Παραζάλη

Πιτσιρίκο, γεια χαρά.
Πάντα μου άρεσε να έχω καλό ήχο και ησυχία όταν βλέπω μια ταινία. Όχι για να ακούω τις εκρήξεις και τα sound effects με το στομάχι μου, ούτως ή άλλως τότε που ξεκίνησα να βλέπω ταινίες όλα αυτά ήταν υποτυπώδη σε σχέση με τα σημερινά. Οι λόγοι είναι δύο. Ο πρώτος είναι το ότι ήθελα να ακούω καλά τη μουσική της ταινίας. Ξέρω πως θεωρείται γενικά ότι η μουσική λειτουργεί σαν το δεκανίκι του σκηνοθέτη, αλλά, what the hell, σάμπως φοβόμαστε μη μας αγριοκοιτάξουν οι κριτικοί; Εκτιμώ φυσικά τους σκηνοθέτες που δε χρειάζονται τη μουσική για να μας συγκινήσουν, αλλά δεν θα θεωρήσω κατώτερο κάποιον επειδή τη χρησιμοποιεί.
Ο άλλος λόγος που ήθελα να υπάρχει καλός ήχος είναι πως θέλω να ακούω καθαρά την ησυχία που βάζει εσκεμμένα ο δημιουργός ανάμεσα στη δράση. Νομίζω πως η εναλλαγή μεταξύ ήχου και ουσιώδους ησυχίας είναι κάτι σαν το γιν και το γιάνγκ για το σινεμά. Δεν μπορείς να εκτιμήσεις το ένα αν δεν υπάρχει το άλλο.
Δυστυχώς, ολοένα και περισσότερο οι σημερινοί σκηνοθέτες επιλέγουν να βάζουν ένα συνεχόμενο μουσικό χαλί κάτω από τις ατάκες. Και δεν μιλάω μόνο για τα b-movies, τείνει να γίνει πλέον κανόνας ακόμα και σε αξιόλογες δημιουργίες. Πιστεύουν ίσως πως έτσι μπορούν να καλύψουν ατέλειες στις ερμηνείες, στην πλοκή κλπ. Μπορεί, βέβαια, απλά οι σκηνοθέτες να ακολουθούν τη σύγχρονη νοοτροπία των θεατών, καθώς πλέον εκλαμβάνουμε την ησυχία ως κάτι βαρετό ή απειλητικό και μας απωθεί.
Τέλος πάντων, τι λέω, δεν ξέρω τι λέω, που λες κι εσύ. Η κατακλείδα είναι πως πλέον, αν θες να αντιληφθείς την αξία της ησυχίας, θα πρέπει να εξασφαλίσεις ένα -δυσεύρετο πια- θραύσμα χρόνου, όπου η ταινία θα έχει την αποκλειστική προσοχή σου. Και, φυσικά, να ταξιδέψεις πίσω στο χρόνο.
Σήμερα λοιπόν θα πάμε πίσω. Όχι πολύ, στο 1984. Τότε που δυο αδέρφια ξεκινούν να μας ταρακουνάνε με τις επιλογές τους, ένα ταρακούνημα που κρατάει για δεκαετίες: ο Joel και ο Ethan Coen φτιάχνουν την πρώτη τους ταινία. Πρόκειται για το “Blood Simple”. Η ελληνική απόδοση ήταν “Μόνο Αίμα”, αντί ίσως για “Αντάρα” ή “Παραζάλη”, αλλά είπαμε, ο χώρος της ελληνικής διανομής ήταν πάντα ένα απέραντο καφενείο.
Εκτός από τους αδερφούς Κοέν, πρωτοεμφανιζόμενοι είναι η Frances McDormand, στο ρόλο της Άμπι, καθώς και ο Carter Burwell που έγραψε τη μουσική. Η πλάκα είναι πως αυτοί ακριβώς είναι και που ξεχωρίζουν, κατ’ εμέ, στην ταινία! Για τους Κοέν δε χρειάζεται να πω και πολλά. Η Μακ Ντόρμαντ είναι μια από τις καλύτερες ηθοποιούς που έχω δει, και λάμπει σαν ακατέργαστο διαμάντι στο έργο. Ενώ ο Μπέργουελ έχει γράψει μια -φαινομενικά αταίριαστη- μουσική που πραγματικά ανοίγει παράθυρα σε αυτό το νεο-νουάρ γουέστερν. Φυσικά, όλοι τους έχουν ξανασυνεργαστεί πολλές φορές στη συνέχεια· μάλιστα η Μακ Ντόρμαντ και ο Τζόελ Κοέν τα έφτιαξαν κατά τη διάρκεια της ταινίας και αργότερα παντρεύτηκαν. Πέρα από τη Μακ Ντόρμαντ, το καστ συμπληρώνουν οι πολλά βαρείς John Getz, Dan Hedaya και M. Emmet Walsh, χωρίς να μπορείς να αποφασίσεις ποιος παίζει καλύτερα από τον άλλον.
Το στόρι είναι σχετικά απλό και χιλιοπαιγμένο. Ένας ιδιοκτήτης καταγωγίου στο επαρχιακό Τέξας υποψιάζεται πως η γυναίκα του τον απατά με έναν από τους υπαλλήλους του, οπότε βάζει ιδιωτικό ντετέκτιβ να τους παρακολουθήσει. Ο ιδιοκτήτης, ο ντετέκτιβ και το ερωτευμένο ζευγάρι, μέσα από χαοτικά γκαγκς και παρεξηγήσεις, αρχίζουν να γυροφέρνουν το θάνατο όπως η πεταλούδα το κερί. Μόνο ένας από αυτούς φαίνεται να έχει από νωρίς το πάνω χέρι στο παιχνίδι. Μάντεψε ποιος…
Παρόλο που το στόρι είναι απλό, η πλοκή έχει πολλές εκπλήξεις. Οι κωμικοτραγικές καταστάσεις ντύνονται με το μανδύα της τραγικής ειρωνείας και όλοι -ή, όπως είπαμε, σχεδόν όλοι- οι χαρακτήρες παρουσιάζονται ως μαριονέτες της μοίρας. Οι γνώριμες αναφορές των Κοέν στην Αρχαία Ελλάδα δε λείπουν ούτε από δω, τόσο λεκτικά όσο και δραματουργικά. Όπως και σε άλλες ταινίες τους, εστιάζουν σε real-life τύπους, εν προκειμένω, αρχετυπικούς τεξανούς. Οι κουβέντες είναι λίγες και σταράτες και, όπως λέει και ο αφηγητής στην αρχή, ο καθένας τα βγάζει πέρα μόνος του.
Πιτσιρίκο, ελπίζω να σου αρέσουν οι αδερφοί Κοέν. Αν είναι έτσι, εύχομαι να μην έχεις δει την ταινία, ώστε να την απολαύσεις τώρα.
Κώστας από τα καταγώγια
Υ.Γ.1: Συμφωνώ με την παρατήρησή σου πως ο Πέιν φαντάζει πιο έλληνας από το Λάνθιμο, αλλά δε φταίει αυτός. Ο Λάνθιμος είναι που δεν τον περνάς με τίποτα για έλληνα, πάντα με βάση τις ταινίες του. Ενώ ο Πέιν έχει επιλέξει να πλησιάζει τους χαρακτήρες του και να τους αποδέχεται για αυτό που είναι, ο Λάνθιμος αποστασιοποιείται τελείως και τους παρουσιάζει ως κάτι έξω από τον άνθρωπο, ή τουλάχιστον ως υποκείμενα στα άκρα. Δεν το λες και πολύ ελληνικό αυτό το τελευταίο…
Υ.Γ.2: Την ταινία την επέλεξα, όπως έγραψα και την προηγούμενη φορά, για να δείξω τι μπορεί να κάνει ένας ισραηλίτης -εν προκειμένω, δυο αδέρφια- στην Αμερική εκτός από αυτό που κάνει πχ ο γιος του Νετανιάχου στη Φλόριντα. Νομίζω πως τα επόμενα χρόνια θα πρέπει να κρατάμε στο μυαλό μας τέτοια παραδείγματα αν θέλουμε να αποφύγουμε το να πέσουμε στο πηγάδι της συλλογικής ευθύνης. Αν νιώθουμε δηλαδή πως δεν πρέπει να αποδώσουμε τη γενοκτονία της Παλαιστίνης σε έναν ολόκληρο λαό, παρά σε ένα μάτσο ανθρώπινα τέρατα -πολλά, είναι η αλήθεια- που διαπράττουν ασύλληπτα εγκλήματα στο όνομα μιας σημαίας. Αφού δεν υπάρχει Θεός, τους ισραηλίτες θα πρέπει να τους συγχωρήσουμε εμείς.
(Αγαπητέ φίλε, την έχω δει την ταινία αλλά θα την δω ξανά. Έχω δει όλες τις ταινίες των αδελφών Κοέν. Θα δω την ταινία ξανά γιατί έχεις φοβερή ματιά στις ταινίες και υπάρχει λόγος που την προτείνεις τώρα. Με την ευκαιρία, να γράψω εδώ πως είδα το Holdovers – Τα Παιδιά του Χειμώνα του Αλεξάντερ Πέιν, που πρότεινες στο προηγούμενο κείμενό σου, και σε ευχαριστώ γιατί θυμήθηκα τι είναι κινηματογράφος. Υπέροχη ταινία. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου.)
Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου
Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

