Πρωτομαγιά (έτος 2018)

Στην ίδια γη ακόμα πατάω. Σε αυτή την γη που πια δεν είναι δική μου. Κοιτάζω από μακριά τους ακροβολισμένους στρατιώτες που κουβαλούν το αστέρι του Δαβίδ στο στήθος τους. Πιο πίσω καλά καμουφλαρισμένα τα τεθωρακισμένα τους έτοιμα να επέμβουν, έτοιμα να χτυπήσουν ξανά το άοπλο πλήθος.

Κι είναι σαν χθες που άκουγα τα πονεμένα λόγια της μάνας μου, όταν μας φέραν νεκρό τον πατέρα.

«Δεν είναι μονάχα ο πόνος του χαμού του. Έτσι πεθαίνουν οι ήρωες, γιε μου, να το θυμάσαι αυτό. Εκείνο που με σκοτώνει είναι η αδιαφορία ολόκληρου του κόσμου. Σαν να μην μας λογαριάζουν πια για ανθρώπους ή να μην είναι πια οι ίδιοι άνθρωποι. Πιο σκληρό από τα δύο αυτά δεν ξέρω πιο είναι, δύσκολα όμως μπορώ να το καταλάβω και να το αποδεχτώ».

Κι εγώ κάποτε δεν καταλάβαινα, μα τώρα γνωρίζω. Όχι πως έχει σημασία πια, μα γνωρίζω.

Κάθομαι τα απογεύματα μπροστά στην θάλασσα, το μόνο παράθυρο στην φυλακή που ζούμε τα τελευταία 10 με 20 χρόνια και ρουφάω άπληστα τον αέρα που φέρνει σε μας η ζωοδότρα Μεσόγειος.

Να ταξιδέψουμε πια δεν μπορούμε. Δεν φαίνονται, μα πέρα από τον ορίζοντα παραμονεύουν τα πλοία τους. Μονάχα ο αέρας και το κύμα που σκάει απαλά μπροστά στα πόδια μας.

Να ταξιδέψουμε πια δεν μπορούμε. Μονάχα να ονειρευόμαστε, όμως πόσο μπορούν να αντέξουν τα όνειρα αυτή την σκληρή και άθλια πραγματικότητα μέσα στην οποία ζούμε.

Σχεδόν 2 εκατομμύρια ψυχές στοιβαγμένες σε μια έκταση γης, δέκα φορές μικρότερη από όσο η Αττική.

Πως να το πεις αυτό ζωή; Κι αν το πεις, πως μπορείς πια να το πιστέψεις;

Πρωτομαγιά. Στα αριστερά μου απλώνεται μελαγχολική η θάλασσα, στα δεξιά μια χέρσα γη όπου παραμονεύει ο θάνατος.

Δίπλα μου μια παρέα από ξυπόλυτα παιδιά που γελούν και παίζουν πάνω στην αμμουδιά.

Το μεσημέρι θα μαζευτούμε πάλι στον περίβολο της φυλακής μας, διεκδικώντας ξανά το αυτονόητο του δικαιώματος της ύπαρξης μας.

Τα τανκς των Ισραηλινών θα ανάψουν ξανά τις μηχανές τους. Θα εκτοξεύσουν ασφυξιογόνα αέρια. Θα πυροβολήσουν ξανά εκείνους που θα ξεχωρίζουν μέσα από το πλήθος. Κάποιοι δικοί μας θα πεθάνουν, κάποιοι θα τραυματιστούν. Οι υπόλοιποι θα αρχίσουν να τρέχουν για να σωθούν.

Παντού γύρω η σκόνη. Και στο μυαλό μου τα λόγια του πατέρα.

«Δεν θα τελειώσει ποτέ. Ποτέ μέχρι να νικήσουμε». Μακάρι να είχα την δύναμη να το πιστέψω ξανά.

Φιλιά από την Εσπερία

Ηλίας

Υ.Γ. Ανέβασες ξανά στα social media, φίλε μου Πιτσιρίκο, ένα κείμενο που σου είχα στείλει την Πρωτομαγιά του 2016. Νομίζω ότι τότε είχε πέσει πολύ κοντά και το Πάσχα αλλά δεν είμαι σίγουρος. Είναι περίεργο να διαβάζεις κάτι που είχες γράψεις λίγους μήνες πριν και να σου φαίνεται όμορφο μεν αλλά και τόσο ξένο. Χορτάσαμε τόσες πολλές απογοητεύσεις και διαψεύσεις τα τελευταία χρόνια, ακόμα και για προσδοκίες που ποτέ δεν είχαμε συνειδητοποιήσει ότι είχαμε. Σήμερα εορτάζουμε επετείους και ψελλίζουμε αιτήματα για δικαιώματα σαν το 8ωρο που πια δεν υπάρχουν κι έχουν προ πολλού καταργηθεί με την συναίνεσή μας. Σήμερα που η νέα τεχνολογική επανάσταση απειλεί εκατομμύρια θέσεις εργασίας, ελάχιστοι είναι εκείνοι που αντιλαμβάνονται το δισυπόστατο αυτής της εξέλιξης. Η νέα τεχνολογία μπορεί να απελευθερώσει τον άνθρωπο αν βρίσκεται στα χέρια του κοινωνικού συνόλου, ενώ την ίδια στιγμή τον απειλεί με την εξαθλίωση παραμένοντας στην ιδιοκτησία των καπιταλιστών. Η προφανής αυτή αλήθεια χλευάζεται σήμερα από εκείνους που απειλούνται με τον αφανισμό. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που αδιαφορούν για τους φυλακισμένους της Γάζας και για τους ετοιμοθάνατους της διπλανής πόρτας. Πόσοι άραγε αναρωτιούνται και προβληματίζονται για την ιδιοκτησία αυτών των νέων κι εντυπωσιακών τεχνολογικών μέσων; Πόσοι αισθάνονται άβολα, όταν μαθαίνουν πως 8 μόνο άνθρωποι κατέχουν όσοι το 50% του πληθυσμού της γης; Πόσοι θεωρούν ότι οι τύποι αυτοί δεν έχουν το δικαίωμα να συσσωρεύουν τόσο πλούτο στα χέρια τους; Στον δυτικό κόσμο η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών έχει ήδη συμβιβαστεί κι αποδεχτεί την τρομακτική κοινωνική ανισότητα των ημερών μας. Την θεωρεί φυσιολογική κι αιώνια. Πρόκειται για μια τεράστια σε μέγεθος ήττα, όσο κι αν κάποιοι συνεχίζουν τάχα μου αδιάφορα να σφυρίζουν την μελωδία από την Διεθνή, βαδίζοντας στην σκιά της τσιμινιέρας που …πάγωσε.

(Φίλε Ηλία, οι Παλαιστίνοι έχουν ήδη νικήσει. Ο κόσμος ανήκει σε αυτούς που δεν φοβούνται τον θάνατο. Αλλά περισσεύουν πια αυτοί που φοβούνται και τη ζωή και τον θάνατο. Ηλία, η πλειοψηφία των ανθρώπων έχουν αποδεχτεί την αδικία και την αδυναμία τους. Αλλά αυτό θα αλλάξει. Θα το αλλάξει η ανάγκη. Μπορεί και στα δικά μας χρόνια. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.