Η αναρχική ενδοκρινολόγος

(Αν διαβάσετε την ιστορία αυτή, οι μεν γυναίκες θα λύσετε πολλές απορίες που σχετίζονται με τα ορμονικά σας, οι δε άνδρες θα βρείτε την ενδεδειγμένη αγωγή για την τριχόπτωση.)
Την ενδοκρινολόγο Αγνή Προβατά την συνάντησα πρώτη φορά σε μία βραδινή έξοδο της γυναίκας μου.

Είναι από τις λίγες φορές, που βγαίνει μόνη της. Το συνηθίζει τις μέρες των Χριστουγέννων.

Θα βγει επίσης, χωρίς εμένα, αν της τύχει κανένα Bachelor party γυναικών, ή χωρίσει καμία κολλητή της και της ζητήσει να τα πούνε μόνες.

Τι θα πούνε; Θα δώσει η μία δίκιο στην άλλη. Ό,τι και να έχει γίνει.

Αν είναι ο σύζυγος της φίλης της, αυτός που την έκανε, θα τον αποτελειώσουν. Θα πουν για την άλλη, με την οποία την κοπάνησε ο μοιχός, ότι τον ξεμυάλισε μια πoυτάνα και ότι υπάρχουν αδίσταχτες γυναίκες που χώνονται μέσα στα αντρόγυνα και διαλύουν οικογένειες.

Αν είναι η φίλη της αυτή που άφησε τον σύζυγο της, γιατί τα έμπλεξε με κανένα άλλο – μπορεί και μικρότερο, της, γιατί το συνηθίζουν οι over 40 ladies- θα πουν ότι η ζωή της δίπλα στον πρώην ήταν μονότονη και βαρετή. Και, βρε αδελφέ, δεν πήγαινε άλλο.

Αυτή, η φίλη της, που μπορεί και εκείνη να ξεμυάλισε κανένα παντρεμένο, δεν είναι πoυτάνα. Είναι μια δυστυχισμένη γυναίκα που αναζητεί λίγη χαρά στη μίζερη ζωή της.

Στο Μετς, λοιπόν, θα συναντιόταν, η παρέα από ορισμένες παλιές απόφοιτες Αρσακειάδες της δεκαετίας του ’90. Σε ένα bar που μου διαφεύγει το όνομα του, και έτσι, ακόμη και εάν ρωτήσετε τον Πιτσιρίκο, δεν θα ξέρει ποιο είναι.

Στις δώδεκα ακριβώς το βράδυ, μου ζήτησε η γυναίκα μου να βρίσκομαι εκεί, για να την πάρω και να την επιστρέψω στο σπίτι.

Δεν της αρέσει να οδηγεί το βράδυ. Και σε ταξί δεν μπαίνει.

«Να ντυθείς καλά» με προειδοποίησε, όταν μου έδινε τις τελευταίες οδηγίες «Να είσαι καλοχτενισμένος. Να βάλεις και παπούτσια κανονικά. Μη και σε δω με τα αθλητικά».

-Α, και όταν μπεις, να κάτσεις και εσύ λίγο μαζί μας. Να πιείς ένα ποτό και μετά από κανένα δεκάλεπτο να προφασιστείς, ότι αύριο έχεις να ξυπνήσεις πρωί. Και ότι πρέπει να φύγουμε. Ξέρεις εσύ από δικαιολογίες.

-Καλώς.

-Α, και όταν θα στις συστήσω, να είσαι εξίσου ευγενικός με όλες.

Δεν το κατάλαβα αυτό.

-Δηλαδή, τι εννοείς, ότι είμαι αγενής;

-Όχι, ρε παιδί μου. Αλλά να, να μιλάς σε όλα τα κορίτσια. Όχι μόνο σε αυτές που θα σου αρέσουν. Ξέρεις τώρα, μερικές έχουν παραμελήσει λίγο τον εαυτό τους. Στις παρέες δεν είναι όλοι όμορφοι και κομψοί. Εντάξει;

– Εντάξει, θα μιλάω σε όλες.

-Α μπράβο. Μόνο, μη μιλάς συνέχεια. Να τις αφήνεις, να μιλάνε και αυτές λίγο. Και να μην ανοίξεις πολιτική συζήτηση. Έτσι; Δεν γουστάρουν να ακούνε τις αριστερές αηδίες σου.

-Μπα, και τι γουστάρουν; Τις δεξιές σαχλαμάρες;

-Βρε αγόρι μου, πάλι τα ίδια θα λέμε; Οι φίλες μου είναι από καλά σπίτια. Σπούδασαν σε γνωστά πανεπιστήμια. Έχουμε και μια-δύο αποφοίτους του Deree College που εργάζονται στις οικογενειακές τους επιχειρήσεις. Και τα πάνε θαυμάσια στις δουλειές τους. Καμία σχέση με τις δικές σας. Τις ξεβράκωτες, που κατσικωθήκανε στα Υπουργεία και δεν λένε να το κουνήσουν. Βλέπεις, οι δικές μας δεν ζουν από τους φόρους μας.

-Το ξέρω. Ζουν από τους φόρους που δεν πληρώνουν στο κράτος.

«Στις εξυπνάδες πρώτος είσαι» μου απάντησε.

Δεν θα ήμουνα τόσο ετοιμόλογος, αν από την ίδια μου την σύζυγο, δεν μάθαινα για την φορολογική συμπεριφορά των οικογενειών Μπουρουκοτά και Βλαχοκανέλλη.

Σε κάθε λίστα καταθετών του εξωτερικού που κυκλοφορούσε, μέσα ήτανε και οι δύο οικογένειες. Η ίδια η σύζυγός μου, τις είχε βρει, και μου τις ανέφερε με περηφάνια.

Βλέπετε, εργάζεται σε μεγάλο ξένο ελεγκτικό οίκο, και κάτι τέτοια κελεπούρια δεν τα αφήνουν να τους ξεφύγουν. Τους βοηθούν με κάθε νόμιμο τρόπο στο έργο της φοροαποφυγής.

Ήθελα, λοιπόν, να μάθω, αν αυτή η Μαριλίτα Μπουροκοτά, θα ερχόταν στην συνάντηση.

-Μη μου πεις, ότι θα είναι μαζί σας και αύτη η τσιτωμένη, η Μαριλίτα;

-Ναι, θα είναι. Εσύ, από πού την ξέρεις;

-Από το Facebook.

-Δεν είμαστε στα καλά μας. Από πού και ως πού, είσαστε φίλοι; Την έχεις δει ποτέ, παιδί μου; Εδώ εγώ καλά-καλά δεν της μιλάω, γιατί είναι αντιπαθητική. Και στην παρέα έρχεται καλεσμένη από άλλη. Εγώ, από τότε που τελειώσαμε το σχολείο, μόνο σε κάτι συγκεντρώσεις την βλέπω. Τον πατέρα της έχουμε πελάτη, αλλά τον λογαριασμό του δεν τον χειρίζομαι εγώ. Και πολλά-πολλά δεν έχω μαζί της. Ούτε το τηλέφωνο της δεν έχω. Και εσύ νταραβερίζεσαι μαζί της; Αχ, θα τρελαθώ. Λέγε μου. Από πού την ξέρεις;

-Ηρέμησε, παιδί μου. Εσύ, δεν μου ζήτησες , την προηγούμενη βδομάδα, να μπεις στο Facebook, να δεις κάτι.

-Ναι, από το δικό σου μπήκα. Ξέρεις, ότι το σιχαίνομαι και δεν έχω ανοίξει σελίδα.

-Το σιχαίνεσαι, αλλά μπήκες για να δεις τι ποστάρει η συμμαθήτριά σου.

Η σύζυγός μου, που αγνοεί παντελώς τις λειτουργικές δυνατότητες των κοινωνικών δικτύων, δεν μπορούσε να φανταστεί, ότι μόλις μου επέστρεψε το laptop -και έφυγε από το δωμάτιο μου- θα έμπαινα και θα έβλεπα το τελευταίο της search.

«Και δεν μου λες, αφού εσύ δεν καθόσουνα δίπλα μου, πώς κατάλαβες ποια κοίταξα;» με ρώτησε.

Με τα πολλά, και αφού της εξήγησα την λειτουργία του search, προσπάθησε να μου δικαιολογηθεί.

-Αχ ναι, μωρέ. Ήθελα να δω το προφίλ αυτής της αχώνευτης. Είχα μάθει, ότι μετά από κάτι επεμβάσεις στο πρόσωπο, ανέβασε νέα φωτογραφία. Ε, από περιέργεια, μπήκα να την χαζέψω. Πω, πω, να την έβλεπες, Χάλια έγινε.

-Την είδα.

-Τι είδες, αγόρι μου; Μπορείς να καταλάβεις, τι έκανε;

-Και τι δεν έκανε. Φούσκωσε μάγουλα, σήκωσε ζυγωματικά, στόκαρε ρυτίδες. Ρε συ, αυτή είναι σαν τον Μπερλουσκόνι μετά από το τελευταίο botox του. Απορώ πώς την γ@μάει ο άντρας της.

-Οι παντρεμένοι, ούτως η άλλως, δεν γ@μάνε. Οπότε, μην απορείς.

Δεν απόρησα , για να μην τραβήξει και άλλο η κουβέντα μας.

«Καμιά που ξέρω, θα είναι;» την ρώτησα.

-Η Χαρά, βρε. Η κόρη του Μαυριδοκά. Αυτή που έκανες προξενιό στο Μάκη.

Την θυμόμουνα την Χαρά, την κόρη ενός μακαρίτη χουντικού, που είχε παντρευτεί ένα φασιστόμουτρο τοκογλύφο, τον Θανάση, και είχε ένα Rottweiler.Tον Μπακ. Ο τρόμος και ο φόβος της γειτονιάς. Είχε δαγκώσει από ντελιβεράδες μέχρι Αλβανούς εργάτες που δούλευαν σε ένα αυθαίρετο του πατέρα της.

Κόντεψε να φάει και τον φίλο μου τον Μάκη, ο Μπακ. Τον είχε στριμώξει σε ένα διάδρομο και τον γλυτώσαμε τελευταία στιγμή από τα δόντια του.

«Μία και μία, οι φίλες σου» της είπα. «Αυτά τα μπουμπούκια, πού τα μάζεψες; Η μία, κόρη φοροφυγά και η άλλη, η Χαρά, κόρη φασίστα παντρεμένη με φασίστα».

-Αφού, αγάπη μου, το ξέρεις, γιατί ρωτάς τα ίδια και τα ίδια; Στις συγκεντρώσεις πάω καλεσμένη. Δεν τις κανονίζω εγώ. Και στο κάτω-κάτω, δεν τις κάνω παρέα. Και για να μη νομίζεις, ότι όλες τους είναι, όπως τις λέτε εσείς, φιλελελεδούδες, θα έχουμε και δύο, που δεν είναι δεξιές.

-Έλα ρε, σώπα.

-Ναι, μωρό μου. Η μία ψήφισε ΠΑΣΟΚ.

-Μπράβο. Πρόσεξε μη σε παρασύρει και γίνεις σοσιαλίστρια. Και η άλλη;

-Άσ’ την, την άλλη. Είναι η ντροπή της τάξης μας.

-Γιατί; Είναι Συριζαία;

-Κάτι χειρότερο. Είναι αναρχική. Και είναι και γιατρός. Ενδοκρινολόγος. Την έχουμε για τα ορμονικά μας. Ευτυχώς, εγώ δεν έχω προβλήματα.

-Το ξέρω. Μου τα μεταφέρεις εμένα. Χα, χα…

-Με βλέπεις να γελάω; Δεν γελάω. Και κοίταξε, όταν στην συστήσω, Προβατά λέγεται η κοπέλα, να μην κάνεις τον ξερόλα και αρχίσεις να την ρωτάς για τον Κάιν και τον Καραμπελιά.

Σιγά μη ρωτούσα μια αναρχική για τον Κάιν και τον Καραμπελιά. Για αυτούς, ούτε η μάνα τους η ίδια δεν ρωτάει.

-Α, και φρόντισε σε παρακαλώ, να μην βάλεις αυτήν την απαίσια κρέμα στα μαλλιά σου για να δείχνουν μαύρα. Θα το καταλάβει αμέσως η Αγνή.

-Δε μου λες. Αντί να κάθεσαι και να μου λες, τι να λέω και τι να μη λέω , τι να φορέσω και τι να μη φορέσω, δεν παίρνεις καλύτερα ένα ταξί; Θα γυρίσεις ότι ώρα θέλεις και δεν θα έχεις το άγχος της εμφάνισης μου.

-Όχι. Να έρθεις εσύ να με πάρεις.

Ντύθηκα, όπως ήθελα να ντυθώ.

Blazer, μαντηλάκι στο πέτο -σαν τον Ζαμπούνη- και αθλητικό παπούτσι. Έβαλα και gel στα μαλλιά.

Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη για τελευταία φορά και επιβεβαίωσα ότι κρατιέμαι μια χαρά για την ηλικία μου. Άλλωστε, μόλις που καβάτζαρα τα πενήντα.

Και πήγα να την πάρω. Στην ώρα, περίπου, που μου είπε να περάσω να την μαζέψω.

Είναι ιδιαίτερα αμήχανη η στιγμή, που θα κάνεις την είσοδό σου σε μια γυναικοπαρέα στην οποία, εκτός από την γυναίκα σου και μια φίλη της, δεν γνωρίζεις καμία άλλη.

Η φίλη της γυναίκας σου, αυτή που σε ξέρει, θα έρθει και θα σε φιλήσει. Οι άλλες, όμως;
Χαμογελάνε και αυτές-εξίσου αμήχανα- και περιμένουν από την γυναίκα σου να αρχίσει τις συστάσεις.

Χωρίς πολλά λόγια ήτανε η παρουσίαση που μου έκανε στην παρέα τους. Είχαμε συμφωνήσει, ότι δεν θα καθόμουνα παραπάνω από δέκα λεπτά.

«Κορίτσια, αυτός είναι ο Αλέξης» είπε η γυναίκα μου, με το πού μπήκα στο μαγαζί και πλησίασα την παρέα.

Με έπιασε αγκαζέ και μία προς μία, άρχισε να μου τις συστήνει.

-Αλέξη, από εδώ η Μαρία Χατζηκώστα. Είναι συνάδελφος σου μηχανικός. Εργάζεται σαν Project Manager σε εταιρεία που κατασκευάζει αιολικά πάρκα.

Μονολεχτικά απάντησα. Με ένα ξερό «Χαίρω πολύ, Μαρία» και χωρίς να την ρωτήσω σε ποια εταιρεία εργάζεται.

Αν άρχιζα αυτές τις κρύες φιλοφρονήσεις, που ανταλλάσσει συνάδελφος με το πού τον συστήνουν σε συνάδελφο, ή τον αλληλοθαυμασμό που ο ένας δείχνει για την δουλειά του άλλου, δεν θα τέλειωνα ούτε σε μισή ώρα.

Ευτυχώς, η Χατζηκώστα δεν ήταν καμιά σαχλογκόμενα. Ούτε και εκείνη με ρώτησε πού εργάζομαι.

-Αλέξη, αυτή είναι η Ειρήνη Καπαπούτσου. Είναι εισαγγελέας Πρωτοδικών. Ήταν η απουσιολόγος της τάξης μας. Αυστηρή μεν, αλλά αδέκαστη. Και έντιμη, έτσι;

«Δεν χρειαζότανε το τελευταίο, να το πεις» απάντησε -και με το δίκιο της- η Ειρήνη, «όλοι οι συνάδελφοι είναι άνθρωποι τίμιοι».

Δικαστικό γυναίκα, καλύτερα να χαιρετήσεις με νεύμα, παρά να της δώσεις χέρι ή να της ανοίξεις κουβέντα Δεν το έχει σε τίποτα να σε χώσει μέσα για σεξoυαλική παρενόχληση η προσβολή προσωπικότητας.

Κουνώντας το κεφάλι μου, την χαιρέτησα. Φαίνεται, κατάλαβε ότι ψάρωσα. Και όχι μόνο μου έδωσε πρώτη το χέρι της, αλλά μου είπε και από πάνω:

«Έλα, βρε, να σε φιλήσω. Μη φοβάσαι. Εκτός υπηρεσίας είμαι. Τα καλύτερα λόγια μου έχει πει για σένα η γυναίκα σου».

Αισθάνθηκα δέος. Να σε φιλάει γυναίκα δικαστής δεν είναι μικρό πράγμα. Πήρα θάρρος, και όχι μόνο την αγκάλιασα, αλλά της άφησα και λίγο περισσότερο -από ό,τι οι κανόνες ευγένειας επιβάλλουν- το χέρι μου πάνω στη γυμνή πλάτη της.

Ο γύρος των συστάσεων συνεχιζόταν.

«Αλέξη, για την Αθανασία σου έχω μιλήσει» μου είπε. «Είναι η Βλαχοκανέλλη. Της έχω το account στην εταιρεία μας»

Καλύτερα να μη μου είχε μιλήσει για αυτήν, πριν έρθουμε. Θα ήμουνα λιγότερο προκατειλημμένος. Οι Βλαχοκανέλληδες, με καταγωγή από παλιούς τσιφλικάδες του λαρισαϊκού κάμπου, είχαν διακριθεί οικογενειακά στον κατοχικό μαυραγοριτισμό, στην χουντική ρεμούλα και στα μεταπολιτευτικά αλισβερίσια με τους βουλευτές της περιοχής.

Με τέτοια μούτρα, δεν θέλω πολλά-πολλά. Ήταν, όμως, η οικογενειακή τους εταιρεία, πελάτης της γυναίκας μου και έπρεπε να δείξω ευγενικός μαζί της.

«Χαίρω πολύ Αθανασία» απάντησα. «Ελπίζω να σε βοηθάει η σύζυγος μου, στη φορολογική διαμόρφωση των εταιρικών σας αποτελεσμάτων».

Φοβήθηκε η γυναίκα μου, μη και ανοίξω καμία συζήτηση για τη λίστα Lagarde, που ήταν μέσα όλη της η οικογένεια. Πέρασε κατευθείαν στην επόμενη.

«Αλέξη, αυτή είναι η Μαριλίτα Μπουροκοτά» είπε, δείχνοντας μου την τέταρτη στη σειρά φίλη της.

«Χαίρω πολύ, Μαριλίτα» απάντησα. Αυτήν την είχα δει από το Facebook και για να πω την αλήθεια μου, το lifting του Μπερλουσκόνι, έδειχνε πιο πετυχημένο.

Είχα αρχίσει να βαριέμαι. Και να σκεφτείτε, ότι έμεναν άλλες τρείς να χαιρετήσω.

-«Αλέξη, αυτή είναι η Ελένη. Πρωταθλήτρια ξιφομαχίας με το Γυμναστικό Σύλλογο Μελισσίων. Είμαστε μαζί και στην Αμερική. Σπούδασε Logistics και σήμερα είναι Διευθύντρια σε αλυσίδα τροφίμων.

«Και εγώ, Αλέξη, είμαι η Αγνή Προβατά», πετάχτηκε η επόμενη που περίμενε την σειρά της, πριν καν προλάβω να δώσω το χέρι μου στην Ελένη.

«Είμαι ενδοκρινολόγος, θεωρητική του αναρχισμού και είμαι καλά» συνέχισε, θέλοντας -όπως τουλάχιστον κατάλαβα εγώ- να παρομοιάσει τον κύκλο των συστάσεων με τους βλακώδεις κύκλους της ομαδικής ψυχοθεραπείας.

Και γυρίζοντας προς την σύζυγο μου συμπλήρωσε: «Άσε, ρε, τον άνθρωπο να πάρει αναπνοή. Με το πού μπήκε, τον έπιασες από το σβέρκο».

Αν και το κορίτσι είχε δίκιο, είπα και σε αυτήν «Χαίρω πολύ», χωρίς να απαντήσω για λογαριασμό της συζύγου μου.

«Και τέλος, η Χαρά» είπε η γυναίκα μου, ψιλοζοχαδιασμένη που η Αγνή της έκοψε τον ειρμό. «Την θυμάσαι, την Χαρά, έτσι;»

Αν την θυμόμουνα, λέει; Σίγα μη ξέχναγα αυτή τη χουντάρα που έκανε και πλάκα στο φίλο μου.

«Χαίρομαι, που σε ξαναβλέπω» της είπα. «Ο Μπακ, αυτό το άγριο σκυλί που κόντεψε να κατασπαράξει ένα φίλο μου, ζει ακόμη;».

-Καλέ, που τον θυμήθηκες; Του ρίξανε φόλα του γλυκούλη μου. Ένας Αλβανός, που ελπίζω να το βρήκε από το Θεό.

Με την ολοκλήρωση του κύκλου των συστάσεων, πρώτος εγώ είπα: «Κορίτσια, ελπίζω να περνάτε καλά».

«Καλά, καλά περνάμε» είπαν-σαν σε χορωδία-οι περισσότερες. Εκτός από την Αγνή, που φαντάζομαι ότι -σαν θεωρητική του αναρχισμού- απαξίωσε ακόμη και να χαμογελάσει.

«Καλέ, γιατί μας τον είχε κρυμμένο τόσα χρόνια;» είπε στη σύζυγο μου η Μαριλίτα, θέλοντας προφανώς να σπάσει τον πάγο. «Φοβάσαι, βρε, μην στον κλέψουμε;».

Αυτές τις μ@λακίες περιμένουν οι γυναίκες, για να αρχίσουν τα μεταξύ τους χωρατά. Και είναι αυτοί οι σαχλοί χαριεντισμοί, που μου γυρίζουν τα άντερα.

Χαμογελούσα σαν ηλίθιος. Άφηνα την γυναίκα μου να ανταπαντά, με εξίσου σαχλές ατάκες.

-Όχι, βρε. Αν μου τον πάρετε, φοβάμαι μην τον λουστείτε.

Όσο γελάτε εσείς που τα διαβάζετε, άλλο τόσο γελούσα και εγώ που τις άκουγα. Ήθελα να της πω «Κόφ’ το», αλλά σεβόμουν την βραδιά της και την γιορτινή τους διάθεση.

Αν καθόμουνα συνέχεια δίπλα τους, θα ήμουνα υποχρεωμένος να ακούω τέτοιες χαζομάρες.

Τι μου έμενε, να κάνω; Να πάω στο bar, να πάρω κανένα ποτό.

«Είσαστε από την παρέα των κοριτσιών;» με ρώτησε ο μπάρμαν, όταν ζήτησα να πληρώσω τo επτάστερο cognac που παρήγγειλα.

-Δυστυχώς.

-Όχι, δεν το λέω για αυτό. Τα ποτά όλα, αυτής της παρέας, είναι κερασμένα από την Αγνή. Είχε, χθες, τα γενέθλιά της.

Καλά κατάλαβα ότι αυτή η κοπέλα, η Αγνή, διέφερε από τις υπόλοιπες. Δεν πάρλαρε σαν την Μαριλίτα η την Χαρά, δεν ήταν βαριά και αμίλητη σαν την συνάδελφο μου την Χατζηκώστα και δεν ήταν σπαστική σαν την Ειρήνη. Και εκτός από ανοιχτοχέρα, ήταν και όμορφη.

Άλλο, λοιπόν, να σε κερνάει μια όμορφη Κυρία και άλλο μια πατσαβούρα.

Την όμορφη Κυρία θα πας και θα την ευχαριστήσεις με ενθουσιασμό.

Αυτή που δεν βλέπεται, πάλι θα την ευχαριστήσεις- αυτό επιβάλουν οι κανόνες της αστικής ευγένειας- αλλά θα το κάνεις με βαριά καρδιά.

Με ένα ποτό στο χέρι, σε μια παρέα γυναικών που μόλις έχει γνωρίσει, στέκεσαι όρθιος σα βλάκας και ακούς αυτά που λένε.

Οι γυναικείες ιστορίες, των φιλενάδων της συζύγου μου, είναι οι ίδιες και οι ίδιες.

Συμβάντα ασήμαντα, ερωτικού περιεχομένου συνήθως, που μεγαλοποιούνται στο μικρόκοσμο μιας παρέας. Τις έχω μάθει απέξω.

Γνωρίζω πολύ καλά την ιστορία της Ειρήνης. Με οχτώ βαθμούς μυωπία, πριν από δέκα χρόνια, ετοιμαζόταν να κάνει πίπα σε ένα οφθαλμίατρο, εκείνος την ώρα που κατέβαζε το παντελόνι του, της είπε «Δεν φοράς τα γυαλιά σου, να βλέπεις καλύτερα;» και εκείνη του απάντησε: «Μυωπία έχω ρε μ@λάκα, από κοντά βλέπω». Και δεν γελάγανε τόσο για αυτό, όσο γιατί ότι τα ίδια ακριβώς της είχε πει και ένας εφέτης.

Έχω ζήσει, από πρώτο χέρι μάλιστα, την ιστορία με το προξενιό της Χαράς.

Σε αυτήν δυστυχώς πρωταγωνιστής ήταν ο φίλος μου ο Μάκης με guest star εμένα, και το φινάλε της θα μπορούσε να είχε οδυνηρές συνέπειες για τον φίλο μου. Αυτή η μ@λακισμένη είχε ένα άγριο Rottweiler που στρίμωξε τον φίλο μου σε ένα διάδρομο και περίμενε την εντολή της για να τον αφήσει ελεύθερο.

Ακόμη, έχω επανειλημμένα ακούσει πώς βάλανε την Παρί, ένα πoυταναριό ολκής, να την πέσει στον Αρίστο, τον αρραβωνιαστικό της Ελένης, για να τον δοκιμάσουν, αν της είναι πιστός.

Και ο Αρίστος, όχι μόνο πήδηξε την Παρί, αλλά χώρισε και την Ελένη, αφού πρώτα την πλάκωσε στο ξύλο επειδή του αμφισβήτησε την πιστότητα.

Οι παλιοί απόφοιτοι, είτε άντρες είτε γυναίκες, όταν μετά από χρόνια βρίσκονται ξανά μαζί ρίχνουν τις μάσκες του καθωσπρεπισμού και μιλούν, όπως θα μίλαγαν όταν ήταν δεκαοχτάρηδες. Βωμολοχούν, ασχημονούν και βρίζονται μεταξύ τους.

Και όταν βαρεθούν με αυτά τα παιδιαρίσματα, ξαφνικά σοβαρεύονται και προσπαθεί ό ένας να εκμεταλλευτεί τις επαγγελματικές γνώσεις του άλλου.

Έτσι, όταν στη παρέα βρεθεί δικηγόρος, όλο και κάποιος θα θυμηθεί αυτό που τον είχε απασχολήσει τον τελευταίο καιρό, και ο δικηγόρος, που πλήρωσε, δεν του το έχει ακόμη τακτοποιήσει. Μια κληρονομιά, ένα διαζύγιο, μια αγωγή.

Αν υπάρχει μηχανικός στην ομήγυρη, θα ρωτήσουν για το σώμα του καλοριφέρ που δεν ζεσταίνει ή για καμία οικονομική μόνωση στη ταράτσα του εξοχικού τους.

Και αν, τέλος, πετύχουν γιατρό, εκεί να δεις γλέντια. Είναι ικανοί μέχρι και την πίεση να ζητήσουν να τους πάρει.

Εκείνο που είναι σίγουρο, είναι ότι ποτέ δεν κάνεις πελάτη κανένα από αυτούς που ρωτάνε.

Όταν τους πεις να περάσουν από το γραφείο σου για να συζητήσετε σοβαρά, θα κάνουν την παλαβή. Ξέρουν ότι δεν θα τη βγάλουν στο τζάμπα και ότι οι επισκέψεις χρεώνονται. Ειδικά στους γιατρούς.

Όταν λοιπόν, σε μια παρέα γυναικών ηλικίας γύρω στα σαρανταπέντε υπάρχει ενδοκρινολόγος, για τι πράγμα νομίζετε ότι θα ρωτήσουν;

Για την περίοδο τους, για τα κιλά που βάλανε, και, αν έχουν και θάρρος μαζί τους, για το αν ο άντρας τους πρέπει να πάρει κανένα Viagra, για να του σηκωθεί. Θα ρωτήσουν, επίσης, κάθε τι που αφορά τις γυναικείες ορμόνες.

Ενδοκρινολόγος η Αγνή, τις ορμόνες απέξω και ανακατωτά τις ξέρει. Η απάντησή της -για να μην της ζαλίσουν τον έρωτα προφανώς- ήταν τόσο γενική, που είμαι σίγουρος, ότι καμία τους δεν έβγαλε άκρη.

-Τα συνηθέστερα συμπτώματα της ορμονικής ανισορροπίας είναι το άγχος, η κυκλοθυμικότητα, οι αϋπνίες, η κούραση, τα προβλήματα βάρους, η τριχόπτωση ή η αυξημένη τριχοφυΐα, οι ημικρανίες, η έλλειψη ερωτικής διάθεσης, η λιπαρότητα και ή ξηρότητα του δέρματος, η ακμή, οι λιγούρες, το προεμμηνορυσιακό σύνδρομο και τα χαμηλά ποσοστά γονιμότητας».

«Και όσο για το Viagra» κατέληξε, λύνοντας ανάλογη απορία, «αυτό για να ενεργήσει προϋποθέτει την ερωτική επιθυμία του άνδρα. Αν ο άλλος βαριέται, ό,τι και να του δώσεις, δεν πιάνει».

Οι τζαμπατζήδες, αυτοί που ντρέπονται και δεν θέλουν να τους περάσουν γύφτους, βρίσκουν ευκαιρία να ρωτήσουν κάτι, πάντα μετά από μια σχετική απάντηση.

«Ρε συ Αγνή» είπε η Ελένη, «με την ευκαιρία, να σε ρωτήσω κάτι σχετικό; Από τότε που ο άντρας μου φόρεσε περουκίνι, σταμάτησε να με πηδάει. Μπορείς να μου πεις, τι φταίει;».

-Φταίει, ότι η περούκα ερεθίζει την καράφλα, με αποτέλεσμα να ιδρώνει το κεφάλι του. Ο ιδρώτας αυτός προκαλείται από την έκκριση ειδικών ορμονών, όπως αδρεναλίνης και νοραδρεναλίνης. Η έκκριση της αδρεναλίνης ρίχνει την τεστοστερόνη, οπότε ο δικός σου δυσκολεύεται να το κάνει. Βάζω στοίχημα, ότι τελειώνει και γρήγορα.

-Ναι, ρε γαμώτο μου, δυστυχώς.

-Φυσικά. Αφού η έκκριση αδρεναλίνης συνδέεται άμεσα με την πρόωρη εκσπερμάτιση, δεν θα τελειώνει και γρήγορα;

-Και τι να κάνω, ρε Αγνή;

-Να του βγάζεις το περουκίνι, όταν πάτε να ξαπλώσετε. Και να του σκουπίζεις το κεφάλι.

-Μπα, με τίποτα δεν θα με αφήσει. Όταν το αποχωρίζεται, αισθάνεται μειονεκτικά. Τον πιάνουν τα ψυχολογικά.

-Τι να σου πω; Στείλε τον σε ψυχολόγο.

“Να σου συστήσω την ξαδέλφη μου, Ελένη;» πετάχτηκα, χωρίς να ρωτηθώ. Ηθελα να πω κάτι, για να μη νομίσουν ότι έχω πιεί το αμίλητο νερό.

Ράνια είναι ψυχολόγος με ειδίκευση σε περιπτώσεις αποκατάστασης σεξoυαλικής ανικανότητας ατόμων που πάσχουν από το λανθάνον ερωτικό σύνδρομο της επιθυμίας σύναψης σχέσεων με ξαδέλφια, θείες, η ανιψιές».

-Δεν θα καταφέρει τίποτα η δικιά σου, Αλέξη μου. Εγώ με τον άντρα μου, είμαστε σαν αδέλφια.

Οι ερωτήσεις έπεφταν η μία πίσω από την άλλη.

Είναι, πάντως, ενδιαφέρον, να ακούς μια γιατρό να δίνει συμβουλές ομορφιάς, διατροφής και γυναικολογικών διαταραχών.

Μέσα σε λίγη ώρα, έμαθα για την οιστραδιόλη και τους πόνους που προκαλεί στις ωοθήκες. Για την ευθύνη των χαμηλών επίπεδων της προγεστερόνης στην κολπική ξηρότητα. Για τα εμμηνοπαυσιακά συμπτώματα των μειωμένων οιστρογόνων.

Και άλλα πολλά έμαθα, που, αν καθόμουνα να τα γράψω, δεν θα έγραφα αυτά που έπρεπε να γράψω.

Αν και είχα υποσχεθεί στην γυναίκα μου, ότι θα καθόμουν μόνο για κανένα δεκάλεπτο, και μετά θα της ζητούσα να φύγουμε με το πρόσχημα της αυριανής εργάσιμης μέρας, δεν έλεγα να το κουνήσω.

Η Αγνή, με το χάρισμα της απλότητας του λόγου της, με είχε γοητεύσει.

Και αν απορείτε, αν ήταν και όμορφη, ναι, ήταν αρκετά όμορφη. Η εμφάνισή της, καμία σχέση με τις ενδυματολογικές προτιμήσεις των αναρχικών.

Πουκάμισο see-through, με τα δύο πρώτα κουμπιά ανοικτά, φούστα κοντή και εφαρμοστή-αλλά όχι ξεκωλέ – και μποτάκια δερμάτινα.

Και από χρυσαφικά, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες της παρέας της, που ήταν φορτωμένες με ένα σωρό μεταλλικά τσουμπλέκια, στο λαιμό της ένας σταυρός -μπορεί να ήτανε και ο βαφτιστικός της- και στα χέρια της, στο αριστερό, ένα λεπτού πάχους χρυσό βραχιόλι, με χαραγμένο το σύνθημα «What solution? Revolution», και στο δεξί, ένα μεγάλο Rolex Daytona.

Εμφάνιση που, λόγω ηλικίας, θα παρέπεμπε σε αρχοντομιλφάρα. Δηλαδή, μια αριστοκρατική Κυρία που γουστάρουν τρελά οι πιτσιρικάδες.

Εντάξει, είχε στο πόδι της ένα τατουάζ με το σήμα της ειρήνης, αλλά ούτε τρυπημένες μύτες και ούτε περίεργα σκουλαρίκια.

Προσωπικά εμένα, αυτός ο τύπος της γυναίκας, αν μάλιστα έχει και πολιτική άποψη, όπως είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω σε λίγο, μου αρέσει πολύ.

Το βράδυ αυτό, λοιπόν, την Αγνή, για πολλά την ρωτούσαν και σε όλα έδινε λύσεις ή συμβουλές.

Σε αυτές που είχαν ανώμαλο κύκλο -οι περισσότερες δηλαδή- τους πρότεινε να πίνουν φυσικούς χυμούς. και να κάνουν προγραμματισμένο s-e-x.

Στις χοντρές, έλεγε να σταματήσουν να τρώνε.

Και στις νευρωτικές, να σταματήσουν να παίζουν με τα κινητά τους και να βλέπουν τηλεόραση ή να διαβάζουν εφημερίδες.

«Οι ορμόνες, κορίτσια, είναι θέμα εγκεφάλου» τους έλεγε. «Αν βλέπεις Πορτοσάλτε, ακούς Μπάμπη η διαβάζεις Παπαχρήστου, σου γεννιέται ο φόβος. Ο φόβος, τι είναι, ξέρετε;»

-Είναι το συναίσθημα που προκαλείται από τη συνειδητοποίηση ενός πραγματικού ή πλασματικού κινδύνου ή απειλής. Ο φόβος δημιουργεί το stress. Το stress βάζει το άτομο σε μια κατάσταση μάχης η φυγής. Σε αυτές τις καταστάσεις εκκρίνονται η επινεφρίνη, η νορεπινεφρίνη και άλλες πολλές ενδορφίνες. Η μη ελεγχόμενη έκκριση αυτών των ορμονών κάνει τους ανθρώπους είτε απαθείς, οπότε συμπεριφέρονται σαν βόδια η πρόβατα, είτε επιθετικούς, οπότε αποκτούν συμπεριφορά ταύρου, και τα κάνουν όλα γυαλιά καρφιά.

Μου αρέσανε αυτά που άκουγα. Αλλά, δεν αρέσανε στην Ειρήνη. Τη δικαστικό.

-Δεν μας τα λες καλά, ρε Αγνή. Μη μου πεις ότι οι δικοί σου, που τα σπάνε κάθε τόσο και λιγάκι, διαβάζουν εφημερίδες ή βλέπουν τηλεόραση;

-Βλέπουν οι παππούδες τους. Και τις μέρες, που ο παππούς παίρνει την σύνταξη, και πάνε να πάρουν το χαρτζιλίκι τους, η τηλεόραση συνήθως παίζει. Ε! Ακούνε αυτούς τους καραγκιόζηδες, στρεσάρονται και εκκρίνονται οι ενδορφίνες τους. Οι ενδορφίνες είναι αναλγητικές ουσίες εφάμιλλες της μορφίνης, που καταστέλλουν την αίσθηση του φόβου και του πόνου. Γι’ αυτό και πλακώνονται με τους ματατζήδες. Και να τους βαράνε, δεν πονάνε. Βέβαια, οι μισοί από αυτούς που τα σπάνε είναι καμουφλαρισμένοι Χρυσαυγίτες.

-Το ξέρω, για αυτό και δεν τους χώνουμε μέσα. Να μην καούν μαζί με τα ξερά και τα χλωρά.

Με ανοικτό το στόμα είχα μείνει, από τον διάλογο της Αγνής με την Ειρήνη.

Μια ενδοκρινολόγος εξηγούσε με απλά λόγια την παθολογία της έκκρισης ενδορφινών για την αντιμετώπιση φοβικών καταστάσεων, που προκαλούν οι τηλεοράσεις και οι εφημερίδες, και μία δικαστικός αιτιολογούσε την δικανική της κρίση για την αθώωση αυτών που προσάγονται στα συνήθη επεισόδια.

Άκουγε η Χαρά, που δεν φημίζεται για την εξυπνάδα της, τις βλαβερές συνέπειες της τηλεόρασης στον οργανισμό, και τόλμησε να της την πέσει.

-Μωρή έξυπνη, μπορείς να μου πεις, γιατί, όταν εγώ παρακολουθώ τηλεόραση χαλαρώνω και δεν φοβάμαι τίποτα. Ακούω τον Κυριάκο, τον Άδωνι ή τον Ράμφο να μιλάει και μου ανοίγει η καρδιά.

-Μην ανησυχείς και σε μένα το ίδιο θα συνέβαινε, αν τους έβλεπα.

-Ναι ε; Μπα, πώς και γιατί; Αφού, εσύ είσαι ανάρχα.

-Γιατί, χρυσό μου, τη στιγμή που γελάμε πραγματοποιείται ένας καταιγισμός βιοχημικών αλλαγών. Στον εγκέφαλο απελευθερώνονται οι νευροδιαβιβαστές εγκεφαλίνη και σεροτονίνη, που μας προκαλούν χαλάρωση και ευφορία. Το κατάλαβες;

Σίγουρα η Χαρά, που δεν φημίζεται για την εξυπνάδα της, δεν θα το κατάλαβε. Διαφορετικά θα αρπαζόντουσαν.

Στο μεταξύ, οι απορίες έπεφταν βροχή. Στην ιατρική επιστήμη, όμως, δεν υπάρχει μόνο η διάγνωση. Υπάρχει και η θεραπεία.

Και για την θεραπεία κάθε νόσου και κάθε μ@λακίας, από μία ενδοκρινολόγο εκείνο που ζητάνε οι περισσότεροι, είναι συμπληρώματα, βιταμίνες και αναβολικά φάρμακα.

«Εγώ, τέτοια πράγματα σπάνια γράφω» ξεκαθάρισε με την πρώτη άσχετη ερώτηση για την οστεοπόρωση που, όπως έμαθα, βασάνιζε την Μαριλίτα.

«Και τι να κάνω, ρε Αγνούλα, που πονάνε όλες μου οι αρθρώσεις, όταν αρχίζουν οι βροχές;»

-Να έρθεις στο ιατρείο μου.

-Έλα, μωρή Ρόζα Λουξεμπουργκ, πες μας.

Και αν, ο αρσενικός αναρχικός είναι κατά βάση εμπορικά αγνός άνθρωπος -το πολύ πολύ να ανοίξει κάνα βιβλιοπωλείο-, το θηλυκό είναι έξυπνο και γνωρίζει να προμοτάρει την δουλειά του.

Αν έχει μαγαζί που πουλάει ταγάρια και χαϊμαλιά και μπεις να αγοράσεις εμπόρευμα, θα σου χαρίσει φεύγοντας -αν κάνεις τζίρο εξυπακούεται- Τ-shirt με την στάμπα του Τσε.

Αν είναι μπαργούμαν σε μαγαζί της πλατείας, το εσπρεσάκι που θα σου σερβίρει, θα το συνοδέψει με διπλό μπισκότο, αντί για ένα που βάζουν όλα τα υπόλοιπα.

Και αν είναι ενδοκρινολόγος, θα κάνει service differentiation.

Πώς έχει διαφοροποιήσει τις προσφερόμενες υπηρεσίες της η Αγνή;

Με την νέα θεραπευτική τεχνική, μιας συναδέλφου της, υπηκόου Ρουμανίας, με την οποία συνεργάζεται στο ιατρείο της. Της Νατάσας Ποπέσκου.

Νατάσα και Αγνή συναντήθηκαν στο Μόντρεαλ το 2013, όταν μια ομάδα αναρχικών μπούκαρε στο Προξενείο για να διαμαρτυρηθούν για θέματα μεταναστών.

Στο group των Ελλήνων ήταν η Αγνή. Δίσταζε να μπει μέσα. Μέχρι που την είδε η Νατάσα, την έπιασε από το χέρι, μπήκαν μέσα και αφήσανε τις προκηρύξεις και την ώρα που αποχωρούσανε, στην εξώπορτα, φάγανε τις συνηθισμένες ψιλές που ρίχνουν οι μπάτσοι.

Η Αγνή είχε ματώσει, η Νατάσα είπε «τυχερή είσαι, είμαι γιατρός, θα σε φροντίσω, έλα στο σπίτι», η Αγνή απάντησε «Και εγώ γιατρός είμαι, δεν έρχεσαι εσύ στο δικό μου;», η Νατάσα ξεκαθάρισε «ευχαρίστως, αλλά να ξέρεις, δεν είμαι λέσβω» και όταν η Αγνή επιβεβαίωσε, ότι ούτε και αυτή ήταν, έφυγαν μαζί αγκαζέ για το σπίτι της τελευταίας.

Στη συζήτηση που είχαν, στο σπίτι της Αγνής, πέρα από τα πολιτικά, ανοίχτηκαν και στα επαγγελματικά. Μίλησαν για τις σπουδές τους, το δύσκολο ξεκίνημα και το άγχος της επιβίωσης σε μια πρώην σοσιαλιστική χώρα.

«Θέλω να φύγω από την κόλαση της Ρουμανίας» της είχε εξομολογηθεί η Νατάσα. «Στην πατρίδα μου οι αναρχικοί είναι μούχλες».

Αυτό ήταν. Η Αγνή της πρότεινε να έρθει στον παράδεισο της Ελλάδας.

Κάνανε τους λογαριασμούς, που κάνουνε οι καλοί φίλοι, χωρίσανε αρμοδιότητες, και η Νατάσα μπήκε με ποσοστά στο ιατρείο της Αγνής.

Η Νατάσα Ποπέσκου, απόφοιτος της Ιατρικής σχολής του Βουκουρεστίου, είχε καθηγήτρια στο μάθημα της Γεροντολογίας την φημισμένη Anna Aslan. Από την γεροντολόγο κατανόησε ότι η καλύτερη αγωγή για την αποκατάσταση της ορμονικής ανισορροπίας είναι η σωματική άσκηση.

Η τεχνική της Νατάσας βασίζεται στην εξειδικευμένη εφαρμογή ενός κύκλου γυμναστικών ασκήσεων προσαρμοσμένων στις ορμονικές ανάγκες του ασθενούς.

Όσο πιο πολύ παραστατικά εξηγούσε η Αγνή την ιατρική αυτή αγωγή.

«Θες να ψηλώσεις; Ακόμη και στην ηλικία μας, κορίτσια» είπε, «το ξέρετε, ότι μπορούμε να βάλουμε τρεις-τέσσερις πόντους;»

«Πώς, ρε Αγνή;» την ρώτησε πάλι η Ελένη, η οποία, εκτός από το ότι είναι χοντρή και αγάμητη, είναι και κοντή.

-Να κάνεις ασκήσεις με σχοινάκι. Και βάρος χάνεις, και ύψος παίρνεις.

-Τι; Σχοινάκι στην ηλικία μας;

-Ναι, σχοινάκι! Πέρα από την ταχύτητα, την εκρηκτικότητα και το χάσιμο λίπους, το σχοινάκι είναι μια εκπληκτική άσκηση για τα πόδια. Χτίζεις μυς και κάνεις διατάσεις την ίδια στιγμή. Όσο πιο πολύ πηδάς τόσο πιο πολύ ψηλώνεις! Το ξέρεις ότι μπορείς να πάρεις πίσω το ύψος που «κρύβεται» από την κακή στάση του σώματος και τις ταλαιπωρημένες αρθρώσεις; Ακούς εσύ Μαριλίτα, που με ρώτησες για τις αρθρώσεις σου;

«Ναι, καλέ, σε ακούω» απάντησε η τελευταία.

-Και κρεμάσματα! Τα κάθε λογής κρεμάσματα σε μονόζυγο η στην μπάρα του πίθηκου είναι ότι καλύτερο για να κάνετε ένα ολικό stretch στο σώμα σας.

-Θα κάνετε ασκήσεις για να ξεστρεσαρισθείτε. Και με ήπιο τρόπο, έτσι; Δεν πάτε για στριπτητζούδες.

Με τόσα και τόσα πράγματα που άκουγα, και έβρισκα ολοένα και πιο ενδιαφέροντα, θα ήταν αδύνατον να μη σκεφτώ τον φίλο μου τον Μάκη. Του τηλεφώνησα, όταν οι γυναίκες ανοίξανε συζήτηση για τους στεγνούς κόλπους.

«Μάκη, ξέρεις, είμαι με την παρέα της γυναίκας μου, στο Μετς» του είπα για εισαγωγή.

Η πρώτη ερώτηση του, ήταν αν αξίζει καμία η είναι όλες ψοφίμια.

Αν καθόμουνα και του έλεγα πώς έχει καταντήσει η καθεμία, θα βαριότανε και θα μου το ‘κλεινε. Μπήκα κατευθείαν στο θέμα.

«Ρε συ, η δικιά μου ήτανε συμμαθήτρια με μια ενδοκρινολόγο αστέρι. Εφαρμόζει μια νέα αγωγή, χωρίς φάρμακα και συμπληρώματα. Την έχουν πλακώσει οι γκόμενες στις απορίες. Θέλεις να την ρωτήσω τίποτα για πάρτη σου;

-Πες της ότι μου πέφτουν τα μαλλιά. Το έχεις παρατηρήσει, έτσι; Σε δύο γιατρούς έχω πάει και δεν έχουν καταφέρει τίποτα. Να μας πει, τι πρέπει να κάνω.

-Θα σου πει να πας στο ιατρείο της.

-Να την ρωτήσεις πόσο παίρνει.

Εννοούσε την επίσκεψη ο Μάκης και με το πού επέστρεψα ξανά στην παρέα, περίμενα την ευκαιρία, για να ρωτήσω την ενδοκρινολόγο.

«Ρε Αγνή» της είπα, «ένας φίλος ρωτάει πόσο χρεώνεις την επίσκεψη».

Η κοπέλα, φαίνεται είχε έντονη την πολιτική συνείδηση μέσα της, γιατί είχε διαφοροποιήσει την χρέωσή της ανάλογα με την ιδεολογία του επισκέπτη.

-Για φιλελέδες ή πασόκους, το ίδιο είναι και οι δύο, η ταρίφα πάει ογδόντα. Από τους Συριζαίους ζητάω εξήντα και, αν κάνουν παζάρια, τους το κατεβάζω στα πενήντα. Σε κουμουνιστές παίρνω κάτι πιο λίγο, τους λυπάμαι μωρέ αυτούς, και στα συντρόφια μου, τους ανάρχες, ένα εικοσάρικο.

Θα ήταν αδύνατον, να ρωτάω εγώ μια πρώην συμμαθήτρια της γυναίκας μου, ότι κάποιος φίλος μου θέλει να την επισκεφτεί, και η γυναίκα μου, να μη ρωτήσει ποιος είναι.

«Ποιος είναι, Αλέξη;» με ρώτησε. «Κανένας, που δε του σηκώνεται;».

Της απάντησα, ότι είναι ο Μάκης, που του σηκώνεται, αλλά έχει άλλο θέμα.

Χωρίς να προλάβω καν, να πω στην Αγνή, τι θέμα είχε ο Μάκης, η σύζυγος μου τον έδωσε.

«Είναι καλό παιδί, αλλά αριστερός» είπε.

«Αριστερός, τι αριστερός;» ρώτησε εκείνη. «Κοινοβουλευτικός η εξωκοινοβουλευτικός;».

-Ωχ, άσε με τώρα, μη με ζαλίζεις. Με εσάς τους αριστερούς δεν βρίσκω πότε άκρη. Ξεκινάτε από το ένα κόμμα και πάτε στο άλλο. Οι μισοί ερχόσαστε σε μας τους δεξιούς για να βολευτείτε σε καμία περιφέρεια και να ξαναμπείτε στη Βουλή, και οι άλλοι μισοί φεύγετε από τη Βουλή και φτιάχνετε από ένα κόμμα ο καθένας, που δεν πρόκειται να μπει ποτέ στη Βουλή.

Την μπέρδεψε τόσο πολύ η γυναίκα μου, την Αγνή, που η κοπέλα δεν κατάλαβε τίποτα.

«Ξέρεις, Αγνή» άρχισα να της λέω, «ο Μάκης ξεκίνησε από το ορθόδοξο ΚΚΕ».

-Όλοι οι αριστεροί του κώλoυ, από εκεί συνήθως ξεκινάνε. Για συνέχισε.

-Εγω, πάντως, για να μη έχεις την ίδια γνώμη και για μένα, ξεκίνησα από το ΡΗΓΑ και το Εσωτερικό.

-Εσείς δεν είσαστε του κώλoυ. Είσαστε της πλάκας. Για λέγε μου, λοιπόν, για τον φίλο σου.

-Αγνή, ο φίλος μου, όπως είπε και η γυναίκα μου, είναι καλό παιδί. Δηλαδή, όχι παιδί και υπερβάλλουμε. Ένας καθώς πρέπει Κύριος είναι. Παντρεμένος, με δύο παιδιά.

-Ωραία. Και τι θέλει;

«Να βάλει μαλλιά» είπα, κοκκινίζοντας ελαφρά. Ντρεπόμουνα, λες και θα πήγαινα εγώ να βάλω.

«Α, τον γελοίο» πετάχτηκε η γυναίκα μου, «τι να τα κάνει τα μαλλιά; Αφού είναι παντρεμένος. Ρε, μπας και βρήκε καμιά γκόμενα ο φίλος σου;»

Αυτό ήτανε. Άλλο που δεν θέλανε τα κορίτσια -τι κορίτσια δηλαδή, κυρίες είναι όλες τους, αλλά τέλος πάντων- να αρχίσουν να σχολιάζουν ένα άνθρωπο, που ποτέ δεν είχαν συναντήσει.

«Οι άντρες μέσης ηλικίας» είπε η Χαρά, κοιτώντας πονηρά εμένα, «όταν αρχίζουν δίαιτες, βάφουν ή βάζουν μαλλιά, και αλλάζουν ντύσιμο, είναι σίγουρο ότι κάτι έχουν στο μυαλό τους».

Η πουτάνα, η Χαρά, την ώρα που τα έλεγε, κοίταζε συνεχώς τα μαλλιά μου.

Ούτε μαλλιά μου λείπουν, ούτε αχτένιστος ήμουνα, εκείνο το βράδυ. Γιατί, λοιπόν, είχε τα μάτια της συνεχώς κολλημένα πάνω στο κεφάλι μου; Το παρατήρησα από την πρώτη στιγμή που μπήκα στο μαγαζί.

«Για να δω από κοντά τα δικά σου μαλλιά, Αλέξη;» μου είπε. «Σαν πολύ μαύρα μου φαίνονται για την ηλικία σου. Βάζεις τίποτα πάνω τους, αγόρι μου;».

Ένοιωσα αμηχανία. Η ερώτηση ήταν στοχευμένη.

Το θέμα της βαφής ήταν για μένα ένα ζήτημα ταμπού. Απέφευγα να το ανοίξω, όταν η κουβέντα, στις συζητήσεις της παρέας μας, αφορούσε τους άνδρες που περιποιούνται τις λευκές τρίχες.

«Χαρά, χρησιμοποιώ μια ειδική κρέμα υποστήριξης του αρχέγονου φυσικού χρώματος» της απάντησα.

-Κατάλαβα, τα βάφεις.

-Όχι, δεν κατάλαβες. Δεν είναι αυτό που νομίζεις.

-Ρε, απατεωνάκο, όπως και να το πεις, σημασία έχει η πράξη. Ρίχνεις ή δεν ρίχνεις μαύρη μπογιά στα μαλλιά σου;

-Ναι, αλλά δεν είναι χημική βαφή. Είναι μία άχρωμη λοσιόν, με φυσικά συστατικά που ενεργοποιούν τη μελανίνη των τριχών, με αποτέλεσμα την αντιστροφή του γκριζαρίσματος. Είναι, πώς να πω, κάτι σαν φυσική υποστήριξη. Τονίζει τα μαύρα.

«Κατάλαβα. Αλλά καλύπτει και τα άσπρα» απάντησε αμέσως γελώντας. Και γελάσανε και όλες οι άλλες οι ηλίθιες μαζί της.

Να πω την αλήθεια μου, δεν γουστάρω τους ανθρώπους, που ενώ έχουν να σε δουν κάτι χρόνια, ξανοίγονται με την πρώτη, και αρχίζουν, με δήθεν αστειάκια, να σε πειράζουν.
Πετάνε τις μπηχτές τους, και γελάνε και από πάνω.

Και πολύ περισσότερο, δεν γούσταρα που το καλαμπούρι το ξεκίνησε η σεσημασμένη κόρη ενός χουντόβλαχου. Η νυν σύζυγος ενός φασισταρά, μπορεί και χρυσαυγίτη.

Τα παίρνω, και δεν το έχω σε τίποτα να πλακωθώ.

Άκου εκεί, να με πει απατεωνάκο. Και ποιος της έδωσε την άδεια, να με λέει «αγόρι μου»;

Το κατάλαβε αμέσως η γυναίκα μου. Έβλεπε, ότι ήμουνα έτοιμος να αρπαχτώ, και ήθελε να προλάβει τα χειρότερα.

«Αλέξη ξέρεις» είπε, κοιτάζοντας πότε εμένα και πότε τις άλλες που γελούσανε, «η Χαρά ήταν το πειραχτήρι του Αρσάκειου. Εμείς δεν την παρεξηγούμε. Θυμάσαι, ρε, τι πλάκα είχαμε κάνει στον φίλο σου, τον Μάκη; Τότε, που της τον προξενεύαμε».

-Το θυμάμαι, και δεν θέλω να το συζητήσουμε.

«Ναι, αλλά είχαμε γελάσει πολύ τότε» είπε η Χαρά. «Βρε, εμείς είμαστε κορίτσια ξέγνοιαστα. Γελάμε πολύ εύκολα».

-Μπράβο. Απορώ, πώς και δεν γελάτε, που βλέπει η μία με τη φάτσα της άλλης.

Μετάνιωσα, που το είπα.

Το πρόσωπο της Χαράς πήρε μια άλλη όψη. Αν και οι πειραγμένες στο πρόσωπο γυναίκες, αδυνατούν λόγω της στερεοπηκτικής δράσης των κολλαγόνων, να εκφράσουν έντονη συναισθηματική φόρτιση, μπροστά μου έβλεπα μια σκύλα, έτοιμη να με αρπάξει.

Την απάντησή της, έτοιμη την είχε.

-Δεν σου αρέσει, ρε βαψομαλλιά, η φάτσα μου; Πες μου, τι το περίεργο έχει. Βλέπεις καμία ρυτίδα, ρε αριστεροχαρούμενε; Ξέρεις, ρε μ@λάκα, γιατί φούσκωσα τα χείλη μου;

Να είναι καλά, το κορίτσι η Αγνή, που χώθηκε ανάμεσα μας, πιθανόν για να με υποστηρίξει. Μπορεί να μην την χώνευε κιόλας, αφού γνώριζε τι φασιστόμουτρο είχε παντρευτεί η συμμαθήτρια της.

«Ξέρεις, χρυσό μου, γιατί ο άνθρωπος δεν μπορεί να δει καμία ρυτίδα;» της είπε. «Γιατί έκανες πλαστική. Και ξέρεις γιατί είπε, να γελάμε με τη μούρη σου; Γιατί αυτός που πήγε να σε μαζέψει, σε έκανε σαν μoυνί καπέλο».

Είχα χρόνια να ακούσω αυτή την έκφραση. Οι νέοι δεν την χρησιμοποιούν πιά. Τη θεωρούν depassé. Οι παλαιότεροι όμως, σαν τις συμμαθήτριες της γυναίκας, σκάσανε στα γέλια.

Τσαντίστηκε ακόμη πιο πολύ η Χαρά. Είχε να τα βάλει με δύο, τώρα.

«Βούλωσε το εσύ, μωρή wannabe αναρχική» γύρισε και είπε στην Αγνή. Σε ρώτησε κανείς, που πετάχτηκες σαν την τσουτσού; Τον μ@λάκα ρωτάω».

Ήταν η σειρά της Αγνής, να φορτώσει.

– Κορίτσια, την ακούτε; Μου είπε, η χουντάρα η Μαυριδοκά, να το βουλώσω. Θα της ρίξω καμία μπούφλα».

-Αν τολμάς, ρίξε, μωρή οξυζενέ αναρχοσταλίνα. Και θα δεις, μετά τι θα πάθεις.

-Τι θα πάθω, μωρή;

-Θα σου ξεφυτρώσω όλο το extension από το μαλλί σου.

Τα δυο κορίτσια, μια αναρχική ενδοκρινολόγος και μια παρασιτική ακροδεξιά, ήτανε έτοιμα να έρθουν στα χέρια. Είχαν πλησιάσει πολύ κοντά η μία την άλλη. Η Χαρά, μάλιστα, είχε πιάσει στα χέρια της τα μαλλιά της Αγνής, για να δείξει στις υπόλοιπες ότι δεν ήτανε τα φυσικά της.

-Αν τολμήσεις, μωρή φουσκωμένη μπεμπέκα, και πειράξεις έστω και μια τρίχα, θα φας direct που θα σου φύγει όλος ο στόκος.

– Πρόσεξε καλά. Έτσι και με ακουμπήσεις, θα φωνάξω τον Θανάση.

– Σιγά τα αίματα, μωρή τουμπάνιζέ κυράτσα. Τι θα μου κάνει;

-Θα σε σημαδέψει, μωρή. Και ξέρεις, ο Θανάσης δεν έρχεται μόνος του. Φέρνει μαζί του και δυο-τρείς σφιχτούς από την οργάνωση. Θα σου κάνουν την μούρη αγνώριστη. Ούτε δέκα Φουστάνοι, δεν θα μπορούν να σε φτιάξουν μετά.

– Θα μου κλάσουν τα @ρχίδια, χρυσή μου. Δεν θα προλάβουν, ούτε να με ακουμπήσουν.

Κανείς μας, και ούτε φυσικά και η ίδια Χαρά, δεν κατάλαβε τι μπορούσε να σημαίνει αυτός ο γραψαρχιδισμός της Αγνής στον δυνητικό ερχομό ενός φασίστα συνοδευόμενου από τους ανάλογους μπράβους.

Μέχρι που είδαμε τον μπάρμαν -Ρότσιλντ λέγανε το παλικάρι και ήταν ο γκόμενος της συναδέλφου της Αγνής, της Νατάσας από την Ρουμανία- να αφήνει την μπάρα και να πλησιάζει στην παρέα μας.

«Αγνή, εντάξει όλα;» την ρώτησε. «Χρειάζεται, να ‘ρθουν τα παιδιά;»

Βλάκες δεν είμαστε, ούτε και η Χαρά, αν και είναι, για να μη καταλάβουμε, ότι τα παιδιά θα ήταν τίποτα σύντροφοι της Αγνής. Και άλλο, που δεν θα ‘θελαν, μέρες που είναι, να πλακώσουνε στο ξύλο τα φασισταριά του Θανάση και να κάνουν το bar μπουρδέλο.

Δεν έλεγε, η Χαρά, να το χωνέψει ότι ο τσαμπουκάς που πήγε να κάνει στην Αγνή δεν πέρασε. Και ενώ πίστευα ότι η ιστορία είχε τελειώσει, προσπάθησε πάλι να τα βάλει μαζί μου.

Βρήκε την ευκαιρία, με το πού απομακρύνθηκε η Αγνή και πήγε να τα πει με τον Ρότσιλντ.

«Λοιπόν, αγόρι μου» μου λέει, «θα μου πεις, γιατί φούσκωσα τα χείλη μου;»

-Όχι, και δεν με ενδιαφέρει.

-Τα φούσκωσα, ρε κετσέ, για να χωράει στο στόμα η πουτσ@κλάρα του άντρα μου.

Προσπαθούσε η κ@ριόλα να βρει κάτι για να με πικάρει. Για να μη χαλάσει παραπάνω η βραδιά, είπα να κρατήσω τα προσχήματα. Έδωσα τόπο στην οργή.

«Μπράβο. Να την χαίρεσαι» της είπα.

-Εγώ, μωρή κοντούλα λεμονιά, την χαίρομαι. Η γυναίκα σου, η ξενέρωτη, δεν ξέρω αν χαίρεται την δική σου.

Ψηλός δεν είμαι. Κάπου ένα εβδομήντα πέντε. Έχω όμως πλάτες και αυτό με κάνει να χάνω λίγο στο φαινόμενο ύψος. Αλλά να με πει και κοντό; «Δεν βαριέσαι» σκέφτηκα, «μέρες που είναι, ας δώσω τόπο στην οργή».

«Δεν τη ρωτάς;» της απάντησα.

«Όχι, να μη με ρωτήσει» είπε νευριασμένη η γυναίκα μου. «Σε βλακείες, δεν απαντώ».

Μπορεί τους τσαμπουκάδες να μου αρέσει να τους περιγράφω, αλλά δεν μου αρέσει να είμαι το κεντρικό πρόσωπο, το οποίο τον προκάλεσε.

«Να ρωτήσω, χρυσή μου, εσένα;» επέμενε η Χαρά, απευθυνόμενη στη σύζυγό μου. «Τον χαίρεσαι, τον καραμπογιά;»

Εγώ ήμουνα ο τελευταίος, αν και όπως εξήγησα παραπάνω η βαφή των μαλλιών μου δεν είναι χημική.

«Ναι, μωρή, τον χαίρομαι» της απάντησε. «Και δεν με νοιάζει, καθόλου, που δεν την έχει μεγάλη, γιατί εγώ δεν κάνω πίπες. Κατάλαβες;»

Εκείνο που εγώ κατάλαβα, είναι ότι η γυναίκα μου με έκανε ρόμπα στις συμμαθήτριες αποκαλύπτοντας, έμμεσα βέβαια, ανατομικές λεπτομέρειες.

«Μπορεί να είναι αριστερός, αλλά είναι εγκεφαλικός τύπος, ο δικός μου» συνέχισε, αυτή τη φορά κολακεύοντας το πνεύμα μου. «Δεν είναι ηλίθιος φασίστας σαν τον δικό σου».

Τι ήθελε να το πει, αυτό το τελευταίο;

Ούτε που πρόλαβα, να δω πώς της άστραψε η Χαρά ένα χαστούκι, που έκανε όλους τους θαμώνες να σηκωθούν όρθιους και να κοιτάζουν την παρέα μας.

Και αν νομίζετε ότι η γυναίκα μου είναι καμία που φοβήθηκε, είσαστε γελασμένοι. Για πότε και εκείνη την άρπαξε από τα μαλλιά και της κατέβασε μια βαθιά νυχιά στο πρόσωπο, δεν μπορείτε να φανταστείτε.

Πλημμύρισε το πάτωμα από αίμα. Όχι, όμως το κόκκινο φυσιολογικό αίμα. Από την πολλή πούντρα και τα υαλουρονικά πρόσθετα, το χαρμάνι που έτρεχε είχε σκούρο χρώμα.

Αν με ερωτάτε, τι έκανα εγώ, που τις έβλεπα, να μαλλιοτραβιούνται -ευτυχώς καμία τους δεν φορούσε extension- θα σας απαντήσω, ότι καθόμουν και τις έβλεπα. Άλλωστε, γυναίκα βαρούσε γυναίκα, και αν έμπαινα στη μέση να τις χωρίσω, θα φαινόταν ότι δεν πίστευα στις ικανότητες της συζύγου μου να λύσει μόνη της τις διαφορές.

Με τέτοιο σαματά, ήταν αδύνατον να μην ξαναφήσει ο Ρότσιλντ την θέση του στο bar κενή και να κατέβει κάτω να καθαρίσει.

«Ρε πoύστη μου» είπε ζοχαδιασμένος, «σε αυτό το μαγαζί έχουν πλακωθεί φασίστες με κομμουνιστές, κομμουνιστές με αναρχικούς, αναρχικοί με φασίστες, ακόμη και αναρχικοί με αναρχικούς. Αλλά Αρσακειάδες, Μενουμευρωπαίες και οι δύο, πρώτη φορά βλέπω. Άντε γ@μηθείτε και οι δύο σας. Θα μου κλείσετε το μαγαζί».

Και πριν προλάβει να του εξηγήσει η Αγνή, ότι δεν ήταν η γυναίκα μου αυτή που ξεκίνησε το σαματά, τις πιάνει ο Ρότσιλντ και τις δύο από τα χέρια -με το δεξί κρατούσε την Χαρά και με το αριστερό την γυναίκα μου- και σέρνοντας τις, στην κυριολεξία, τις πετάει έξω.

Μέχρι βέβαια να τις αφήσει από τα χέρια του, η γυναίκα μου του έριξε μια- δυό τσαντιές στο κεφάλι, αλλά ο Ρότσιλντ, gentleman το παιδί, ούτε που την άγγιξε.

Αμέσως βγήκαμε έξω οι υπόλοιποι. Για να τις προλάβουμε και να μη συνεχιστεί το μαλλιοτράβηγμα στη μέση του δρόμου.

Τα μεταξύ των δυο γυναικών βρισίδια, τελειωμό δεν είχαν.

«Αν δεν σταματήσεις να προκαλείς την Χαρά» είπε στη γυναίκα μου η Ειρήνη, αυτή που είναι δικαστικός, «αμέσως τώρα, θα φωνάξω το αυτόφωρο. Και ας είμαστε συμμαθήτριες».

Κατάλαβε η Αγνή, την αδικία που θα διέπραττε η δικαστικός, και ανέλαβε εκείνη να υπερασπιστεί την σύζυγο μου.

«Μωρή τυφλή, όλη την ώρα μαζί μας ήσουνα. Δεν είδες, ποια ξεκίνησε τον καυγά;» την ρώτησε.

«Αγνή, κόφ’ το. Θα χώσω μέσα και εσένα» της απάντησε η Ειρήνη. «Θα κατηγορηθείς για εξύβριση δικαστού».

-Γιατί, μωρή; Πoυτάνα σε είπα;

-Αυτό, σου έλειπε. Με είπες, τυφλή.

-Σε είπα, έτσι αγάπη μου, γιατί η δικαιοσύνη είναι τυφλή.

-Αν το είπες έτσι, αλλάζει.

Με όλα αυτά, που γινόντουσαν εκείνο το βράδυ, τα δέκα λεπτά που είχα προγραμματίσει να μείνω στο μαγαζί έγιναν δύο ώρες.

Και θα σας φανεί απίστευτο, αλλά, όταν είπαμε να το διαλύσουμε, οι συμμαθήτριες σαν να μην είχε συμβεί τίποτα προηγουμένως, άρχισαν να φιλάει η μία την άλλη, και όλες να λένε πόσο καλά περάσανε.

«Κορίτσια, του χρόνου πάλι, έτσι;» είπε η Αθανασία.

«Ναι, ναι, του χρόνου» απάντησε η συνάδελφος μου, η Μαρία Χατζηκώστα.

«Αλέξη, να έρθεις και εσύ. Είσαι πολύ καλός στην παρέα» είπε η Χαρά. Αν είναι δυνατόν.

Ο καυγάς και τα μπινελίκια, αν και μου άρεσαν, με αποσυντόνισαν και παρ’ ολίγο να ξεχάσω να κλείσω το ραντεβού του Μάκη με την Αγνή.

Ευτυχώς, φεύγοντας, το θυμήθηκα και το κανόνισα.

Το ιστορικό της προσπάθειας του Μάκη, να περιορίσει την τριχόπτωση, ξεκίνησε πριν από λίγους μήνες.

Στο πίσω μέρος της κεφαλής του, η σταδιακή αραίωση που είχε αρχίσει εδώ και πέντε χρόνια, ήταν ήδη φανερή.

Τον είδε, λοιπόν, μια μέρα η Μαιρούλα- εργάζεται στο λογιστήριο της εταιρείας μας- που προσπαθούσε με ένα περίεργο χτένισμα να κρύψει το μέρος αυτό του κεφαλιού του, και του λέει:

«Ρε, Μάκη, αντί να κάνεις αυτή τη γελοία χωρίστρα, δεν πας να φυτέψεις τρίχες να ξεμπερδεύεις. Θα σου συστήσω ένα δερματολόγο, που έχει ειδικευτεί σε μεταμοσχεύσεις συνδυασμένες με μια πρωτοποριακή θερμοχημική αγωγή. Πήγε ο άντρας μιας φίλης, και έφτιαξε το κεφάλι του».

Ενθουσιάστηκε ο φίλος μου, αλλά για την πληρότητα της ιστορίας, να πούμε ότι το είχε δοκιμάσει και στο παρελθόν. Τον είχαν απογοητεύσει λέγοντας του, ότι η ποιότητα της τρίχας ήταν τέτοια, που το κεφάλι του θα τις απέβαλλε μετά από λίγες μέρες.

«Μεταφύτευση, δεν μπορώ κάνω, γιατρέ» είπε μόλις τον επισκέφθηκε. «Είχα δοκιμάσει στο παρελθόν και ένας συνάδελφος σας, μου είπε ότι δύσκολα θα τις δεχόταν το κεφάλι μου. Κάτι άλλο υπάρχει;» τον ρώτησε.

«Θα σας δώσω μία αλοιφή. Θα την απλώνετε μία ώρα στο κεφάλι, πριν κοιμηθείτε και θα την σκεπάζετε με αυτή την νανοθερμική πλαστική κάσκα» του είπε, δείχνοντας του, κάτι που με έμοιαζε με κράνος. «Η κάσκα μέσω μετασχηματιστή χαμηλής τάσης συνδέεται σε ρευματολήπτη 220 Volt για την δημιουργία ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων υψηλής συχνότητας. Τα κύματα αυτά βομβαρδίζουν το κεφάλι και ξεβουλώνουν τους φραγμένους πόρους, που εμποδίζουν την ανάπτυξη των τριχών. Επιπρόσθετα το εσωτερικό θερμαινόμενο φιλμ της κάσκας, επιταχύνει την δράση της υψηλής σε κετάνια περιεκτικότητα αλοιφής, που στερεοποιείται πάνω σε όσες τρίχες έχουν απομείνει. Σε δεκαπέντε μέρες το κεφάλι σας θα είναι αγνώριστο».

Ο γιατρός είχε πάρει φόρα. Δεν περιορίστηκε στα θετικά αποτελέσματα επί της τριχόπτωσης, αλλά επεκτάθηκε και στην εξαφάνισή άλλων πολλών συμπτωμάτων, που δεν είχαν καμία σχέση με μαλλιά.

Στον Μάκη, που είναι μαθηματικός, και γνωρίζει ότι για κάθε πρόβλημα υπάρχει μια λύση, η οποία λύση, σύμφωνα με την αξιωματική θεωρία του Fourrier, δεν μπορεί να αποτελεί λύση άλλου προβλήματος, γεννήθηκε η δυσπιστία και η αμφισβήτηση της προτεινόμενης αγωγής του νέου δερματολόγου.

«Θα περάσουν ακόμη οι πόνοι στην πλάτη σας και θα εξαφανισθούν οι οσφυαλγίες» του είπε. «Θα μεγαλώσει η διάρκεια του ύπνου σας και θα αυξηθεί η ερωτική επιθυμία. Θα ανέβει ο αιματοκρίτης και θα μειωθεί το σάκχαρο της ουρίας. Τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα της κάσκας θα εξαφανίσουν επίσης τους μικρούς πολύποδες του έντερου και τους όζους του θυρεοειδούς. Και άλλα, πολλά άλλα, θα δείτε που θα αλλάξουν τη ζωή σας προς το καλύτερο».

Με το πού τα άκουσε όλα αυτά ο Μάκης, τον έπιασαν τα γέλια. Θυμήθηκε τα γιλέκα του Άδωνη.

«Γιατί γελάτε, Κύριε; Σας φαίνομαι Καραγκιόζης;» τον ρώτησε ο γιατρός.

«Συγγνώμη γιατρέ, όχι εσείς» του απάντησε ο φίλος μου. Για να τον καθησυχάσει, του είπε, τάχα μου, ότι θυμήθηκε ένα φίλο του που πήγε και φύτεψε μαλλιά.

-Και φύτεψε, γιατρέ, τόσα πολλά, που τα καινούργια καβάλησαν τα παλιά. Αναγκάστηκε μετά να ξαναπάει και να ζητήσει να του αραιώσουν αυτά που του έβαλαν.

-Καλά, και είναι αυτό αστείο για να γελάς μόνος σου;

Σίγουρα δεν ήταν αστείο. Όπως δεν ήταν και αστείο το ότι πλήρωσε εκατό ευρώ για μια άχρηστη επίσκεψη.

Το είχε σχεδόν πάρει απόφαση ο φίλος μου, ότι το πρόβλημα του δεν ήταν εύκολο να λυθεί.

Μέχρι που, χάρη σε μένα, βρέθηκαν η Αγνή και η Νατάσα για μια νέα θεραπευτική αγωγή. Αυτή, των γυμναστικών ασκήσεων.

Τον Μάκη, τον είχα ενημερώσει για τις ιδεολογικές απόψεις της Αγνής.

«Είναι αναρχική signé. Ξέρει να τσαμπουκαλεύεται όταν χρειαστεί» του είπα. «Της έχω μιλήσει για σένα. Πήγαινε άφοβα».

Τετάρτη βράδυ, ήταν το ραντεβού του Μάκη με την Αγνή. Είχε προηγηθεί τηλεφωνική επικοινωνία τους, για να του ζητήσει η Αγνή να κάνει ο Μάκης εξετάσεις αίματος, ούρων και βιταμινών.

«Να τις έχετε μαζί σας, Κύριε Μάκη» του είχε πει. «Να μην πληρώνετε, διπλές επισκέψεις. Εντάξει;»

Κάθε επίσκεψη σε επαγγελματία συστημένο από φίλο, ξεκινάει συνήθως με αμοιβαίες φιλοφρονήσεις για τους ανθρώπους, που μεσολάβησαν. Ο πληθυντικός της ευγένειας, που συνηθίζεται όταν συναντάς κάποιον για πρώτη φορά, παραχωρεί την θέση του στον ενικό της οικειότητας.

«Μου μίλησε ο Αλέξης για σένα. Είσαστε συνάδελφοι, έτσι;» ξεκίνησε η Αγνή.

-Ναι, είμαστε. Και καλοί συνάδελφοι. Και η σύζυγος του, εξαιρετική Κυρία.

-Ναι, ναι. Είμαστε συμμαθήτριες. Η τάξη του ’90 ήταν η καλύτερη που πέρασε, Μάκη.

Αλλά και ο σύζυγος της, ο Αλέξης, τι να σου πω; Μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Να έρθει, να την πάρει από το bar, και να καθίσει μαζί μας; Άλλοι δεν κουνιούνται από το σπίτι . Και ευγενικός. Θα μπορούσε να πλακωθεί με μια φασίστρια και εκείνος της μιλούσε τόσο ευγενικά. Ο γλυκός μου!»

«Ναι, είναι καλός ο φίλος μου» της είπε. «Τον κάνει ότι θέλει η γυναίκα του».

-Εσύ, Μάκη, πώς τα πας με τη δική σου; Είσαι παντρεμένος, έμαθα.

-Ναι, είμαι. Μια χαρά τα πάμε. Αν και εκείνη, η Τασία, ανήκει στην παραδοσιακή δεξιά, και εγώ, όπως σου έχει πει ο Μάκης, είμαι ορθόδοξος κομμουνιστής, δεν μαλώνουμε ποτέ.

-Αυτό έλειπε, Μάκη, να πλακωνόσαστε οι δεξιοί με τους αριστερούς. Εσείς μόνο με τους αναρχικούς πλακώνεστε.

-Εγώ πάντως Αγνή, να το ξέρεις, τους αναρχικούς τους συμπαθώ. Και όταν ήμουν στη ΚΝΕ και μας βάζανε να καθαρίζουμε τα αμφιθέατρα από τους δικούς σας, εγώ έφευγα. Α! Και έχω διαβάσει Κροπότκιν.

-Μπράβο Μάκη. Τι άλλο ξέρεις για τον αναρχισμό;

-Να σου πω την αλήθεια μου, πολύ λίγα πράγματα. Δεν ξέρω καν, ποιος τον ξεκίνησε στην Ελλάδα.

-Μάκη, ο σύντροφος Μανώλης Δαδάογλου ήταν ο πρώτος που έστησε οδοφράγματα στην Καπνικαρέα το 1862 επί μοναρχίας του Όθωνα. Ήταν Σμυρνιός έμπορος και ήρθε σε επαφή με Ιταλούς πολιτικούς πρόσφυγες, τους οποίους είχε γνωρίσει στα ταξίδια του.

-Έμπορος και αναρχικός, ρε Αγνή; Γίνεται;

-Άκου, ρε. Μη βιάζεσαι. Ανάμεσά στους πρόσφυγες, βρίσκονταν ο αναρχικός Αμιλκάρε Τσιπριάνι. Μεγάλη φάτσα ο τύπος αυτός, πήγε εθελοντής στα γιουρούσια που κάνανε οι Κρητικοί στους Τούρκους για να ελευθερώσουν το νησί. Πιθανόν ο Δαδάογλου να ήθελε να πουλήσει τίποτα στους Κρητικούς, αλλά δίπλα στον Τσιπριάνι εγκατέλειψε το εμπόριο και έγινε σύντροφος.

-Έλα, ρε. Κανένας άλλος δικός σας, δεν κατέβηκε στη Κρήτη;

-Κατέβηκε και ο διεθνιστής Παύλος Αργυριάδης. Αυτός είχε διασυνδέσεις και επιρροή στο γαλλικό σοσιαλιστικό κίνημα. Τον κουβάλησε ο Δαδάογλου από το Παρίσι. Εκεί άλλωστε τον είχε γνωρίσει.

-Αυτό θα πει να είσαι σύντροφος. Ε, Αγνή;

-Ναι, αυτό θα πει. Το ξέρεις, ρε, ότι ένας από τους πρώτους αναρχικούς ήταν συνάδελφος μου γιατρός;

-Ναι, ε. Ποιος;

-Ο Πλωτίνος Ροδοκανάκης. Σπούδασε ιατρική στη Βιέννη και στο Βερολίνο. Και φιλοσοφία στο Παρίσι. Σοσιαλιστής ιδεολόγος, στο ξεκίνημα του.

-Συνάδελφος του Μιχελογιαννάκη, δηλαδή. Και αυτός είναι γιατρός και σοσιαλιστής.

-Μάκη, αγόρι μου, αυτός που είπες, δεν είναι ο Συριζαίος βουλευτής που έστησε το αντίσκηνο, έξω από τη Βουλή, για απεργία πείνας, και στο τέταρτο πάνω τα μάζεψε και πήγε στο καφενείο της Βουλής για sandwich;

-Ναι, αυτός είναι.

-Τότε, αγόρι μου, γιατί γ@μάς τη κουβέντα;

-Συγγνώμη, Αγνή.

-Α να μπράβο. Λοιπόν, ο Ροδοκανάκης επηρεασμένος από τον Σαιν Σιμόν, τον Πιερ Ζοζέφ Προυντόν και τον Κάρολο Φουριέ φτάνει στο Μεξικό με σκοπό να εφαρμόσει τις ιδέες του Σοσιαλισμού. Διανοείσαι τι ταξίδι πήγε και έκανε ο άνθρωπος;

-Το διανοούμαι.

-Είκοσι πέντε ολόκληρα χρόνια έμεινε στο Μεξικό ο σύντροφος. Ήταν η εποχή που οι μεγαλοκτηματίες είχαν αρπάξει τη γη από τους ντόπιους και αυτός τους μπόλιασε με την ιδέα της κοινοκτημοσύνης. Την μεγάλη ιδέα που οι πρόγονοι τους, οι Ινδιάνοι, τηρούσαν ειρηνικά για αιώνες.

-Αγνή, γουστάρω να ακούω για αναρχισμό. Με συνεπαίρνει, πώς να στο πω. Φορές-φορές η ψυχή μου βγάζει ένα Μπακούνιν η ένα Προυντόν.

-Αποκλείεται. Ο Μπακούνιν, ποτέ δεν θα νοιαζόταν εάν του έπεφταν τα μαλλιά. Και είχε καράφλα ο άνθρωπος. Το ίδιο και ο Προυντόν.

-Και εσύ που το ξέρεις ότι δεν τους ένοιαζε που δεν είχαν πολλά μαλλιά; Μπορεί να κρύβω μέσα μου, τον καταπιεσμένο μεταριστερό αναρχικό.

– Μέσα σου, Μάκη, κρύβεις τον καταπιεσμένο αριστεροχέστη μικροαστό. Έλα, τέρμα για σήμερα το μάθημα. Πάμε στα μαλλιά σου τώρα.

Πρέπει να απογοητεύτηκε λίγο ο Μάκης, με αυτά που του είπε η Αγνή. Αλλά σκοπός της επίσκεψης, ούτως η άλλως, δεν ήταν ο προσηλυτισμός στις ιδέες του αναρχισμού.

«Για δώσε μου τις εξετάσεις» του είπε. « Να δω, τι σκατά έχουν οι ορμόνες σου και πέφτουν τα μαλλιά».

-Δεν μου έχουν πέσει τελείως. Αρχίζουν να πέφτουν.

-Με τις μ@λακίες, που λες, θα επιταχυνθεί η τριχόπτωση. Έλα, πλάκα κάνουμε. Μη το παρεξηγείς.

Μελετούσε προσεκτικά τις τιμές των ορμονών του Μάκη. Μέχρι που ξαφνικά, η Αγνή έδειξε να ανησυχεί.

«Ρε, συ, τι τεστοστερόνη είναι αυτή που έχεις;» του είπε. «Στα ύψη έχει ξετιναχτεί. Για αυτό σου πέφτουν τα μαλλιά».

-Και τι σχέση έχει, ρε Αγνή, η τεστοστερόνη με τα μαλλιά;

-Πολύ μεγάλη. Για να στο εξηγήσω απλά, η τεστοστερόνη είναι η οικιακή βοηθός των λειτουργιών ενός οργανισμού. Αν μια παραδουλεύτρα την βάζεις να καθαρίζεις συνέχεια την κουζίνα, θα παραμελήσει τα υπόλοιπα δωμάτια. Και όπως μια οικιακή βοηθός παίρνει εντολές από το αφεντικό της, τι δουλειές να κάνει -και αυτές κάνει, παραμελώντας τις υπόλοιπες- η τεστοστερόνη παίρνει τις εντολές που της δίνει ο εγκέφαλος σου, το αφεντικό του οργανισμού σου. Αν την βάζει να φροντίζει συνέχεια την λίμπιντο σου, θα αδιαφορήσει για την τριχοφυΐα σου. Είναι ορμόνη πουτάνα. Καλό, βέβαια για τη γυναίκα σου, κακό για τα μαλλιά σου.

-Το κακό για τα μαλλιά μου με ενδιαφέρει. Τι θα κάνουμε, ρε Αγνή;

-Θα το μαζέψουμε, αγόρι μου, μην ανησυχείς.

-Πώς;

-Λοιπόν, άκου με προσοχή τι θα κάνουμε. Οι εξετάσεις, κατ’ αρχήν, αυτές που έκανες είναι ελλιπείς. Η μέτρηση της βασικής ορμόνης που ευθύνεται για την πτώση των μαλλιών είναι στατική. Με απλά λόγια, δείχνει την τιμή της την στιγμή στην οποία υποβάλλεσαι σε εξέταση. Εμάς μας ενδιαφέρει η καμπύλη τεστοστερόνης. Πώς έχουμε την καμπύλη σακχάρου; Δηλαδή, μας ενδιαφέρει πώς αυξομειώνονται οι τιμές της τεστοστερόνης συναρτήσει του χρόνου. Δυστυχώς, η επιστήμη της μικροβιολογίας, αυτή την καμπύλη δεν είναι ακόμη σε θέση να μας την προσφέρει. Χάρη, όμως σε μια νεότερη εξέλιξη της εργομετρίας, μπορούμε με σχετικά μεγάλη ακρίβεια να συσχετίσουμε την τιμή της με τα αποτελέσματα ενός test προσομοίωσης της έκκρισής της.

-Αγνή, λατρεύω καμπύλες προσομοίωσης. Έχω μεταπτυχιακό στα Μαθηματικά από τη Χαϊδελβέργη.

-Αχ, τι ωραία. Επιτέλους και ένας ασθενής που θα καταλάβει αυτά που θα του δείξουμε.

-Το ξέρεις, ότι υπολογίζοντας την εφαπτόμενη της καμπύλης σε κάθε σημείο της, βρίσκεις τον ρυθμό αύξησης ή μείωσης του δείκτη;

-Δεν χρειάζεται να το ξέρω. Μας την δίνει έτοιμη ο υπολογιστής του μηχανήματος.

-Ναι, αλλά να μη ξέρεις πώς βγαίνει; Είναι η παράγωγος της συνάρτησης χρόνου-τιμής.

-Εντάξει, φτάνει. Μη με ζαλίζεις άλλο. Πάμε πάλι πίσω στα δικά μας. Τις εργομετρικές μετρήσεις θα τις κάνει η συνάδελφος ιατρός και συντρόφισσα, η Νατάσα Ποπέσκου. Αυτές οι ασκήσεις είναι κάτι σαν το test κοπώσεως. Μόνο που δεν τρέχεις πάνω σε διάδρομο.

-Και πού τρέχω;

-Δεν τρέχεις. Ξαπλώνεις σε ένα ειδικό ιατρικό κρεββάτι με ηλεκτρικούς σουμιέδες και εξοπλισμένο με διάφορα βοηθητικά εξαρτήματα, τα οποία προσαρμόζονται στον εργαστηριακό αυτό κύκλο. Κάνεις κάποιες ασκήσεις, που θα στις εξηγήσει η Νατάσα. Άντε, πάμε στο γραφείο της, να αρχίσεις. Και μόλις τελειώσεις, συνήθως δεν παίρνει χρόνο, άντε πέντε-δέκα λεπτά το πολύ, θα με καλέσει η Νατάσα να αξιολογήσω τα αποτελέσματα.

«Πάντως, να πω την αλήθεια μου, Αλέξη, πρώτη φορά άκουγα αυτά τα πράγματα» μου έλεγε ο Μάκης στην αφήγηση του.

Πού να ήξερε, ο φίλος μου, ότι και εγώ για πρώτη φορά τα έγραφα. Τέλος πάντων.

Αν η Αγνή είναι μια όμορφη γυναίκα, η Νατάσα πρέπει να είναι ακόμη ομορφότερη. Έτσι, τουλάχιστον, όπως μου την περιέγραψε ο Μάκης.

Με μια λεύκη και εφαρμοστή ιατρική ποδιά, κάθε γυναίκα, ακόμη και σκυλί, δείχνει ελκυστική. Η ποδιά κρύβει κυτταρίτιδες, κώλoυς δυσανάλογους και τονίζει τα στήθη, εάν δύο τρία κουμπιά της είναι ανοιχτά. Η Νατάσα, πάντως, κάτω από την ποδιά της δεν έκρυβε καμία σωματική ατέλεια.

«Μάκη, να σου συστήσω, την Κυρία Ποπέσκου» είπε η Αγνή, μπαίνοντας στο δωμάτιο της Νατάσας. «Είναι η συνεργάτης μου. Θα σου πει, τι πρέπει να κάνεις».

«Κύριε Μάκη» ξεκίνησε να μιλάει η Νατάσα, «να αρχίσουμε πρώτα από τη θεωρία; Θα σας βοηθήσει στην σωστή εκτέλεση των ασκήσεων, που απαιτούνται για να κάνουμε τις μετρήσεις.

-Φυσικά.

-Κατ’ αρχή να σας επιβεβαιώσω και εγώ, ότι για την πτώση των μαλλιών υπεύθυνη είναι η ορμόνη της τεστοστερόνης. Έχει αποδειχθεί ότι τα υψηλά επίπεδα τεστοστερόνης την ευνοούν.

Περίεργος από την φύση του ο φίλος μου, την ρώτησε πώς και από πότε αυτό έχει αποδειχθεί ιατρικά.

-Κύριε Μάκη, το 1960 ένας Αμερικάνος γιατρός, ο Hamilton, ευνούχισε 21 αγόρια. Τα αγόρια μεγάλωσαν και σε κανένα από αυτά δεν έπεσαν τα μαλλιά του.

-Τι μου λες;

-Και από την άλλη μελέτησε, άλλους τόσους με το χάρισμα της αδιάκοπης ερωτικής δραστηριότητας. Στην δεύτερη ομάδα των εθελοντών δεν έγινε καμία χειρουργική επέμβαση και τους ζητήθηκε να συνεχίσουν την ερωτική δραστηριότητά τους.

«Δηλαδή, Μάκη μου, για να το καταλάβεις» μπήκε στη μέση η Αγνή, «τους άφησαν τα @ρχίδια στη θέση τους, και τους είπαν να συνεχίσουν να γ@μάνε όπως πρώτα. Στην ομάδα αυτή, το 78,2% των ανδρών έχασε τα μαλλιά του».

Ο οιοσδήποτε άκουγε τέτοια πράγματα, θα πανικοβαλόταν. Όχι, ο Μάκης, που είναι και χέστης.

“Αγνή, δεν με ενδιαφέρει ο ευνουχισμός» είπε, πιάνοντας ασυναίσθητα τα @ρχίδια του, για να βεβαιωθεί ότι ήταν ακόμη στη θέση τους.

-Ηρέμησε, αγόρι μου. Δεν θα σου πειράξουμε τίποτα. Στην θεωρία είμαστε ακόμη. Άκου πρώτα και μετά μίλα. Λοιπόν, και οι δύο αυτές ομάδες είχαν πριν από το πείραμα τα ίδια σχεδόν επίπεδα τεστοστερόνης. Μετά τον ευνουχισμό, στην πρώτη ομάδα η τεστοστερόνη έπεσε σημαντικά, αλλά οι άντρες αυτοί κράτησαν τα μαλλιά τους, ενώ στη δεύτερη ομάδα, η τεστοστερόνη έμεινε μεν αμετάβλητη, οπότε αυτοί συνέχιζαν να το κάνουν, αλλά οι περισσότεροι έχασαν τα μαλλιά τους. Το κατάλαβες;

-Ναι.

-Τι κατάλαβες, για πες μου;

-Κατάλαβα, ότι για να βγάλεις μαλλιά, πρέπει να σου κόψουν τα @ρχίδια.

– Τίποτα δεν κατάλαβες. Ο ευνουχισμός είναι ξεπερασμένη τεχνική. Εμείς φτιάξαμε το μοντέλο της ελεγχόμενης έκκρισης. Μπορείς ταυτόχρονα, και να γ@μας και να μην σου πέφτουν οι τρίχες. Αν ανατρέξεις στην διεθνή βιβλιογραφία θα διαβάσεις για το μοντέλο Προβατά-Ποπέσκου.

Δεν είχε λόγο ο Μάκης να μην πιστέψει δύο επιστήμονες με διάκριση από το Medical Research Institute.

«Το μοντέλο μας» ξεκίνησε να περιγράφει η Αγνή, βασίζεται στην συνεχή μέτρηση της τεστοστερόνης στην διάρκεια μιας προσομοίωσης της ερωτικής πράξης. Η πράξη αυτή εκτελείται στο ειδικό κρεββάτι, κλίνη ελέγχου ερωτικής συμπεριφοράς το λέμε στη ιατρική διάλεκτο. Χάρη στους σουμιέδες του, δονείται και μεταφέρει την συχνότητα των προκαλουμένων ταλαντώσεων σε ένα μετρητή συχνότητας. Είναι, για να στο πω απλούστερα, σαν ένα κρεββάτι που τρίζει, όταν πάνω σε αυτό κάνει κάποιος έρωτα. Την δόνηση την προκαλεί αυτός στον οποίο θέλουμε να μετρήσουμε την τεστοστερόνη. Ο εξεταζόμενος είναι συνδεδεμένος με καλώδια, ειδικές σύριγγες για να κάνουν αυτόματη αιμοληψία, αναλυτές οξύτητας των ιδρωτοποιών αδένων, φασματογράφο για την ανάλυση των αιματολογικών τιμών και δυναμόμετρο για να υπολογίζει την ερωτική αντοχή του ασκούμενου. Όλες αυτοί οι παράμετροι αναλύονται από ένα υπολογιστή και μας δίνουν έτοιμη μια καμπύλη χρόνου και τιμών της ορμόνης. Ανάλογα με την χρονική διάρκεια ενός φάσματος πεδίου τιμών, προτείνουμε ασκήσεις περιορισμού έκκρισης, που γίνεται σε μια σειρά από επόμενες συνεδρίες. Η ερωτική σου δραστηριότητα, δεν θα περιορισθεί καθόλου. Κατάλαβες, τώρα Μάκη. Εμείς, @ρχίδια δεν πειράζουμε.

-Το μοντέλο είναι καταπληκτικό» είπε ο Μάκης, «αλλά έχω μια απορία. Την δόνηση πώς θα την προκαλέσω; Δεν χρειάζεται να κάνω έρωτα;»

«Φυσικά και θα κάνεις, αλλά θα είναι εικονικός» του απάντησε η Αγνή.

-Εικονικός; Δηλαδή, πώς;

-Θα σου δώσουμε αγόρι μου, μια πλαστική κούκλα. Καταλαβαίνεις τώρα τι θα κάνεις. Mη μου πεις ότι δεν έχεις ποτέ δοκιμάσει σε s-e-x shop.

-Όχι, δεν έχω ποτέ δοκιμάσει.

-Δεν πειράζει, ευκαιρία είναι.

-Και δεν μου λέτε, θα χρειαστεί να γδυθώ;

-Εσύ όταν το κάνεις, φοράς παντελόνι;

-Όχι.

-Ε, τότε κατέβασέ το και άσε τα λόγια.

– Και θα με βλέπετε, πώς το κάνω; Ρε, Αγνή, ντρέπομαι.

-Μη ντρέπεσαι, ρε. Μόνος σου θα είσαι στο δωμάτιο. Εμείς θα είμαστε απέξω. Γιατροί είμαστε, μας δεσμεύει το ιατρικό απόρρητο. Ορίστε, πάρε και ένα σεντόνι να σκεπαστείς, εάν χρειαστεί να μπούμε μέσα.

Πείστηκε ο φίλος μου. Και αφού γδύθηκε, του γεμίσανε το στήθος με ηλεκτρόδια και τον τρυπήσανε στις φλέβες για να του βάλουν τους ειδικούς λήπτες αίματος, στο τέλος του δώσανε την Αννίτα.

Του εξήγησαν ότι θα κάνει μαζί της ό,τι κάνει και με μία γυναίκα.

«Η Αννίτα, Κύριε Μάκη» είπε η Νατάσα, «είναι τελευταίο μοντέλο. Έχει αυτορρυθμιζόμενες διαστάσεις κόλπου, αυτόματη λίπανση, ρυθμιστή για ένταση βογγητών, φοράει εσώρουχα που μπορείτε να τα σκίσετε, αλλά θα επιβαρυνθείτε με είκοσι ευρώ, ροοστάτη για την προσαρμογή στήθους και περιφέρειας, λέει αισχρόλογα για να φτιαχτεί ο χρήστης. Και φυσικά έχει τρείς τρύπες. Στο αιδoίο, στο στόμα και τον πpωκτό.

Προσοχή μόνο, Κύριε Μάκη, γιατί ενώ το αιδoίο της λιπαίνεται και από το στόμα βγάζει, ο κώλoς της είναι στεγνός. Στα τέσσερα λεπτά έρχεται σε οργασμό και από κει και πέρα έχει διαδοχικούς κάθε μισό λεπτό. Τέλος, λυγίζουν χέρια, γόνατα, μέση και κεφάλι, ενώ ανοίγει και τα πόδια μέχρι 180 μοίρες».

«Είναι η τέλεια γκόμενα» είπε ο Μάκης, ακούγοντάς όλες τις προδιαγραφές της κούκλας.

«Αλλά έχω μια απορία. Αν, αν λέω, κάποιος δεν μπορεί μαζί της, μπορεί να φέρει τη γυναίκα του ή την σύντροφο του για το test; Και εσείς να κάνετε κανονικά τη δουλειά σας.”

«Είσαι στα καλά σου, αγόρι μου. Έχει, ρε, και άλλους έξυπνους σαν και σένα το Κόμμα;» του είπε η Αγνή. «Τι το πέρασες, ρε, το ιατρείο μας; Για ξενοδοχείο ολιγόωρης διαμονής;».

-Και αν δεν μου σηκώνεται, τι θα κάνω;

-Θα σου δώσουμε εφημερίδα με τσόντες.

Και γυρίζοντας στη μεριά που καθόταν η Νατάσα, της λέει:

«Δώσ’ του, ρε συ, κανένα ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ, μπας και φτιαχτεί. Άντε, να αρχίσουμε επιτέλους. Αν είχα άλλους δυο-τρείς πελάτες σαν και αυτόν, θα το είχα κλείσει το μαγαζί».

Το test ξεκίνησε. Ο χρόνος είχε αρχίσει να μετράει. Ο Μάκης, παρ’ ότι μόνος του στο δωμάτιο και με την Αννίτα, να φωνάζει: «Ελα, Μάκη, θέλω να με κάνεις να νοιώσω μοναδική, να μπεις μέσα μου και να με κάνεις να βογκάω, έλα κ@βλα μου, σε θέλω πολύ, έλα αγόρι μου», δεν μπορούσε να ερεθιστεί. Ο υπολογιστής έδειχνε πολύ χαμηλή τιμή τεστοστερόνης.

Η Νατάσα ανησύχησε, όταν είδε ότι η Αννίτα σταμάτησε να μιλάει.

«Αγνή, έλα γρήγορα μέσα. Ο δικός σου είναι περίπτωση. Ενώ εμφανίζει στις συμβατικές αιματολογικές υψηλές τιμές που δικαιολογούν την τριχόπτωση, στο μηχάνημα είναι χώμα. Οι σουμιέδες δεν μεταδίδουν παλμούς και η Αννίτα δεν βογγάει. Δεν πας στον θάλαμο, να δεις το γίνεται;

Μπαίνοντας η Αγνή μέσα στο δωμάτιο, τι νομίζετε ότι είδε;

Τον Μάκη, ξαπλωμένο ανάσκελα, την Αννίτα να έχει κλειστά τα μάτια, έτσι είναι ρυθμισμένη από το πρόγραμμα η κούκλα εάν την αγνοεί ο χρήστης, και τον Μάκη να κάθεται ανάσκελα και να διαβάζει το ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ.

“Ρε, μ@λάκα, τι κάνεις τόση ώρα; Σου δώσαμε εφημερίδα γεμάτη γυμνά και ακόμα να φτιαχτείς; Την πήρε ο ύπνος την γκόμενα. Για να δω ρε, τι διαβάζεις;”

Τρελάθηκε η Αγνή, μόλις είδε τι διαβάζει ο φίλος μου. Αντί να παίρνει μάτι την Ashley Graham, διάβαζε Αρκά.

-Βρε ηλίθιε, πας να μου γ@μήσεις το μοντέλο. Διαβάζεις Αρκά;

-Ήταν μέσα στην εφημερίδα, με τις προσφορές. Είπα να τον χαζέψω λίγο μήπως και χαλαρώσω. Ξέρεις, έχω ακούσει, ότι το γέλιο λειτουργεί συμπληρωματικά στην έκκριση της τεστοστερόνης.

-Μάκη, ακολουθείς τελείως διαφορετικό μοντέλο, που δεν έχει σχέση με την τριχοφυΐα. Τον Αρκά τον δίνουμε μόνο σε αυτούς που έχουν μειωμένα επίπεδα στις ορμόνες του θυρεοειδούς. Οι ορμόνες του θυρεοειδούς συνδέονται με την χαμηλή νοημοσύνη. Σε δέκα, το πολύ, συνεδρίες έχουν γίνει το ίδιο έξυπνοι με τον γελοιογράφο. Έλα, συγκεντρώσου τώρα. Δώσε μου πίσω την εφημερίδα. Και ελπίζω να μη σούφρωσες τα κουπόνια για τα απορρυπαντικά.

Με την απομάκρυνση της εφημερίδας, ο Μάκης συγκεντρώθηκε και σε ένα λεπτό, από τότε που άρχισε η μέτρηση του χρόνου, η τεστοστερόνη άρχισε να ανεβαίνει και να πιάνει τις τιμές των αιματολογικών.

«Επιτέλους» είπε η Αγνή. «Μας έβγαλε την Παναγία, μέχρι να πάρει μπρος.»

Τα κορίτσια σκυμμένα πάνω στις οθόνες παρακολουθούσαν την εξέλιξη της εικονικής αυτής συνουσίας.

Η εξέλιξη ήταν ομαλή, και σύμφωνα με το πρόγραμμα εάν ο εξεταζόμενος ξεπερνούσε τα συνήθη τρία με τέσσερα λεπτά, που διαρκεί η ερωτική πράξη, θα του ζητούσαν να αλλάξει στάση.

Ο χρόνος αυτός πέρασε, και η Νατάσα, από το ειδικό μεγάφωνο του θαλάμου επιχειρήσεων, φώναξε:

«Κύριε Μάκη, αλλάξτε στάση στην Αννίτα»

Τα κορίτσια μπορεί να μην έβλεπαν τον Μάκη, ούτε και κάμερες υπήρχαν, αλλά οι ειδικοί αισθητήρες της πλαστικής κούκλας, έδειχναν την οπή χρήσεως.

«Ρε, τον πoύστη. Αμέσως στο κώλο πήγε» είπε η Αγνή στην Νατάσα. « Όλοι οι άντρες το ίδιο είναι. Και είναι και κομμουνιστής, τρομάρα του»

Τα κορίτσια από την οθόνη περίμεναν ότι σε δύο-τρία λεπτά θα τέλειωνε ο Μάκης και θα είχαν τα αποτελέσματα. Η τεστοστερόνη του φίλου μου εξακολουθούσε να βρίσκεται σε ψηλές τιμές και η Αννίτα είχε φτάσει στον πρώτο της οργασμό.

«Μια χαρά τα πάει ο θείος για την ηλικία του» είπε η Νατάσα. «Ούτε ο Ρότσιλντ, που είναι δέκα χρόνια μικρότερος δεν κρατάει τόσο. Ρε Αγνή, για πάτα το data information της Αννίτας, έτσι από περιέργεια, να δούμε και πόσο την έχει;»

Η Αννίτα δεν είναι μια συνηθισμένη πλαστική κούκλα, που βρίσκει κανείς στα sex shops.

Έχει κατασκευαστεί με ειδικές ιατρικές προδιαγραφές και είναι πανάκριβη. Το κόστος κατασκευής με όλα τα εξτρά της, είχε κοστίσει στα δύο κορίτσια πάνω από είκοσι χιλιάδες ευρώ. Έχει ενσωματωμένη μικροκάμερα μέτρησης των διαστάσεων του πέoυς, και μετρητή της ροής και της πίεσης του αίματος. Οι πληροφορίες αυτές, χάρη στο ειδικό λογισμικό-παραγγελία της Νατάσας, μεταδίδονται επεξεργασμένες στην οθόνη του υπολογιστή.

«Ρε συ Αγνή, αυτός ο μπάρμπας, είναι άλλο πράγμα. Η γκόμενα έχει τρελαθεί στους οργασμούς. Δες τι πίεση ασκεί πάνω της. Θα μας την χαλάσει από πίσω, έτσι και κρατήσει άλλα δύο λεπτά.

Τα δύο αυτά κρίσιμα λεπτά, φαίνονταν να εξαντλούνται, η Αννίτα είχε επαναλαμβανόμενους οργασμούς και ό φίλος μου αργούσε να ολοκληρώσει την εργομετρική του άσκηση.

«Πες του μ@λάκα, να αλλάξει στάση γρήγορα» είπε η Αγνή. «Θα μας ανοίξει την βαλβίδα της αποσυμπίεσης και θα τρέχουμε βραδιάτικα σε κανένα βουλκανιζατέρ να την φουσκώσουμε. Και μείωσε λίγο την ένταση από τα βογγητά της γκόμενας γιατί θα σηκώσουμε την πολυκατοικία στο πόδι.»

«Κύριε Μάκη, τέρμα από πίσω» κάλεσε από την ειδική μικροφωνική εγκατάσταση η Νατάσα . «Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε και το στόμα εάν θέλετε.»

-Στο στόμα της, δεν τον βάζω. Φοβάμαι μη μπλοκάρει και μου τον δαγκώσει» είπε ο Μάκης.
Δεν είχε άδικο ο φίλος μου, γιατί η Αννίτα, όπως έγραφαν οι οδηγίες, είχε και δόντια.

«Άλλαξε στάση τότε. Κάθισε γονατιστός και πάτησε την ένδειξη «σπαγγάτο» είπε η Αγνή.

-Δεν την έχω κάνει ποτέ αυτή την στάση.

-Θα την μάθεις. Εύκολη είναι. Εσύ δεν θα κάνεις τίποτα. Θα ανοίξει, μόνη της, η άλλη τα πόδια.»

Ο Μάκης πάτησε την ένδειξη, αλλά η Αννίτα δεν έλεγε να τα ανοίξει. Περίμενε ένα ολόκληρο λεπτό, άκουγε μεν τα γρανάζια των κλειδώσεων να δουλεύουν, αλλά τα πόδια της δεν άνοιγαν.

«Δεν τα ανοίγει» είπε ο Μάκης. «Να της ρίξω καμιά σφαλιάρα;»

Το έβλεπαν και τα κορίτσια από την ειδική ένδειξη « Access denied» της οθόνης, ότι η Αννίτα δεν άνοιγε τα πόδια.

«Πήγαινε μέσα, ρε Νατάσα, να δεις τι έπαθε η μ@λακισμένη» είπε στη συνάδελφος της η Αγνή. «Αλλίμονο του, έτσι και μου την πείραξε ο βλάκας. Και έχει περάσει, γ@μώτο ο χρόνος της εγγύησης».

-Μάκη, κάτσε όπως είσαι, και θα έρθει η Νατάσα να δει τι έχει. Δεν καταλαβαίνει από σφαλιάρες. Και πρόσεχε μη χαλάσεις την στύση σου, γιατί θα πάνε στράφι τα εργομετρικά.

-Και αν αρχίσει να μου πέφτει, τι να κάνω;

-Να μη σου πέσει. Αν καταλαβαίνεις ότι σου πέφτει, άρχισε να την παίζεις. Και στο μεταξύ, η Νατάσα θα της ανοίξει τα πόδια με τον κάβουρα.

–Είσαστε στα καλά σας; Δέχθηκα να κάνω εργομετρικά με κούκλα. Δεν μου είπες ότι θα βαρέσω και μ@λακία.

– Και η μαλ@κία, s-e-x είναι. Δεν επηρεάζει τα αποτελέσματα.

-Αποκλείεται. Μ@λακία στα πενήντα; Ποτέ.

-Ρε μανάρι, για τα μαλλιά σου θα το κάνεις. Θα χάσουμε τις μετρήσεις έτσι και σταματήσεις. Πρέπει να έρθεις σε οργασμό.

Ανένδοτος ο Μάκης. Την ευθύνη της απροθυμίας του, την έριξε στο κόμμα.

-Το κόμμα την απαγορεύει.

-Απαγορεύει να το κάνετε στα κρυφά. Φανερά επιτρέπεται.

-Ο σύντροφος, Αγνή, δεν πρέπει να κουράζεται άσκοπα. Πρέπει να είναι έτοιμος για την επανάσταση. Αν μάθουν, μάλιστα, ότι δοκίμασα απαγορευμένη στάση θα με διαγράψουν.

– Να τους πεις ότι το έκανες για ιατρικούς λόγους. Εδώ, ρε @ρχίδι, πήρες την Αννίτα από πίσω, και σε πειράζει το σπαγγάτο;

-Από πίσω δεν απαγορεύεται. Συμβολίζει την πίεση που πρέπει να ασκήσουμε στην εργατική τάξη για να ξεσηκωθεί και να σπάσει τα δεσμά της καταπίεσης.

-Εντάξει, εντάξει μ@λάκα, με έπεισες. Μην την παίζεις. Θα πω στην Νατάσα να ξεκουμπώσει την ρόμπα της. Θα παίρνεις μάτι την Νατάσα και δεν θα σου πέφτει με τίποτα. Αλλά πρόσεξε! Μη και τολμήσεις να την ακουμπήσεις. Αλλίμονο σου. Θα σε σκίσει ο Ρότσιλντ.

Αν σας πω, τι κορμάρα ήταν η Νατάσα -με την ρόμπα, την ιατρική εννοείται, ανοιχτή- θα με πιστέψετε;

Να με πιστέψετε, για να μη γράφω τζάμπα. Και αν δεν με πιστεύετε, πρόλαβε ο Μάκης και έβγαλε μια photo, την ώρα που η Νατάσα μελετούσε τις οδηγίες συντήρησης της Αννίτας.

Ευτυχώς, η Νατάσα ήταν συγκεντρωμένη στο manual και δεν έβλεπε ότι την φωτογράφισε ο φίλος μου.

«Ρε, τι θεογκόμενα είναι αυτή;» του είπα, όταν μου την έδειξε.

«Το ξέρω» μου απάντησε, «δεν μου έπεφτε με τίποτα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά η Νατάσα δεν μπορούσε να βρει το topic «Access denied».

Πράγματι, η Νατάσα δεν μπορούσε να το βρει. Την πλησίασε από δίπλα ο Μάκης, καλύπτοντας το ερεθισμένο του πέoς με το σεντόνι, με το οποίο το είχαν φροντίσει να τον εφοδιάσουν οι δύο ενδοκρινολόγοι, και την ρώτησε:

-Να σε βοηθήσω, Νατάσα;

-Ναι, Κύριε Μάκη. Μόνο, σας παρακαλώ, μη με ακουμπήσετε. Να βλέπετε μόνο, έτσι;

Να είναι καλά, ο Μάκης που διάβασε την λεπτομέρεια, ότι με την επιλογή «Increased resistance» ο εγκέφαλος της κούκλας της δίνει εντολή να μην ανοίξει αμέσως τα πόδια της. Άσχετα με το πρόγραμμα επιλογής του χρήστη. Δηλαδή αφήνει τον χρήστη να περιμένει για κανένα δίλεπτο, για να του αυξήσει την ένταση της επιθυμίας του.

«Αγνή, κοίταξε σε παρακαλώ την λειτουργία resistance» είπε η Νατάσα στην Αγνή.

Το τσέκαρε η Αγνή και έβαλε τις φωνές.

«Ρε, μ@λάκα, ποιος σου είπε να το πατήσεις» είπε στον Μάκη, ο οποίος προφανώς το πάτησε ταυτόχρονα με το μπουτόν λειτουργίας του σπαγγάτου. «Δεν φτάνει που αργείς να τελειώσεις, θέλεις να σου κάνει και την δύσκολη η γκόμενα; Τώρα έχει στυλώσει τα πόδια της»- εννοούσε την Αννίτα- «και θα πρέπει να της κάνουμε reset”.

-Συγγνώμη, ρε Αγνή, με τόσα κουμπιά, μπερδεύτηκα.

«Έλα, δεν πειράζει. Νατάσα, ανέβα στο κρεβάτι, φόρεσε τους αισθητήρες σου και πες στο Μάκη, να σε βοηθήσει να της ανοίξετε τα πόδια. Εγώ θα μπω στο λογισμικό και μόλις ακούσω τα σήματα θα κάνω το insert της γωνίας. Ας μη κάνει το τέλειο σπαγγάτο. Τι να κάνουμε τώρα;»

«Δεν γνώριζα, Αλέξη, πώς γίνεται το reset. Ολόκληρη επιχείρηση. Για να δεχθεί ο εγκέφαλος της κούκλας την γωνία ανοίγματος των ποδιών της, οι αισθητήρες που φόρεσε η Νατάσα θα έπρεπε να βλέπουν τους αισθητήρες της πλαστικής κούκλας, και την στιγμή που θα ακούγονταν τα σήματα επαφής, η Αγνή θα έκανε το insert στην μνήμη της. Προφανώς, για το πρόγραμμα σπαγγάτο θα είχαν προσλάβει καμία γυμνάστρια και θα το είχαν ρυθμίσει να πιάνει τις εκατό ογδόντα μοίρες».

Βέβαια, η Νατάσα, ενδοκρινολόγος είναι η κοπέλα, δεν είναι γυμνάστρια για να μπορεί να ανοίγει τα πόδια της στις εκατό ογδόντα μοίρες. Τα άνοιξε όσο μπορούσε. Αφού πρώτα ανέβηκε στο κρεββάτι και έβγαλε την ποδιά της που την εμπόδιζε.

Με ένα σκέτο μαύρο φαρμάκι η Νατάσα είχε μείνει, και γυμvός με ένα σεντόνι ο φίλος μου.

«Ανέβα κι εσύ τώρα πάνω στο κρεβάτι» του είπε η Νατάσα, «και βάλε την Αννίτα ανάμεσα μας, με ανοιχτά τα πόδια. Εγώ, θα κρατήσω ανοιχτά τα δικά μου, και εσύ θα ανοίξεις τα δικά της.

-Μήπως είναι πιο εύκολο, να κρατάω εγώ ανοιχτά τα δικά σου, και να ανοίξεις εσύ της Αννίτας;

-Έλα, να λείπουν οι εξυπνάδες. Θα κάνεις αυτό που λέω. Όταν θα σου πω, θα ακουμπήσεις τον αριστερό αισθητήρα της Αννίτας στον αισθητήρα που έχω βάλει στο δεξί μου πόδι και τον δεξί αισθητήρα στο αριστερό μου πόδι. Το κατάλαβες;

-Ναι.

«Μάκη, να προσέχεις να μην σου πέσει και πάνε στράφι όλες οι μετρήσεις» του φώναζε από μέσα η Αγνή, όση ώρα τον άκουγε να παρλάρει με την Νατάσα.

«Και να ήθελα να μου πέσει, πού να μου πέσει, Αλέξη» μου είπε. «Φαντάζεσαι να είσαι με μια γκόμενα πρόσωπο με πρόσωπο, να έχει εκείνη τα πόδια της ανοιχτά κι εσύ να προσπαθείς να ακουμπήσεις τους αισθητήρες μιας πλαστικής κούκλας, στους αισθητήρες των ποδιών της; Με την Αννίτα στην μέση, σαν να κάναμε παρτoύζα ήταν. Κρίμα, που δεν σκέφτηκα να τραβήξουμε μια selfie.

“Εγώ, μ@λάκα, με τέτοια γκομενάρα, θα τελείωνα με το πού θα ανέβαινα στο κρεβάτι πάνω» του είπα.

«Το ξέρω, είσαι λιγούρης» μου απάντησε.

Ο Μάκης, όμως, ήταν εγκρατής. Ο χρόνος κυλούσε, ο υπολογιστής έδειχνε την τεστοστερόνη να διατηρείται στα ύψη, και την Αγνή από μέσα να δίνει οδηγίες.

«Πλησιάστε πιο κοντά» φώναζε από μέσα. «Και εσύ Νατάσα, προσπάθησε όσο μπορείς να σταθεροποιήσεις τα πόδια σου, γιατί χάνεται το σήμα».

Δυο ολόκληρα λεπτά η Νατάσα προσπαθούσε να κρατήσει σταθερά τα πόδια της και άλλα τόσα ο Μάκης κουνούσε τα πόδια της Αννίτας για να πιάσουνε σήμα.

Και κοιτάξτε σύμπτωση. Την ώρα που ακούστηκε το μαγικό σήμα της οπτικής επαφής του πρώτου ζεύγους των αισθητήρων επιβεβαιωμένο με το Yes της Αγνής, χτυπάει το κουδούνι της εξώπορτας.

«Όχι, ρε πoύστη μου, τώρα» είπε η Αγνή. «Να πάει να γ@μηθεί, οποίος και να είναι. Εσείς, προσέχετε μη χαλάσετε τη στάση. Είδαμε και πάθαμε να σετάρουμε το αριστερό πόδι της Αννίτας. Το δεξί, μας μένει.»

«Να σου πω την αλήθεια μου, Αλέξη» μου έλεγε ο φίλος μου, «το κουδούνισμα που επέμενε, εμένα δεν μου άρεσε.

«Δεν ανοίγω, όποιος και να είναι» είπε η Αγνή. «Θα βαρεθεί και θα φύγει.»

Έλα, όμως, που ο επισκέπτης επέμενε. Και όταν σταμάτησε να το βαράει, ακούστηκαν τα δυνατά βήματα ανθρώπου που ανέβαινε γρήγορα την σκάλα.

«Όποιος και να είναι, εσείς να μείνετε στη θέση σας» είπε η Αγνή. «Θα χτυπήσει το κουδούνι το εσωτερικό, θα δει ότι δεν του ανοίγουμε, και θα σηκωθεί να φύγει.»

Ο απροσδόκητος επισκέπτης άρχισε να βαράει το εσωτερικό κουδούνι συνέχεια. Το άγχος άρχισε να κυριεύει τον φίλο μου τον Μάκη.

«Μην βγάλετε, τσιμουδιά. Θα βαρεθεί και θα φύγει» είπε η Αγνή. «Και εσύ Μάκη, πρόσεχε να κρατήσεις την στύση, μη χαλάσουμε το εργομετρικό.»

Ο επισκέπτης όχι μόνο δεν έλεγε να σταματήσει να βαράει το κουδούνι, αλλά άρχισε να χτυπά και την πόρτα με τα χέρια. Μια-δυο φορές, την κλώτσησε κιόλας.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, έβαλε και τις φωνές από πάνω.

«Αγνή, άνοιξε μου την πόρτα. Θέλω να μιλήσω στη Νατάσα. Μη με αναγκάσεις να την σπάσω.»

Η Νατάσα και η Αγνή, κατάλαβαν, ότι αυτός που χτυπούσε με δύναμη την πόρτα ήταν ο Ρότσιλντ.

«Τι έπαθε , μωρή βλαμμένη ο δικός σου και κάνει σαν τρελός;» τη ρώτησε.

-Πού θες να ξέρω, ρε Αγνή. Μπορεί να τα πήρε, που του ‘πα χτες να χωρίσουμε. Μην του ανοίξεις, σε παρακαλώ. Θα με πλακώσει στο ξύλο.

-Μέρα που βρήκες και εσύ, να του πεις να χωρίσεις. Τέλος πάντων, μείνετε στις θέσεις σας και θα πάω εγώ να τον ηρεμήσω. Και όπως σας είπα, μην κουνήσετε από την θέση της, την Αννίτα, και πάει στράφι το σετάρισμα. Κι εσύ, Μάκη, συγγνώμη για την ταλαιπωρία, αγόρι μου, πρόσεχε μη σου πέσει.

«Μα είναι δυνατόν να μείνω συγκεντρωμένος με τόσο σαματά. Θα μου πέσει σίγουρα» της απάντησε ο φίλος μου.

-Όχι, μη μας το κάνεις αυτό Μάκη. Σε δύο λεπτά θα τον έχω ξαποστείλει τον Ρότσιλντ. Οι μετρήσεις σου είναι καταπληκτικές και είναι αμαρτία να τις χάσουμε. Εσύ παιδί μου, είσαι φαινόμενο. Με τόσα απρόοπτα, με την αδρεναλίνη σου να έχει χτυπήσει κόκκινο, και οι τιμές της τεστοστερόνης να είναι στα ύψη; Θέλουμε να φτάσεις σε οργασμό. Μόνο τότε η καμπύλη τεστοστερόνης θα ολοκληρωθεί.

«Ναι, είναι αμαρτία. Είσαστε φαινόμενο, Κύριε Μάκη» επανέλαβε και η Νατάσα. « Αν δείτε ότι πάει να σας πέσει, μπορείτε να αρχίσετε να με χαϊδεύετε.»

-Μα, Νατάσα, εσύ έχεις σχέση.

-Είχα. Τώρα δεν έχω.

-Και ο Ρότσιλντ; Αν το μάθει ο Ρότσιλντ; Αν μπουκάρει μέσα;

-Ρε, γ@μα τον Ρότσιλντ. Δεν θα τον αφήσει να μπει μέσα η Αγνή. Σου είπα, άλλωστε, ότι χώρισα. Ο Ρότσιλντ, δεν με ικανοποιούσε. Είμαι ελεύθερη τώρα. Μάκη, σε γουστάρω τρελά. Είσαι να το κάνουμε live;

-Kαι η Αγνή, αν το πάρει χαμπάρι η Αγνή;

-Δεν θα καταλάβει τίποτα. Θα νομίζει ότι γ@μάς την Αννίτα. Άσε, να φύγει πρώτα ο μ@λάκας.

Όλη αυτή την ώρα, και ενώ η Αγνή έκανε save τα μέχρι στιγμής αποτελέσματα των εργομετρικών -για να μη χαθούν- ο Ρότσιλντ όχι μόνο χτυπούσε την πόρτα, αλλά έβριζε και απειλούσε.

-Άνοιξε μωρή την γαμημέvη την πόρτα. Ξέρω ότι είσαι μέσα, γ@μώ το Καρπενήσι και όλο τον νομό Ευρυτανίας.

«Περίμενε λίγο, ρε μ@λάκα, έρχομαι» του απάντησε επιτέλους η Αγνή, μήπως και ηρεμήσει τον αγριεμένο Ρότσιλντ.

«Είμαι με πελάτη» του είπε, χωρίς όμως ακόμη να του έχει ανοίξει την πόρτα. «Του κάνω εργομετρικό με την Αννίτα. Δεν μπορώ να τον κόψω στη μέση.»

-Άνοιξε μου, τώρα. Θέλω να μιλήσω στην Νατάσα.

-Δεν έχει ιατρείο σήμερα.

Γνώριζε καλά, φαίνεται το πρόγραμμα της Νατάσας ο Ρότσιλντ, είχε δει και το αυτοκίνητο της στην Μαυρομιχάλη παρκαρισμένο ένα στενό πιο πέρα από το ιατρείο των κοριτσιών, και η δικαιολογία της Αγνής τον εξαγρίωσε ακόμη περισσότερο.

«Αγνή, γ@μώ το μoυνί σου, ξέρω ότι είναι μέσα» φώναξε δυνατά, χτυπώντας και κλωτσώντας την πόρτα. «Ποιον πας να κοροϊδέψεις, μωρή ξεφτιλισμένη. Αν δεν ανοίξεις, τώρα αμέσως, θα φωνάξω τον Ρουβίκωνα.»

«Καταλαβαίνεις, Αλέξη» μου είπε, όταν μου εξιστορούσε τα γεγονότα, «με όλη αυτή την μανούρα του Ρότσιλντ, όχι μόνο δεν πρόλαβα να κάνω τίποτα, αλλά σηκώθηκα και έψαχνα να βρω το παντελόνι μου. Δεν ήξερα τι θα μπορούσε να επακολουθήσει.»

«Πολύ καλά έκανες» του απάντησα. «Ο Ρότσιλντ δεν αστειεύεται. Κόντεψε να πλακώσει στις σφαλιάρες την γυναίκα μου και την Χαρά. Για συνέχισε, τι έγινε μετά.»

Τι έγινε; Θα σας περιγράψω εγώ, τι έγινε.

«Όχι, μη το κάνεις σε παρακαλώ» παρακαλούσε τον Ρότσιλντ, η Αγνή. «Δεν έχω ξοφλήσει ακόμη τα καινούργια μηχανήματα».

Τίποτα αυτός ο πoύστης. Μέχρι που άνοιξε την πόρτα με μια δυνατή κλωτσιά και μπήκε μέσα.

Όταν λοιπόν ο Ρότσιλντ μπήκε στο ιατρείο και άρχισε να ουρλιάζει «Που είναι η κ@ριόλα η Ρουμάνα. Θα την σκίσω», ο Μάκης είχε μόλις προλάβει να φορέσει το παντελόνι του και να ανοίξει την μπαλκονόπορτα.

Από μέσα ακούγονταν Χριστοπαναγίες, γυαλικά που έσπαζαν και κομπιούτερ που έπεφταν χάμω.

Τι ήταν αυτό, που έκανε θηρίο τον Ρότσιλντ;

Ήταν που είδε την Νατάσα ημίγυμνη, με το μαύρο φορμάκι της, και προφανώς του πέρασε από το μυαλό, ότι είχε κάπου κρυμμένο τον εραστή της. Στη μανία του επάνω, είχε κάνει το ιατρείο καλοκαιρινό.

Ο Μάκης, όμως, είχε προλάβει να βγει στο μπαλκόνι και να κάθεται σε μία γωνία, πίσω από κάτι απλωμένα ρούχα. Να πηδήξει κάτω δεν μπορούσε, γιατί είναι αγύμναστος.

Και, αν και άθεος, θα πρέπει να είχε τάξει πολλές λαμπάδες, για να μην ανοίξει την μπαλκονόπορτα ο Ρότσιλντ.

Ο καυγάς, μέσα στο διαμέρισμα των ενδοκρινολόγων, πρέπει να ήταν πολύ άγριος. Ο Ρότσιλντ ήθελε να μάθει, πού κρύβεται ο εραστής. Σίγουρα θα έριξε και καμία σφαλιάρα στη Ρουμάνα -εδώ κόντεψε να ρίξει στη γυναίκα μου, που δεν τον πείραξε κιόλας-, για να την φοβερίσει και να την κάνει να ξεράσει.

«Πες μου, μωρή. Πού τον έχεις κρύψει, τον γ@μιόλη; Θα του ξεριζώσω τα @ρχίδια, του μπινέ. Θα τον βρω τον πoύστη, όπου και να κρύβεται και θα τον τελειώσω» τον άκουγε ο Μάκης, από μέσα να φωνάζει.

Έτρεμε ο φίλος μου. Και να είναι καλά, μια γειτόνισσα από το διπλανό διαμέρισμα της Αγνής. Με όλη αυτή την φασαρία και τις φωνές, βγήκε στο μπαλκόνι της. Είδε ένα σοβαρό κύριο να τρέμει σαν ψάρι. Ποιος ξέρει; Μπορεί να τον λυπήθηκε.

Ήταν μια καλοστεκούμενη ηλικιωμένη Κυρία, που θα κόντευε τα εβδομήντα.

«Έλα, γιόκα μου» του είπε. «Πιάσε γερά το διαχωριστικό και πήδα στο δικό μου μπαλκόνι.

Και μπες γρήγορα μέσα στο σαλόνι. Μη βγει αυτός ο κανίβαλος και σε σφάξει»

Βάστηξε γερά το κάγκελο, ο Μάκης, το ένα πόδι στο κενό, το άλλο στο πρεβάζι -απορώ πώς και δεν γκρεμοτσακίστηκε- κατάφερε, πάντως, να πηδήξει με ασφάλεια στο διπλανό μπαλκόνι και να χωθεί στο διαμέρισμα της γειτόνισσας. Και ήταν τη στιγμή, που ο Ρότσιλντ, άνοιγε την μπαλκονόπορτα.

«Σας ευχαριστώ πολύ, κυρία μου» της είπε ο Μάκης, ενώ ετοιμαζόταν, σαν κύριος πλέον να φύγει από την κανονική πόρτα του διπλανού διαμερίσματος. «Μου σώσατε τη ζωή.»

-Το ξέρω. Άγιο είχες. Ο Ρότσιλντ κάθε μέρα πλακώνεται και με άλλον σύντροφό του.

Αλήθεια παιδί μου, εσύ ποιας συλλογικότητας είσαι;

-Της αριστεράς είμαι. Αλλά, τώρα, πρέπει να φύγω. Πάντως, σας εύχομαι να έχετε και εσείς, και όλοι οι αναγνώστες του Πιτσιρίκου, καλές γιορτές και ευτυχισμένο το 2018.

Γ.Κ.

Υ.Γ.1 Με την ευκαιρία των γιορτινών ημερών, ανταποδίδω τις ευχές μου στο ζευγάρι Ρουβά-Ζυγούλη, για τις χριστουγεννιάτικες δικές τους, που μας έστειλαν- με τις πατούσες τους, αραδιασμένες μπροστά στο τζάκι- καθώς και σε όλες και όλους τους τηλεπαρουσιαστές, που φωτογραφήθηκαν μπροστά στα δέντρα τους, μας έδειξαν τα παιδιά τους που το στόλιζαν ή μας είπαν τι γράμμα έστειλαν στον Άγιο Βασίλη. Μέχρι και σε κρύα νερά βούτηξαν για να μας ευχηθούν «Χρόνια Πολλά» μέσω Instagram.

Υ.Γ.2 Η πρακτική του ευνουχισμού χρησιμοποιήθηκε στην Αμερική την δεκαετία του ’60 για την αντιμετώπιση ψυχικών διαταραχών ή διαταραχών συμπεριφοράς (βιασμoί, παιδoφιλίες κλπ)

Υ.Γ.3. Η Αγνή Προβατά παντρεύτηκε το 1999 τον Γάλλο αναρχικό Francois -ηγετικό στέλεχος της γαλλικής συλλογικότητας Le crack de la bourgeoisie- με θρησκευτικό γάμο στη Μητρόπολη του Καρπενησίου. Χωρίσανε στη Γένοβα το 2001, όταν τσάκωσε τον Francois να κάνει έρωτα με την Ισπανίδα συντρόφισσα Marita Hernadez στο WC του Café Pisacane. Στο πλοίο της επιστροφής –ήτανε και ο Τσίπρας, αλλά σε διαφορετική καμπίνα- γνώρισε τον Έλληνα αναρχικό Άβελ. Ο γάμος, θρησκευτικός και αυτός, έγινε στον Ιερό Ναό της Αγίας Κυριακής, στο Κερασοχώρι της Ευρυτανίας. Με τον Άβελ, χώρισε το 2012 και από τότε ζει μόνη. Για να μη την ψάχνετε άδικα, σας ενημερώνω ότι στο Facebook δεν έχει σελίδα.

Υ.Γ.4 Από τους γιατρούς φίλους και αρθρογράφους, Βασίλη και Ηλία, εκτός από τις ευχές μου που τους στέλνω, ζητώ την κατανόηση τους για τυχόν ιατρικές ασυναρτησίες που αναφέρονται στην πλοκή των ιστοριών. Και ελπίζω, να μην ζητήσει κανένας αναγνώστης από την ενδοκρινολόγο του να του κάνει το test Προβατά-Ποπέσκου.

(Αγαπητέ φίλε, αποχαιρετάτε το 2017 με ένα μεγαλειώδες κείμενο πάνω από 13 χιλάδες λέξεις. Εύχομαι τα καλύτερα και τύχη για το 2018, και πάντα τέτοια. Σας ευχαριστώ πολύ. Την αγάπη μου.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.