι να ξεκουραστούμε λίγο.
Ευνόητο είναι, οι μικροαστοί σύζυγοι στις διακοπές τους, να νομίζουν ότι μπορούν να ξαναερωτευτούν ο ένας τον άλλον. Να αρχίσουν να σαχλαμαρίζουν, όταν βρίσκονται μόνοι τους στη κρεβατοκάμαρα. Και να πιστεύουν, ότι θα ζωντανέψει αυτό που έχουν αφήσει να πεθάνει.
Εγώ, σαν αριστερός που έχει μάθει να μην κρύβεται, της εξήγησα ότι τα κρέατα από το πανηγύρι μου είχαν περιορίσει την ερωτική διάθεση.
Την παρακάλεσα να με αφήσει να ηρεμήσω και της είπα ότι έχουμε και άλλες μέρες μπροστά μας για να ερωτευτούμε πάλι ο ένας τον άλλο. Σαν εικοσάχρονοι φοιτητές.
Φυσικά, στο παιδί-και ιδιαίτερα στην δασκάλα του που διαβάζει τις εκθέσεις σε όλη την τάξη- δεν ήταν δυνατόν να γραφτούν οι διάλογοι που επακολούθησαν της άρνησης μου να κάνω sex.
“Τη μια έχεις stress για να ετοιμάσεις το report της Εταιρείας, την άλλη έχεις βαρυστομαχιάσει με την γουρουνοπούλα” ξεκίνησε την μουρμούρα η σύζυγος μου, «μπορείς να μου πεις σε παρακαλώ, με την γυναίκα σου πότε θα ασχοληθείς; Το ξέρεις ότι ο Τάσος κάνει δυο φορές την εβδομάδα sex με την γυναίκα του».
-Εγώ μαζί της, δεν θα μπορούσα να κάνω ούτε μια φορά τον χρόνο. Τα πόδια της είναι γεμάτα κυτταρίτιδα.
-Γιατί με εμένα που δεν έχω, κάνεις περισσότερο;
-Εμείς, ρε γυναίκα, είμαστε δεκαπέντε χρόνια παντρεμένοι.
-Και ο Τάσος, είκοσι! Αλλά βλέπεις ο Τάσος έχει τον νου του μόνο στην δουλειά και την γυναίκα του. Δεν σαλιαρίζει σαν και εσένα, αριστερά και δεξιά, στο Facebook.
-Σοβαρή δουλειά κάνει ο Τάσος. Καταστρέφει παραλίες για να φτιάχνει all inclusive ξενοδοχεία.
-Ο Τάσος βρε, ο πατριώτης μου, έχει κάνει λεφτά. Δεν είναι σαν και εσένα υπάλληλος.
-Δεν είμαι υπάλληλος. Είμαι Manager πολυεθνικής εταιρείας. Και άσε με σε παρακαλώ να κοιμηθώ.
Αν βέβαια νομίζετε ότι είναι εύκολο να κοιμηθείτε με γουρουνοπούλα στο στομάχι και την σύζυγο να έχει όρεξη να σου μιλάει για πατριώτες τους που τα κονόμησαν, πλανάσθε πλάνην οικτράν, όπως θα έλεγε αρχαίος ‘Έλληνας.
Κόντευε να ξημερώσει και ο ύπνος από την υπερένταση της συζήτησης και του βραδινού δείπνου δεν ερχότανε. Το κατάλαβε η γυναίκα μου.
-Έλα, μωρό μου. Δεν πειράζει. Μια άλλη φορά. Άνοιξε λίγο το Facebook, γράψε καμία μ@λακία, και έλα μετά να ξαπλώσεις.
Ακολουθώντας την σοφή συμβουλή της, μπήκα στο κοινωνικό δίκτυο. Φίλοι, φίλες και η ξαδέλφη μου η Ράνια, όλοι ενεργοί ήτανε.
«Τι στο διάολο. Κανείς δεν κάνει έρωτα;» αναρωτήθηκα.
Και αν και εσείς αναρωτιέστε, δεν είσαστε η εξαίρεση. Είσαστε ο κανόνας από τον οποίο λίγοι μόνο μπορούν να ξεφύγουν.
Ποιοι είναι αυτοί οι λίγοι; Οι χωριάτες στα ψαροχώρια. Αυτοί έχουν βρει το κόλπο. Το ρίχνουν στο ψάρεμα.
Να, σαν εκείνο τον ερασιτέχνη ψαρά, που χαράματα είχε στήσει ολόκληρο συνεργείο στην παραλία.
Και με τον πού το είδα, από το μπαλκόνι, σηκώθηκα, κατέβηκα στην παραλία και του έπιασα κουβέντα.
Τον καλημέρισα και του είπα ότι είναι όμορφη αυτή η ησυχία.
«Μα, μόνο η θάλασσα την προσφέρει» μου απάντησε. « Στο σπίτι, άστα…».
Δεν χρειάστηκε να συνεχίσουμε την κουβέντα. Κατάλαβα ότι είχε περάσει και αυτός δύσκολη βραδιά.
Έκανα ένα γρήγορο μπάνιο και επέστρεψα σπίτι για να κοιμηθώ, χωρίς τύψεις ότι είχα αφήσει την σύζυγο μου μόνη.
Ξυπνήσαμε κατά τις μία το μεσημέρι. Είμαστε τόσο εξαντλημένοι από όλη την προηγούμενη μέρα, που την επόμενη ήθελα μόνο να αράξω στην παραλία.
Εκεί, στην ανοργάνωτη παραλία, με εξαίρεση εμένα, που διάβαζα κάτω από ένα αρμυρίκι τις προτάσεις του Pierre Bourdieu για το ευρωπαϊκό κοινωνικό κίνημα των καταπιεσμένων μαζών, οι υπόλοιποι είτε έξυναν τα @ρχίδια τους είτε παίζανε με τα κινητά τους.
Δηλαδή, έκαναν- χωρίς να πληρώσουν ούτε ένα ευρώ- ό,τι κάνουν και αυτοί που πληρώνουν ένα σκασμό λεφτά στις οργανωμένες παραλίες.
Και κατά τις τρείς το μεσημέρι. υλοποιώντας τις συμβουλές του Γάλλου στοχαστή για την αυτοοργάνωση των μαζών απέναντι στις αγορές και σε συνδυασμό με την σοφή συμβουλή του Φώτη για την αξιοποίηση της κρύας γουρουνοπούλας, αντί να τρέχουμε να αγοράζουμε φασολάκια και να τα βράζουμε, κόψαμε το κρέας που είχε περισσέψει από το πανηγύρι της σε λεπτές φέτες, του βάλαμε πιπέρι και μουστάρδα, το ρίξαμε μέσα σε φρατζόλα από προζύμι και το κάναμε sandwich.
“Είχε δίκιο ο πατριώτης σου” είπα στην γυναίκα μου, συνδυάζοντας το κρύο πιάτο με μια παγωμένη μπύρα. “Καλά, που δεν το δώσαμε στη Ρούλα”.
«Ναι, καλά! Δεν έπρεπε να το φας» μου απάντησε. «Να πας, αύριο κιόλας, να κάνεις μια εξέταση χοληστερίνης»
Γ.Κ.
Υ.Γ.1. Ρούλα λέμε την σκυλίτσα μας γιατί μου θυμίζει μια παλιά μου φίλη από το Υπουργείο. Είναι πολύ συνηθισμένο να δίνεις σε κατοικίδιο ζώο το όνομα μιας ερωμένης ή ενός εραστή, για να του συμπεριφέρεσαι ανάλογα με το πώς εκείνη η εκείνος σου συμπεριφερόταν μια προηγούμενη εποχή. Αλλά προς θεού! Μην δίνετε ονόματα σοβαρών πολιτικών. Όπως οι κάτοικοι του παραθαλάσσιου χωριού της Ευβοίας -πού σύμφωνα με το έγκυρο ΒΗΜΑ – βάφτισαν ένα αδέσποτο κοπρίτη «Λοβέρδο». Το άκουσε ο συνονόματος βουλευτής, παρεξηγήθηκε και ζήτησε τον λόγο. Με το δίκιο του. Ο Ανδρέας είναι σε κόμμα με πέντε υποψήφιους αρχηγούς. Αν ψάχνετε ονόματα ορφανών πολιτικών για να βαφτίσετε αδέσποτα σκυλιά, ψάξτε μέσα στο ΠΟΤΑΜΙ. Αλλά γρήγορα. Πριν προλάβει να τα μαζέψει ο Κυριάκος.
Υ.Γ.2. Με την ευκαιρία, Κυριάκο ακούς; Τον παππού της Εύας τον σκότωσαν κομμουνιστές. Σε κανένα χρόνο τελειώνει τη θητεία της στην Ευρώπη. Είναι αμαρτία να μείνει έξω από την επόμενη Βουλή. Μπορεί, το κορίτσι, να τα μπερδεύει λίγο στην πρόσθεση, γιατί εάν έμπαινε στο κόπο να σουμάρει την ηλικία της δική της και του πατέρα της θα έπρεπε οι κομμουνιστές να σκότωσαν τον παππού της μετά το 1955 και όχι στον εμφύλιο, αλλά γνωρίζει πολύ καλά να λέει, ό,τι της βάζουν να λέει. Έχει κάνει πιάτσα στο δελτίο του ΜΕGA.
(Αγαπητέ φίλε, αυτό το κείμενο είναι υπερπαραγωγή. Θα σας βάλω 10 με τόνο! Την αγάπη μου. Και την ευγνωμοσύνη μου.)
Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου
Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

