Σαν αμάξι κολλημένο σε ανηφόρα

Αγαπητέ πιτσιρίκο,
Εγώ έφυγα το Σεπτέμβριο του 2014 για Σκωτία. Όπως και άλλοι πολλοί, έφυγα αρχικά για να κάνω ένα μεταπτυχιακό ενός χρόνου, με την ελπίδα ότι μετά απ’ αυτό θα έβρισκα μια δουλειά με αξιοπρεπείς συνθήκες στο Ηνωμένο Βασίλειο, αυτό δηλαδή που δεν έβρισκα στη χώρα μου.

Για να γίνω πιο συγκεκριμένη, σπούδασα ψυχολογία, ένα αντικείμενο που αποδείχτηκε πολύ πιο δύσκολο να ασκήσει κανείς σαν επάγγελμα, απ’ όσο μπορούσα να φανταστώ όταν το ξεκινούσα, ανεξαρτήτως χώρας.

Συνοπτικά, αναφορικά με τους λόγους που έφυγα:

Στην Ελλάδα, με το προπτυχιακό στην ψυχολογία, παίρνεις άδεια ασκήσεως επαγγέλματος.

Αυτό είναι γενικώς εγκληματικό, διότι το προπτυχιακό στην ψυχολογία -παγκοσμίως- είναι καθαρά θεωρητικό και δεν σε προετοιμάζει για τίποτα στην πράξη.

Οι περισσότεροι, ευτυχώς, είναι ευσυνείδητοι, και προσπαθούν να κάνουν μετεκπαιδεύσεις μετά απ’ αυτό και να μαζέψουν επαγγελματική εμπειρία κάτω από επίβλεψη, προτού ασκήσουν το επάγγελμα.

Στην Ελλάδα, βέβαια, δουλειές ούτε για αστείο, και ακόμα και για εθελοντισμό, που θα ήταν μιας μορφής επαγγελματική προϋπηρεσία, συχνά πρέπει να παρακαλάς.

Επίσης, οι δρόμοι για να λάβει κανείς μετεκπαίδευση είναι ακριβοί και λίγοι συγκριτικά με το εξωτερικό.

Και ακόμα κι αν τους ακολουθήσεις, πάλι χωρίς δουλειά θα βρεθείς.

Εκτός κι αν έχεις λεφτά να πάρεις το οικονομικό ρίσκο να ανοίξεις γραφείο, που όμως μετά από τα χρόνια που πλήρωνες τη μετεκπαίδευση, είναι μάλλον απίθανο να τα έχεις.

Αυτοί λοιπόν ήταν οι λόγοι που έφυγα.

Το Ηνωμένο Βασίλειο, πάλι, είναι στο άλλο άκρο θα έλεγε κανείς.

Άρχισα να ψηλαφώ το τι ισχύει στη χώρα αυτή επαγγελματικά λίγο-λίγο, όταν έφτασα εδώ, και να απογοητεύομαι βαθμιαία όλο και περισσότερο.

Εδώ, για να γίνεις ψυχολόγος, πρέπει μετά το προπτυχιακό να κάνεις ένα τρίχρονο διδακτορικό, το οποίο είναι είτε απλησίαστα πανάκριβο είτε υπερβολικά δύσκολο να γίνεις δεκτός.

Για έναν άνθρωπο που έρχεται κιόλας από άλλη χώρα, χωρίς τα αγγλικά να είναι η μητρική του και χωρίς να ξέρει πώς λειτουργεί το σύστημα, η δυσκολία αυξάνει δραματικά.

Η δυσκολία του αντικειμένου, πάντως, ισχύει και για τους ίδιους τους Βρετανούς· οι οποίοι, μην ξεχνάμε, έχουν πιθανόν πάρει ήδη δάνειο για να πληρώσουν το πρώτο πτυχίο (!), οπότε πού να σκεφτούν και για διδακτορικό;

Έτσι, οι περισσότεροι Βρετανοί που σπουδάζουν ψυχολογία καταλήγουν να δουλεύουν ως support workers ή care workers.

Αυτή είναι μία δουλειά που δεν χρειάζεται κανείς πτυχίο για να την κάνει, όπου βοηθάς ανθρώπους με ψυχικά ή/και σωματικά προβλήματα στην καθημερινότητά τους, από το να κάνουν μπάνιο, μέχρι να πάνε σούπερ μάρκετ.

Οι περισσότεροι το κάνουν σαν αρχή μέχρι να βρουν κάτι καλύτερο, αλλά πολλοί τελικά μένουν εκεί, λόγω έλλειψης καλύτερης προοπτικής.

Τα πρώτα δύο χρόνια πέρασαν με εμένα να συνειδητοποιώ βαθμιαία όλα τα παραπάνω, να τρώω διαδοχικές απογοητεύσεις και να βρίσκω αλλεπάλληλες πόρτες κλειστές.

Τέλειωσα το μάστερ μου· ένα μάστερ που αποδείχτηκε άχρηστο στην εύρεση εργασίας, γιατί δεν ανταποκρινόταν στην αγορά εργασίας του U.K., κάτι που βέβαια δεν ήξερα πριν έρθω.

Έκανα πάνω από 100 αιτήσεις σε θέσεις εργασίας και υποτροφίες για διδακτορικά, και έφαγα απόρριψη από όλες.

Ό,τι πλεονεκτήματα πίστευα ότι είχα ως προς το αντικείμενό μου, έβλεπα εδώ να υποτιμώνται ένα προς ένα: το ενδιαφέρον μου για ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις εκτός των mainstream, η κριτική πολιτική μου τοποθέτηση πάνω στην ψυχική υγεία, οι αναλύσεις μου για τα πράγματα, η διάθεσή μου να ψάχνω την αιτία στα πράγματα, ανεξάρτητα απ’ το κέρδος, όλα αυτά εδώ θεωρούνται περιττά, σε μια χώρα που όλα στοχεύουν στην ελαχιστοποίηση του κόστους και την επιφανειακή αποτελεσματικότητα.

Aντίθετα, η λίστα με τις «ελλείψεις» που συνειδητοποιούσα ότι έχω επαγγελματικά, μεγάλωνε.

Ήταν και η διαφορά κουλτούρας, η οποία αντανακλάται και στις σπουδές που παίρνουμε, οι διαφορετικές κρατικές πολιτικές και τα διαφορετικά συστήματα ψυχικής υγείας.

Κάθε πολιτισμική διαφορά που ανακάλυπτα με έκανε να φαίνομαι στο εδώ σύστημα ανεπαρκής.

Κάθε φορά που δεν μου ερχόταν η λέξη στα αγγλικά για κάποιον επιστημονικό όρο, έχανα points σε μία συνέντευξη για δουλειά.

Κάθε φορά που δεν καταλάβαινα την προφορά των σκωτσέζων -που πράγματι αρχικά ακούγεται σαν άλλη ξένη γλώσσα!- εκλαμβανόταν ως γλωσσική μου ανεπάρκεια.

Και, φυσικά, κάθε μήνας που περνούσε, έτρωγα κι άλλα λεφτά από τους γονείς μου, ενώ υποτίθεται ότι είχα έρθει για να σταματήσω να κάνω ακριβώς αυτό.

Στο τέλος, το πήρα απόφαση ότι η μόνη δουλειά που θα βρω είναι support worker και ξεκίνησα.

Όσο την έκανα, εξαντλήθηκα, συναισθηματικά και σωματικά.

Στις δουλειές αυτές, οι άνθρωποι που φροντίζεις, έχουν τις πιο «δύσκολες» για μας προφορές, κι αυτό γιατί είναι συνήθως οι πιο αδικημένοι και αποκλεισμένοι κοινωνικά πληθυσμοί· γενικώς, όσο πιο αποκλεισμένοι οι άνθρωποι, τόσο πιο δυσνόητη η προφορά.

Επίσης, βρέθηκα να δουλεύω με ελάχιστη στήριξη, σε ένα σύστημα που δεν ήξερα καθόλου πώς λειτουργεί, με τους εργοδότες μου να μου λένε να μην ανησυχώ, γιατί είναι όλα θέμα «κοινής λογικής», και εμένα να ανακαλύπτω καθημερινά ότι αυτή η «κοινή» λογική, δεν είναι καθόλου κοινή, όταν έρχεσαι από άλλη χώρα.

Εκεί κατάλαβα από πού προήλθαν τα ηλίθια και ρατσιστικά αστεία σε βάρος των Ποντίων:

όταν έρχεσαι από άλλο τόπο, με άλλες συνήθειες, φαίνεσαι να συμπεριφέρεσαι σαν ηλίθιος.

Με ρωτούσε π.χ. η μάνατζέρ μου ποια πόρτα χτύπησα για να μπω στο σπίτι του ανθρώπου που φρόντιζα, της απαντούσα την μπροστινή, ενώ τελικά αυτή ήταν αυτονόητα για εκείνους η πίσω πόρτα του σπιτιού, με αποτέλεσμα να δημιουργώ συχνά προβλήματα, ασυνεννοησία και να φαίνομαι χαζή ή αναξιόπιστη.

Αν οι Σκωτσέζοι ήταν ρατσιστές σαν τους Έλληνες, θα είχαν ήδη δημιουργηθεί άπειρα αντίστοιχα «ποντιακά» αστεία σε βάρος μας, αν κάνει κανείς την αναλογία!

Εδώ θέλω να πω, για τη δικαιοσύνη του πράγματος, ότι οι Σκωτσέζοι, στο σύνολό τους, είναι πραγματικά ανοιχτοί άνθρωποι στη διαφορετική καταγωγή και κουλτούρα, ακόμα και άνθρωποι αγράμματοι και φτωχοί, ή μάλλον, κυρίως αυτοί.

Είναι αλήθεια, επίσης, ότι είναι καλόκαρδοι, θα δώσουν απ’ το ψυχικό τους περίσσευμα ή το χρόνο τους, με έναν τρόπο που δεν το είχα ξαναδεί.

Όχι ότι δεν αντιμετώπισα, βέβαια, και υποτίμηση, και ρατσισμό από κάποιους, κυρίως τους πιο προνομιούχους, αλλά πώς να μη βρεις διαφορετικές περιπτώσεις ανθρώπων, όταν μιλάμε συνολικά για ένα λαό;

Αυτά, γιατί από κάποιους Σκωτσέζους έμαθα τι θα πει αληθινή απλότητα και απουσία διακρίσεων.

Ταυτόχρονα, στο μεταξύ, στη δουλειά αυτή, ένιωθα ότι όλα όσα προετοιμάστηκα τόσα χρόνια να μάθω και να γίνω, πήγαιναν στο βρόντο.

Η αγάπη μου για τον άνθρωπο και οι γνώσεις μου στην ψυχολογία, τη φιλοσοφία, τη συνάντηση τέχνης και ψυχοθεραπείας, όλα ξαφνικά ήταν άχρηστα και περιττά, σε μία δουλειά που από μένα ήθελε μόνο να καλύπτω «εργατοώρες» στα χρονοδιαγράμματα των μάνατζερ, αδιαφορώντας για την επί της ουσίας βοήθεια που προσφέραμε, που, στην πραγματικότητα, απλώς μπάλωνε και τελικά συντηρούσε το σύστημα και τις κοινωνικές του ανισότητες.

Την άφησα τη δουλειά.

Κατάφερα να μαζέψω κάποια λίγα χρήματα στην άκρη και με την οικονομική βοήθεια και πάλι των γονιών μου, ξεκίνησα τον πρώτο χρόνο ενός διδακτορικού, με την ελπίδα κάποια μέρα να το τελειώσω και να αρχίσω επιτέλους να έχω τα αυτονόητα, οικονομική ανεξαρτησία και λίγη χαρά για τη ζωή που ζω.

Ως προς τη χαρά…

Αυτό είναι το αγκάθι μου, η μάλλον, η έλλειψή της.

Η έλλειψη ηλιοφάνειας -το χειμώνα νυχτώνει απ τις 15.30- που με έχει κάνει μόνιμα θλιμμένη, το μόνιμο σύγκρυο απ’ την υγρασία και τους κρύους εσωτερικούς χώρους, το ότι έχω να ζήσω άνοιξη και καλοκαίρι, όπως το ξέρω, με κοντομάνικο και σαγιονάρα, 4 χρόνια, το ότι βγάζω το μήνα με αγωνία κάθε φορά αν θα μου φτάσουν τα λεφτά, οι λειψές παρέες.

Συνολικά, μπορώ να πω ότι έγινα σχεδόν μόνιμα θλιμμένη.

Οι ψυχολόγοι λένε ότι κάθε συναίσθημα μάς δίνει μια σημαντική πληροφορία για τον εαυτό μας, σημαντική για την επιβίωσή μας και για το πώς πρέπει να αντιδρούμε σ’ αυτά που μας συμβαίνουν.

Η θλίψη, λοιπόν, θεωρείται ότι μας δείχνει ότι χάσαμε κάτι σημαντικό για μας.

Αν είμαι θλιμμένη λοιπόν, είναι γιατί τα τελευταία επτά χρόνια της κρίσης έχασα όχι ένα, αλλά πολλά σημαντικά πράγματα για μένα.

Πέρα από προσωπικές απώλειες που έτυχε να συμπέσουν, έχασα τη ζωή στη χώρα μου, ό,τι μου έφερνε οικειότητα, έχασα την ελπίδα ότι θα ζήσω κάποτε μια ζωή αυτόνομη και αξιοπρεπή, την ελπίδα ότι θα κάνω μια δουλειά στην οποία θα νιώθω ότι την κάνω καλά, πολλές φορές έχασα την πίστη στον εαυτό μου επαγγελματικά, και του τι έχω να προσφέρω.

Έχασα φίλους, έχασα χρόνο προσπαθώντας να προσαρμοστώ, έχασα χρόνο από «μαζί» με ανθρώπους που αγαπώ.

Ταυτίζομαι πολύ μ’ αυτό που είπε κάποιος άλλος σε γράμμα του, πόση χαρά κάνεις αν τύχει και βρεις Έλληνα που θα έκανες παρέα μαζί του έτσι κι αλλιώς, κι όχι από ανάγκη, απλώς και μόνο επειδή βρεθήκατε κι οι δύο εκεί.

Είναι πράγματι σπάνιο.

Ταυτόχρονα, οι άνθρωποι με τους οποίους τείνεις να κάνεις παρέα, συχνά κι αυτοί μετανάστες, αλλάζουν επίσης πόλεις και χώρες, γιατί βρήκαν κάπου αλλού δουλειά ή σπουδές ή ό,τι.

Οπότε, πάνω που κάνεις φιλίες, διαλύονται πάλι κι αυτές.

Ακούω συχνά Έλληνες του εξωτερικού να κατηγορούν όσους από εμάς κάνουμε παρέα κυρίως με Έλληνες.

Λοιπόν, δεν είναι ότι έχω κάποια προτίμηση προς τους Έλληνες, ούτε φυσικά μας θεωρώ καλύτερους από κάποιον άλλο λαό, και ούτε αποτελούν τις μόνες μου παρέες.

Όμως, έχω ανάγκη να μιλήσω τη γλώσσα μου, χωρίς να κουράζομαι να προφέρω τις λέξεις, έχω ανάγκη να πω ένα αστείο ή να θυμηθώ κάποιο τραγούδι, κάποια ατάκα από έργο, κάποια ηλίθια διαφήμιση.

Έχω ανάγκη να συνδεθώ με μια κάποια συλλογική μνήμη, να μη νιώθω ξένη.

Ανθρώπινα πράγματα.

Ένα πράγμα που κατάλαβα τα τελευταία χρόνια είναι πόσο σπουδαίο πράγμα είναι η μνήμη και πιο πολύ η μνήμη η κοινή, όχι γιατί έχει από μόνη της κάποια αξία, αλλά γιατί είναι η ρίζα και η ένωσή μας με τον κόσμο.

Μια παντελώς ασήμαντη για άλλους ιστορία, η άσχημη αλάνα απέναντι απ’ το πατρικό σου σπίτι ας πούμε, για κάποιον μπορεί να γίνει ο δρόμος για να συνδεθεί ξανά με τους γύρω του, με το παρελθόν του, με τον ίδιο του τον εαυτό.

Κι αυτή η ανάγκη πολλαπλασιάζεται, όταν είσαι μακριά.

Είναι κι εκείνοι οι Έλληνες που θυμώνουν κάθε φορά που παραπονιόμαστε κάποιοι σαν εμένα για τον καιρό.

Με κάνει απλώς να αναρωτιέμαι, ποια ανθρώπινη ανάγκη είναι αυτή που κάνει έναν άνθρωπο να μην αντέχει ούτε να ακούσει το παράπονο του διπλανού του;

Σε κάτι θα τους εξυπηρετεί αυτή τους η στάση, το κατανοώ.

Όπως εμένα με βοηθάει να είμαι ειλικρινής με όσα με στεναχωρούν.

Ή ίσως εκείνοι αληθινά να μη στεναχωριούνται.

Απλώς κι αυτό, όπως και τόσα άλλα στη ζωή μου τα τελευταία χρόνια, τυχαίνει να με απομακρύνει αντί να με φέρνει κοντά.

Τον τελευταίο χρόνο ξυπνάω συχνά από όνειρα ότι ζω στην Ελλάδα κι έχω το δικό μου σπίτι και δουλειά και ξυπνάω και πατάω τα κλάματα, που δεν μπορώ να το έχω.

Κατάλαβα ότι πρέπει να τα μαζέψω και να γυρίσω πίσω σύντομα, όταν άρχισα να πιάνω τον εαυτό μου να εξιδανικεύει την Ελλάδα, όπως άκουγα παλιά να κάνουν οι Έλληνες της ομογένειας.

Ταυτίζομαι επίσης τόσο με κάποιο άλλο γράμμα, που έλεγε πόσο απομονωμένος νιώθει, σαν τους παλιούς μετανάστες, μιας και ό,τι ενημέρωση έχουμε είναι από βίντεο στο youtube και τα απατηλά δελτία ειδήσεων.

Ξέρω καλά πως, απ’ την ανάγκη μου να συνδεθώ με κάποια πατρίδα, καταλήγω να ξεχνάω την Ελλάδα από την οποία ήμουν ξένη από πάντα.

Που δεν είναι άλλη απ’ αυτό που έγραψες κι εσύ κάπου: κουτσομπολιά, ριάλιτι, σκυλάδικα και μπάλα.

Παρ’ όλα αυτά, βλέπω και την άλλη Ελλάδα.

Και αν μπορούσα, ειλικρινά, θα πετούσα με την επόμενη πτήση πίσω, θα έβγαζα το χειμωνιάτικο μπουφάν -που εδώ το φοράς όλο το καλοκαίρι- και θα ερχόμουν πίσω.

Η επιστροφή, όμως, στη φάση που είμαι, δεν είναι εύκολη.

Έχω ήδη πληρώσει ακριβά τον πρώτο χρόνο του διδακτορικού και είμαι κάπως εγκλωβισμένη να το τελειώσω· επίσης οι άδειες που μπορώ να πάρω απ’ τις πρακτικές για να’ρθω Ελλάδα είναι ελάχιστες και τα λεφτά μου λίγα.

Αν πάλι γυρίσω πίσω και παρατήσω και το διδακτορικό, οι προοπτικές που με περιμένουν στην Ελλάδα επαγγελματικά είναι τρομακτικά λίγες.

Διλήμματα.

«Δεν μπορείς να τα ‘χεις όλα», είναι μια φράση που ακούς συχνά από Έλληνες στο ΗΒ.

Θέλω να απαντήσω όμως στο ερώτημά σου, που θεωρώ τόσο σπουδαίο: Έγινα άραγε καλύτερος άνθρωπος;

Λοιπόν, η εμπειρία του εξωτερικού, για έναν άνθρωπο που ξεκινάει με τη βασική αυτονόητη πίστη ότι οι άνθρωποι είναι όλοι ίσοι κι ότι δεν υπάρχει καλύτερος ή χειρότερος λαός, είναι τρομερά διδακτική.

Γιατί μαθαίνεις να βλέπεις τον κόσμο μέσα από δύο οπτικές, ταυτοχρόνως: τη δική σου, και των άλλων.

Γιατί οι Βρετανοί πέφτουν με τα βρώμικα ρούχα στο κρεβάτι, ενώ εσύ όχι;

Ποιος είναι ο σωστός και ποιος ο λάθος;

Πώς μπορούν και τρώνε καθημερινά τα έτοιμα γεύματα που μπαίνουν στο φούρνο μικροκυμάτων;

Γιατί ζουν μόνοι;

Πώς την παλεύουν με όλη αυτήν την αυστηρότητα και τους κανόνες;

Γιατί προφέρουν τόσο διαφορετικά τις λέξεις;

Τι σημαίνει γι’ αυτούς αγάπη για την πατρίδα, τι είναι οι έμφυλες διαφορές, σε τι ελπίζουν και με τι συμβιβάζονται, πώς μπορείς να τα εξηγήσεις όλα αυτά σε κάποιον απ’ τη χώρα σου και πώς εσύ τη δική σου πραγματικότητα σ’ εκείνους;

Μαθαίνεις να μεταφράζεις πια όχι μόνο λέξεις, αλλά ιδέες, συναισθήματα, εκφράσεις προσώπου ή στάσεις ζωής.

Μαθαίνεις ακόμα να βλέπεις τη δική σου στάση ως απλώς άλλη μια διαφορετική φωνή, που ίσως και κανένας να μην ενδιαφέρεται να ακούσει και μαθαίνεις να κάνεις υπομονή, όταν ο άλλος δεν έχει υπομονή να κατανοήσει τη δική σου διαφορετικότητα.

Και καταλαβαίνεις ότι όλη η γελοία υπόθεση γύρω από το ρατσισμό έχει να κάνει πολλές φορές απλώς με τη συνήθεια, με το άβολο που προξενούν οι διαφορές, απλώς και μόνο επειδή υπάρχουν.

Ότι αυτό που θεωρείς εσύ σωστό, πολλές φορές δεν είναι άλλο από το τι έχεις μάθει να θεωρείς ως “default mode”, μια λιγότερο ή περισσότερο αυθαίρετη επιλογή που, απλώς, δεν έτυχε μέχρι τώρα να αμφισβητήσεις.

Αυτή η αμφισβήτηση, βέβαια, των πάντων, για μένα ήταν και πολύ επώδυνη.

Εξήγησα παραπάνω πώς η ανεργία στην Ελλάδα απ’ τη μία και οι δυσκολίες οι επαγγελματικές εδώ απ’ την άλλη, με έκαναν να αμφισβητήσω τις ικανότητές μου, τα ταλέντα μου, το τι έχω να προσφέρω ως άνθρωπος.

Επίσης, αυτή η διαρκής προσπάθεια να καταλάβεις και να ισορροπήσεις δύο -ή και περισσότερες- διαφορετικές κουλτούρες και γλώσσες, είναι κουραστική.

Τον πρώτο καιρό που δεν καταλάβαινα λέξη -όταν μου μιλούσε Σκωτσέζος- και δεν καταλάβαινα πώς λειτουργεί το σύστημα ψυχικής υγείας τους, ένιωθα λες και είμαι αμάξι κολλημένο σε απότομη ανηφόρα, όπου βάζει όλη τη δύναμη για να ανέβει, αλλά που τελικά το μόνο που καταφέρνει είναι να καίει τα λάστιχά του.

Το μυαλό μου δουλεύει ασταμάτητα, εδώ και 4 χρόνια, προσπαθώντας συνεχώς να μάθω καινούριες λέξεις, να καταλάβω διαφορετικές προφορές, να καταλάβω τις διαφορετικές από εμάς οπτικές τους, να προσαρμοστώ στον κόσμο τους, να ανταγωνιστώ ανθρώπους που τα αγγλικά είναι η μητρική τους γλώσσα, ξέροντας ότι δεΝ θα φτάσω ποτέ στο σημείο που θα μπορούσα να φτάσω, αν ζούσα στη χώρα μου.

Ταυτόχρονα, όταν ταλαιπωρούμαι συναισθηματικά, «μικραίνω», φθονώ, ανταγωνίζομαι.

Ζηλεύω αυτούς που έμειναν, αυτούς που τα κατάφεραν καλύτερα, θυμώνω με τον εαυτό μου για τις προσδοκίες που είχα, θυμώνω γενικώς, που είμαι 28 και ζω ακόμα με τα λεφτά των γονιών μου, με κατηγορώ για τα λάθη μου.

Ζηλεύω τους Βρετανούς συμφοιτητές μου που δεν έχουν να αντιμετωπίσουν τις δικές μου δυσκολίες, ενώ απ’ την άλλη οι Έλληνες που έμειναν μας θεωρούν προνομιούχους.

Επίσης, καταλαβαίνω τώρα ότι το να αμφισβητείς συνέχεια τον εαυτό σου πάει πίσω αυτό που μπορείς να γίνεις και να προσφέρεις γύρω σου, κι αυτό είναι κρίμα όχι μόνο για σένα, αλλά συνολικά.

Όπως λέει κι ένα ρητό που κυκλοφορεί, «σε μια κοινωνία που κερδοσκοπεί από την αυτο-αμφισβήτησή σου, το να πιστεύεις στον εαυτό σου είναι πράξη επαναστατική».

Όλη αυτή η διαδικασία, βέβαια, συνέπεσε και με το προσωπικό μου πέρασμα στην ενηλικίωση και άλλα συναφή, οπότε ζητώ συγγνώμη, αν σε στιγμές γίνεται πιο προσωπικό απ’ όσο αναμενόταν.

Πάντως, αυτό το θέμα της αυτο-αμφισβήτησης νομίζω είναι κεντρικό λίγο-πολύ για όλους μας, απ’ τα χρόνια της κρίσης και μετά.

Να πω επίσης, ότι μέσα απ’ όλη αυτήν τη διαδικασία, τις δυσκολίες που πέρασα και τον λίγο ρατσισμό που έτυχε να βιώσω -να θυμίσω εδώ και την επί Brexit εποχή, όπου απλώς αποκαλύφθηκε η ξενοφοβία του υπόλοιπου UK, αλλά και λίγο νωρίτερα, όταν τα ευρωπαϊκά μίντια ήταν γεμάτα από στερεότυπα εναντίον των Ελλήνων, βλ. τεμπέληδες, χαραμοφάηδες, κ.ο.κ.- ότι εκτίμησα ακόμα περισσότερο τους μετανάστες που έρχονται στη δική μας χώρα, για το κουράγιο, την υπομονή και την επιμονή τους, να τα καταφέρουν σε μια χώρα τόσο εχθρική προς αυτούς, κάνοντας κάτι που είναι ούτως ή άλλως δύσκολο: να εγκαταλείψουν τον τόπο τους και να ξεκινήσουν από την αρχή.

Τέλος, έμαθα και συνειδητοποίησα πολλά για την κοινωνία εδώ.

Κατάλαβα ότι το UK δεν είναι η Γη της Επαγγελίας, παρά μία βαθιά ταξική και άδικη κοινωνία, όχι μόνο για τους ξένους και τους λαούς που έχει εποικήσει και αφαιμάξει κατά καιρούς, αλλά και για τον ίδιο της το λαό.

Τα μεγαλύτερα ποσοστά του πληθυσμού του είναι άνθρωποι είτε τρομερά αποστερημένοι και καταδικασμένοι σε μηδαμινές ευκαιρίες, είτε είναι τα εργατικά χέρια του κράτους, που δουλεύουν πολύ και για σχετικά ψίχουλα.

Σίγουρα έμαθα πολλά απ’ την οργανωτικότητά τους, το πώς έχει αναπτυχθεί εδώ ο κλάδος της ψυχολογίας και τους εκτίμησα απ’ την άλλη για την αποτελεσματικότητά τους σαν κράτος και τη μέριμνά τους για τη δημόσια υγεία, αν και, απ’ το κομμάτι της ψυχικής υγείας, ξέρω ότι το βρετανικό κράτος στηρίζει τέτοιες υπηρεσίες, με σκοπό απλώς να μη χάνει εργατικό δυναμικό λόγω ψυχικών προβλημάτων.

Κι ότι, γενικώς, είναι λάθος να θαυμάζουμε τέτοιες χώρες, γιατί το μόνο που έκαναν καλύτερα από εμάς, ήταν να κερδοσκοπούν αποτελεσματικότερα σε βάρος των αδυνάτων.

Λοιπόν, αυτά είχα να πω και μπορώ να πω ότι απόλαυσα πραγματικά το γράψιμο αυτό, είναι η πρώτη φορά που καταγράφω το απόσταγμά μου απ’ όλο αυτό που ζω εδώ τα τελευταία τέσσερα χρόνια.

Επίσης καταλαβαίνω και απ’ τη δικιά μου ανάγκη να γράψω, αλλά και απ’ τα πόσα γράμματα ανεβάζεις, πόσο ανάγκη είχαμε όλοι όσοι ζούμε έξω, να μιλήσουμε και να ακουστούμε.

Σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό! Όπως και για όλη την online παρουσία σου, είναι ανακουφιστική.

Καλή συνέχεια,

Ι.

(Αγαπητή φίλη, πολύ κατατοπιστικό το κείμενό σας. Με έκανε να σκεφτώ και πράγματα που δεν είχα σκεφτεί ποτέ. Δεν μπορώ να πω κάτι σε μια ψυχολόγο αλλά υποθέτω πως εσείς ξέρετε καλά πως όλα αυτά είναι πλούτος και εφόδια για τη συνέχεια. Επίσης, ξέρω πως δεν το παίρνετε προσωπικά, όπως κάνουν -λανθασμένα- οι περισσότεροι άνθρωποι. Έχετε την δυνατότητα να σπουδάσετε σε βάθος αυτό που αγαπάτε – δεν έχουν όλοι αυτή την δυνατότητα-, ενώ ξέρετε πως, κι εσείς κι εγώ, ζούμε στο προνομιούχο κομμάτι του πλανήτη. Και στη ζωή, οι ανηφόρες είναι όσες και οι κατηφόρες. Νομίζω πως η Βρετανία είναι η πιο ταξική κοινωνία στον κόσμο. Αυτή, άλλωστε, ήταν η καπιταλιστική κοινωνία για την οποία έγραψε ο Μαρξ. Η βρετανική κοινωνία μισεί τις αλλαγές περισσότερο και από την ελληνική. Αλλά οι Βρετανοί έχουν πολλά στοιχεία που εκτιμώ. Σας ευχαριστώ. Καλά πτυχία! Την αγάπη μου.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.