Δεν υπάρχει τίποτα το αναπόφευκτο στην παρακμή
Αγαπημένε μου Πιτσιρίκο,
Με ενέπνευσε το κείμενό σου. Με έβαλε σε σκέψεις. Τα έχουμε πει 100 φορές θα μου πεις, δεν είναι δα καινούργια όλα αυτά. Αλλά σκέψεις είναι αυτές, προβληματισμοί που ζητάνε να ακουστούν.
Πιτσιρίκο μου, ταξίδεψα πολύ στη ζωή μου. Σε ξένα μέρη μακρινά, που οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί και έχουν άλλες ιστορίες από τη δική μας. Μα όσο διαφορετικά κι αν ήταν όλα εκεί, άλλο τόσο ίδια μου φαίνονταν. Η βαθιά κοινωνική υποκρισία στην Ελλάδα εκφράζεται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που την βλέπει κανείς και σε άλλες χώρες, φτωχές αλλά και πλούσιες. Την ίδια υποκρισία βλέπεις στις χώρες της Λατινικής Αμερικής που βλέπεις και στην Ολλανδία, το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γερμανία, τη Γαλλία, και τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Δεν είναι ούτε καινούργιο φαινόμενο, ούτε καινοτόμα κατάσταση που είναι αποκλειστικά δική μας, γαλανόλευκη. Είναι το ίδιο ακριβώς πλαίσιο αστικής υποκρισίας που εστιάζει αποκλειστικά σε συμβολικούς “εχθρούς” όπως οι πρόσφυγες, οι μετανάστες, τα διεμφυλικά ζευγάρια, ή μια ζωγραφιά σε ένα σχολικό βιβλίο, αφήνοντας κάθε εξουσία στο απυρόβλητο.
Η καλλιεργούμενη επιστροφή της ελληνικής κοινωνίας στην ακροδεξιά ουτοπία της δεκαετίας του ‘60 βασίζεται σε μια ψευδή ιδέα της “ελληνικότητας”, υποκρύπτοντας την πραγματική ελληνική κληρονομιά στην παγκόσμια σκέψη. Μια κληρονομιά που δεν βασίζεται σε αναλλοίωτα ήθη και παραδόσεις που χρησιμοποιούνται για τον αποκλεισμό του “άλλου”, αλλά στην κριτική σκέψη και την αμφισβήτηση. Αυτή είναι η κληρονομιά που μας άφησαν τα σανδαλωμένα μας καρντάσια. Χωρίς αυτή την κριτική στάση η κοινωνία παραμένει εγκλωβισμένη σε δόγματα και οπαδιλίκια, ανταλλάσσοντας την ευθύνη με την ενοχή, και την ενσυναίσθηση με το μίσος.
Όποιος δεν έχει κριτική σκέψη, έχει κοινή λογική, και όποιος δεν έχει ενσυναίσθηση, έχει κοινό αίσθημα. Η κοινή λογική και το κοινό αίσθημα, όμως, φαίνεται να εξοργίζονται πάντα κατά παραγγελία. Γι’αυτό και το κοινό φαίνεται να παραμένει μουδιασμένο και αδρανές μπροστά στις πραγματικές τραγωδίες της παιδικής κακοποίησης εντός της κοινωνίας. Εξοργίζεται κάθε φορά με ημερομηνία λήξης, μέχρι το επόμενο θέμα που θα κατακλύσει την προσοχή της.
Οι πραγματικές τραγωδίες της παιδικής κακοποίησης είναι αυτές που προκαλεί η μετάλλαξη της ελληνικής κοινωνίας τόσο εντός του νεοφιλελεύθερου ιδεολογικού ζουρλομανδύα της, όσο και εντός των πλαισίων ενός χρεοκοπημένου κράτους με κατεστραμμένες υποδομές και φτωχοποιημένους πολίτες.
Η εξοργισμένη αντίδραση ενός τμήματος της κοινής γνώμης για μια ζωγραφιά σε σχολικό βιβλίο δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας μηχανισμός άμυνας μιας κοινωνίας που αρνείται να αναλάβει την πραγματική ευθύνη για την προστασία των πιο αδύναμων μελών της, και την αλλαγή ενός σάπιου συστήματος το οποίο καταστρέφει καθημερινά τα μυαλά, τις ψυχές, και τις ζωές των παιδιών της.
Αυτού του είδους οι πραγματικές τραγωδίες, είναι βαθιές και πολύπλοκες βλέπεις. Δεν αφορούν ένα, δύο, ή τρία παιδιά. Αφορούν όλα τα παιδιά. Αλλά δεν μας αρέσουν τα δύσκολα. Η άρνηση της πραγματικότητας, ότι υπάρχουν ήδη συμμαθητές των παιδιών μας από διαφορετικές οικογένειες από τις συνήθεις “πυρηνικές” —είτε τις δείχνει η εικόνα στο βιβλίο είτε όχι— δείχνει ότι η εστίαση δεν είναι πραγματικά στο παιδί, αλλά στη διατήρηση ενός άκαμπτου και συντηρητικού ιδεολογικού κοινωνικού πλαισίου από το οποίο δεν επιτρέπεται καμία παρέκκλιση. Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια …και στο βάθος αγορές.
Δεν βλέπω κανέναν να εξοργίζεται με τα διαδοχικά απαράδεκτα βιβλία ιστορικής προπαγάνδας που μαθαίνουμε ως εθνικό αφήγημα. Σύμπτωση θα είναι. Η ευαισθησία των γονέων δεν φαίνεται καν να εκτείνεται στην αλλοτρίωση που υποβάλλονται τα παιδιά τους μέσω της οθόνης των κινητών και των τάμπλετ. Όμως ακόμα και σε εκείνες τις περιπτώσεις που όντως εκτείνεται, δεν αντιμετωπίζεται ποτέ ως ένα κοινωνικό θέμα, αλλά ως μια προσωπική απόφαση. Ο καθένας το αντιμετωπίζει όπως του κατέβει. Δεν είναι καν επείγον θέμα. Οι γονείς ξέρουν ότι η σύγχρονη ψηφιακή τεχνολογία είναι τοξική για την υγεία και την ανάπτυξη των παιδιών τους, αλλά δεν είναι δα και ότι χάνουν και ύπνο. Έχουμε και δουλειές να κάνουμε.
Γιατί το θέμα δεν είναι καν το παιδί. Το παιδί απλώς λειτουργεί ως καθρέφτης των γονεϊκών φόβων. Φόβων που καλλιεργούνται από επαγγελματίες του είδους για να μας κρατούν τρομαγμένους και υπάκουους. Ακόμα και αυτή η τρομαγμένη αντίδραση του κοινού αισθήματος σχετικά με τις τρομακτικές λεπτομέρειες της υπόθεσης στην Κυψέλη, είναι προϊόν χειραγώγησης.
Δεν υπάρχει τίποτα κοινό στο κοινό αίσθημα, ή την κοινή λογική. Αλλά τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης εκπαιδεύουν τον κόσμο προβάλλοντας διαρκώς έναν κόσμο τρόμου, αστάθειας, εγκλήματος, και πολιτικής πόλωσης, γιατί αυτό είναι που δημιουργεί τον περισσότερο φόβο και το περισσότερο στρες στο κοινό τους.
Ο φόβος και το στρες μπορεί να είναι άβολα συναισθήματα για τον καθένα μας, αλλά είναι επίσης και ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για έναν μιντιακό όμιλο να αυξήσει τα εταιρικά κέρδη. Ο σκοπός δεν είναι η ενημέρωση. Ο σκοπός είναι να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα των ολιγαρχών ιδιοκτητών των μιντιακών ομίλων. Όλα τα άλλα είναι γαρνιτούρα.
Άλλωστε, ο πόλεμος για τις γραφιστικές αναφορές στη σχολική ύλη αποτελεί κλασικό παράδειγμα αυτού του πολιτιστικού πολέμου που εξελίσσεται εδώ και τουλάχιστον δύο δεκαετίες στις ΗΠΑ—κατά σύμπτωση μετά την κατάρρευση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος το 2008. Η πολιτική των ταυτοτήτων λειτουργεί πάντα ως μηχανισμός αντιπερισπασμού, ενώ το συνεχές πιπίλισμα των πολιτών γύρω από την θεματολογία της χρησιμοποιείται περίφημα για για να κρατά την κοινωνία μονίμως διχασμένη σε ταυτοτικά στρατόπεδα.
Όλες αυτές οι αηδίες της αμερικανικής πολιτικής παρακμής εξάγονται, όχι αυτούσιες, αλλά πάντοτε προσαρμοσμένες στις εθνικές ιδιαιτερότητες κάθε χώρας. Λειτουργούν ως μια μηχανή παραγωγής εύκολων “εχθρών” που επιτρέπει στους πολίτες να εκτονώνουν την οργή τους χωρίς να αμφισβητούν το status quo της εκάστοτε κυβέρνησης, ή τις βαθύτερες δομές εξουσίας του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού.
Για την κρατική “κοινοτοπία του κακού” που υποδεικνύει αυτού του επιπέδου η δομική αδιαφορία, κανείς δεν εκπλήσσεται και κανείς δεν εξοργίζεται. Η διάβρωση των θεσμών και της δικαιοσύνης είναι τόσο εξόφθαλμη πλέον, που έχουν καταλήξει τη δικαιοσύνη ένα κουρέλι για να σκουπίζουν τον κώλo τους οι πλούσιοι και οι ισχυροί.
Κανείς δεν περιμένει δικαιοσύνη. Ούτε με την Καρυστιανού πρωθυπουργό δεν περιμένει κανείς δικαιοσύνη. Ή μήπως υπάρχει κάποιος που πιστεύει ότι αν γίνει η Καρυστιανού πρωθυπουργός θα αποδώσει δικαιοσύνη για την χρεοκοπία της χώρας; Κι ας ήταν αυτός ο λόγος που οδήγησε με μαθηματική ακρίβεια στο έγκλημα των Τεμπών.
Η γραφειοκρατική αδιαφορία του κράτους είναι όπλο. Ένα ιδεολογικό όπλο που επιβάλλει κάθε νεοφιλελεύθερο κράτος στους πολίτες του για να τους εκπαιδεύσει να μην περιμένουν τίποτα καλό από το κράτος. Δεν υπάρχει κοινωνία, μας δίδασκε η Θάτσερ το μακρινό 1987. Το κράτος δεν είναι εδώ για να μας λύνει τα προβλήματα, μας υπενθυμίζει η Θάτσερ. Μη μπερδεύεστε. Το κράτος είναι απλώς εδώ για να εξυπηρετεί την εύρυθμη λειτουργία των αγορών. Όλα τα υπόλοιπα είναι ατομική σου ευθύνη.
Η συστηματική καταστροφή των ατομικών μας ζωών μέσα στον ιδεολογικό ζουρλομανδύα αυτού του συστήματος δεν είναι ποτέ στα νέα των εννιά.
Η γονεϊκή δυσφορία δεν φτάνει ποτέ τόσο βαθιά. Παραμένει πάντα στην επιφάνεια και στις λεζάντες που της αποσπούν την προσοχή κατά τη διάρκεια του καθημερινού της ντουμσκρόλινγκ.
Η θεσμική ανικανότητα στην περίπτωση της παιδικής κακοποίησης στην υπόθεση της Κυψέλης, υποδεικνύει ότι η ανοχή αυτού του επιπέδου παιδικής κακοποίησης σε μια κοινωνία δεν μπορεί παρά να αντανακλά το επίπεδο της ανοχής της ίδιας της κοινωνίας των πολιτών. Αυτό είναι το σοκαριστικό, αν και γι’αυτό δεν φαίνεται να σοκάρεται κανείς ιδιαίτερα, ούτε να εξοργίζεται ιδιαίτερα.
Η φυλακή χρέους στην οποία μας καταδίκασαν οι διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις των τελευταίων 25 χρόνων, και η μόνιμη κοινωνική χρεοκοπία που φορέθηκε στην ελληνική κοινωνία ως αποτέλεσμα αυτής, θα πληρωθεί πολύ πιο ακριβά από τα +430 δισ. του δημόσιου χρέους.
Βλέπουμε τη σήψη γύρω μας και πείθουμε τους εαυτούς μας πως έτσι ήταν πάντα.
Πόσο ανακουφιστικό, να πιστεύεις ότι ο κόσμος ήταν πάντα σάπιος και ότι έτσι θα είναι πάντα. Το πιο γλυκό ναρκωτικό. Πείθεις τον εαυτό σου πως η πολιτική αδράνεια είναι αναγκαιότητα, μονόδρομος, της μοίρας μας γραφτό σμιλεμένο στη πέτρα, και κάνεις αυτό που έκανες και χθες. Έτσι, η απάθεια γίνεται εξυπνάδα και η παραίτηση δικαίωμα.
Πίσω από τις εύκολες ατάκες του καφενείου, τις οποίες επαναλαμβάνουμε σαν βουδιστικό μάντρα: “όλοι ίδιοι είναι”, “τίποτα δεν αλλάζει”, “έτσι ήταν πάντα”, κρύβεται ο φόβος ενός ανθρώπου που τρέμει να αναλάβει την ευθύνη της ζωής και της Ιστορίας. Ένας κλειστός, άνετος φαύλος κύκλος που μας κρατά ζεστούς τα βράδια χωρίς να μας ζητά απολύτως τίποτα, καμία προσπάθεια, καμία θυσία, κανένα ρίσκο, παρά μόνο τη κοινωνική σιωπή που ήδη προσφέρουμε απλόχερα στην εξουσία, επιβραβεύοντας την παραίτηση.
Τίποτα δεν είναι αναπόφευκτο. Η πραγματικότητα γίνεται πέτρα που μας συνθλίβει μόνο όταν κανείς δεν τη χτυπάει. Την αφήνουμε ανέπαφη να ορθώνεται σαν ογκόλιθος. Η παράλυση που νιώθει κανείς δεν είναι πεπρωμένο, είναι επιλογή. Συνειδητή, ασυνείδητη, δεν έχει σημασία. Τα ίδια φρούτα παράγει. Το χάος δεν αυτορρυθμίζεται, ούτε οι υποταγμένες συνειδήσεις ξυπνούν από μόνες τους. Όσοι έμαθαν να ζουν στο σκοτάδι, δεν θα γυρέψουν ποτέ το φως αν δεν γκρεμιστούν οι βεβαιότητες που τους κρατούν τυφλούς να ψηλαφίζουν στις σκιές.
Ο βούρκος δεν καθαρίζει με ευχολόγια, θέλει χέρια στη λάσπη. Άργησαν οι άνθρωποι να χρησιμοποιήσουν το μυαλό τους και την κριτική τους σκέψη. Τώρα δεν έχουν ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Αφήσαμε τη σκέψη μας να σαπίσει κυνηγώντας την ψευδαίσθηση της ησυχίας, και η καθημερινή μας εξάντληση μας έκανε να ανταλλάξουμε την ελευθερία μας με γεμάτα ράφια στο σούπερ μάρκετ και τις φτηνές υποσχέσεις σαλτιμπάγκων πολιτικών που προσποιούνται ότι μας κυβερνάνε.
Δεν αποζητάμε την αλήθεια, τη δικαιοσύνη, την ισότητα. Ζητάμε μόνο ένα μεροκάματο για να επιβιώσουμε, έτοιμοι να γονατίσουμε σε όποιον μας υποσχεθεί μερικά ευρώ παραπάνω, και προσκυνώντας τους σωτήρες που συντηρούν την ίδια μας τη φτώχεια. Τους ίδιους τους αρχιτέκτονες της κρίσης και της παρακμής των κοινωνιών μας, που κρύβουν την αρρώστια της ασυδοσίας τους πίσω από την υπεροψία που τους χαρίζει η θέση τους, και βαφτίζοντας τον κανιβαλισμό τους “ισχύ”.
Κάθε αντίσταση, όμως, έχει ημερομηνία λήξης. Αν διστάσεις τη στιγμή που πρέπει να χτυπήσεις, ξυπνάς σε έναν κόσμο όπου οι παλιές επιλογές έχουν εξατμιστεί. Σε αυτό το σημείο, ακόμα και η φωτιά μιας μαζικής εξέγερσης μοιάζει ικανή να κάψει μόνο τα αποκαΐδια.
Αργήσαμε, Πιτσιρίκο. Όμως η καθυστέρηση δεν αποτελεί άλλοθι για παράδοση. Πλησιάζει η ώρα που δεν θα έχουμε τίποτα πια να χάσουμε, γιατί θα μας τα έχουν πάρει όλα. Αυτή η απόλυτη απώλεια ελέγχου είναι το μοναδικό σημείο από όπου μπορείς να τους γκρεμίσεις. Δεν υπάρχει πιο επικίνδυνος αντίπαλος από εκείνον που πιστεύει ότι δεν έχει πια τίποτα να χάσει.
Έτσι όπως τα βλέπω, δεν υπάρχει τίποτα το ξεχωριστό ή το ιδιαίτερο στην ελληνική κοινωνία όπως αυτή έχει διαμορφωθεί κατά τα χρόνια της κρίσης. Την ίδια μοίρα είχαν και οι λαοί της Λατινικής Αμερικής, της Αφρικής και της Ασίας που εξουσιάζονται ακόμα με τηλεδιοίκηση από τις ελίτ του Ευρωπαϊκού Βορρά διαμέσου των γηγενών ξεπουλημένων πολιτικών τους, και των καταχρηστικών ληστρικών δανειακών μνημονίων που έχουν υπογράψει.
Όλοι είμαστε προϊόντα της Ιστορίας, κι εγώ κι εσύ, και όλοι μας. Μια αλληλουχία γεγονότων που καταλήγουν στο σήμερα. Και όταν κοιτά κανείς πίσω και βλέπει τα κομβικά γεγονότα που συνετέλεσαν σε αυτή, του δίνεται η εντύπωση ότι όλα είναι μοιραία και αναπόφευκτα. Αλλά και τα κομβικά γεγονότα έχουν την δική τους ιστορία, όχι μόνο οι συντελεστές τους. Είναι όμως μια ψευδαίσθηση. Γιατί όλα ήταν κάποτε ενδεχόμενα, πριν γίνουν γεγονότα.
Η αδιαφορία που βλέπουμε γύρω μας δεν είναι αμάρτημα του ενός, αλλά κοινή μας αρρώστια. Νιώθεις την ενοχή να σε πνίγει όταν ακούς για τη κοινωνική απάθεια, όμως το βάρος αυτό δεν σου ανήκει. Σου μιλάει με τη δική σου φωνή και σε στήνει στο απόσπασμα, λέγοντάς σου πως δεν είσαι αρκετός για να κάνεις το οτιδήποτε, ούτε ιδεολογικά καθαρός και συνεπής για να μπορείς να μιλάς.
Αλλά ο κόσμος δεν σώζεται με το να μετράμε ποιος είναι πιο αγνός στη σιωπή του. Μισό αιώνα τώρα μας έμαθαν να κοιτάμε μόνο τον καθρέφτη του ατομικισμού.
Επί πενήντα χρόνια, μια ανελέητη νεοφιλελεύθερη κατήχηση μας εκπαίδευσε να βιώνουμε τη συλλογική μας συντριβή ως προσωπική μας αποτυχία, εγκλωβίζοντάς μας στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη μιας αγωνιώδους ερώτησης: “τι έχω κάνει εγώ;”, “τι φταίω εγώ;”, “τι μπορώ να κάνω μόνος μου;”. Και η απάντηση μπροστά στον νεοφιλελεύθερο καθρέφτη είναι πάντα η ίδια: απολύτως τίποτα.
Τα μεγάλα σκοτάδια δεν φωτίζονται από έναν άνθρωπο μόνο του. Η πραγματική δύναμη —η μόνη που τρέμουν— γεννιέται τη στιγμή που θα πετάξεις από πάνω σου την ατομική ευθύνη της σωτηρίας και θα ενώσεις τα χέρια σου και την οργή σου με αυτούς που παλεύουν δίπλα σου στην ίδια λάσπη. Ένα σύνολο που είναι πάντα μεγαλύτερο από τα μέλη του. Η διαφυγή από τον ζουρλομανδύα της κοινωνικής μας αποχαύνωσης και της πολιτικής σήψης που αυτή παράγει θέλει χέρια ενωμένα, κοινή ανάσα, έναν λαό που καταλαβαίνει πως το βάρος σηκώνεται μόνο όταν αποφασίσουμε να το μοιραστούμε.
Προσωπικά μιλώντας, δεν πρόκειται να καταφύγω σε βολικά ψέματα ή να οχυρωθώ πίσω από φθηνούς αφορισμούς μόνο και μόνο για να ξεπλύνω τις δικές μου σιωπές.
Δεν θα πω “όλοι ίδιοι είναι” για να κοιμηθώ ήσυχος το βράδυ. Η ατάκα “τίποτα δεν αλλάζει” δεν είναι εξυπνάδα, είναι το καταφύγιο για να κρύψω τη δειλία μου. Υπερασπίζομαι τις ιδέες μου ακόμα κι όταν το τίμημα είναι να σταθώ γυμvός απέναντι στην κριτική τους.
Αν κάποιος μου προσάψει ότι στάθηκα κατώτερος των περιστάσεων, ότι δεν πάλεψα όσο έπρεπε στους δρόμους και στην πολιτική ζωή του τόπου, ότι στάθηκα λιγότερο αγωνιστικός από όσο απαιτούσαν οι καιροί, δεν θα διαφωνήσω μαζί του. Θα σκύψω κεφάλι. Έχει δίκιο. Ποιος είναι αυτός που δεν έχει αμφιβολίες, ή δεύτερες σκέψεις; Μπορούσα να δώσω περισσότερα και δεν το έκανα. Συμβιβάστηκα. Το βάρος της ευθύνης που μου αναλογεί είναι δικό μου, και θα το κουβαλάω πάντα, γιατί το παρελθόν δεν αλλάζει.
Ε, και; Και τώρα, τι; Τι νόημα έχει η προσωπική ανάληψη ευθύνης όταν μιλάμε για κοινωνικούς αγώνες, για κοινωνικές προκλήσεις, και για ιστορικά θέματα;
Έχει, αλλά μόνο από τη σκοπιά ενός συστήματος που μας πιπιλάει τις Θατσερικές αηδίες ότι “δεν υπάρχει κοινωνία, υπάρχουν μόνο άτομα και οικογένειες” και ότι το “κράτος δεν είναι εδώ για να λύνει τα προβλήματα των πολιτών”. Από τη σκοπιά ενός συστήματος που γαλούχησε τον τρόπο σκέψης μας, τον τρόπο ζωής μας, τις σχέσεις μας με τους άλλους στην κοινωνία πάνω στα δικά του ψέματα και τις δικές του προκαταλήψεις.
Πάνω σε αυτή την απάτη χτίστηκε ολόκληρος ο τρόπος που ζούμε, που σκεφτόμαστε, που κοιτάμε τον διπλανό μας και τον εαυτό μας τον ίδιο. Ήταν ο μόνος τρόπος, βλέπεις, για να προστατευτεί ένα σύστημα που γεννά μυθικό πλούτο για τους λίγους και εξαθλίωση για τους πολλούς—μια ανισότητα τόσο ακραία, που η ιστορία δεν έχει ξαναδεί όμοιά της.
Σκεφτόμαστε νεοφιλελεύθερα, δρούμε νεοφιλελεύθερα και σχετιζόμαστε μεταξύ μας και σε σχέση με τους θεσμούς νεοφιλελεύθερα, και μετά σηκώνουμε τα χέρια ψηλά και λέμε “τίποτα δεν αλλάζει και δεν πρόκειται να αλλάξει, έτσι ήταν πάντα.”
Έτσι είναι, αν έτσι νομίζεις. Στην εποχή του νεοφιλελεύθερου ατομικισμού, άλλωστε, η υποκειμενικότητα είναι “αλήθεια”. Ο καθένας κατασκευάζει τη δική του, βολική και ακίνδυνη γι’ αυτούς που καταλαμβάνουν τα αξιώματα της πολιτικής εξουσίας. Όμως αυτή η ψευδαίσθηση μας κοστίζει ακριβά. Είναι τόσο δυνατή που μπορεί να μετατρέψει ακόμα και έναν γενοκτονικό στρατό να παρουσιάζεται ως μειονότητα υπό διωγμό, και μια τεχνητά επιβαλλόμενη κυριαρχία πάνω στους λαούς ως αναπόφευκτο νόμο της Φύσης.
Διότι το πιο επικίνδυνο ψέμα απ’ όλα δεν είναι αυτό που σου επιβάλλουν οι άλλοι, αλλά αυτό που επαναλαμβάνεις εσύ στον εαυτό σου για να αντέξεις την υποταγή.
Από τη μακρινή Σαμοθράκη, διαβάζοντας ορφικούς ύμνους και ατενίζοντας το Αιγαίο, με αγάπη,
Κώστας
Υ.Γ.: Ένα μεγάλο ευχαριστώ στο φίλο του μπλογκ Γ.Κ., που μας τίμησε με απανωτά κείμενα αυτές τις μέρες. Απολαυστικότατος όπως πάντα με τον μεθυστικό του λόγο, και με τη ματιά του που κόβει την πραγματικότητα σα χειρουργικό νυστέρι.
(Φίλε Κώστα, όπως τα γράφεις. Βέβαια, θα έχεις καταλάβει πως οι άνθρωποι δεν διαβάζουν ούτε κείμενα πια· βιβλία δεν διάβαζαν ποτέ. Κοιτάνε όλη μέρα βιντεάκια και βάζουν like και καρδούλες. Φίλε Κώστα, μόνο τον εαυτό του μπορεί να ελευθερώσει κάποιος. Και για να ελευθερώσει τον εαυτό του, πρέπει να θέλει να είναι ελεύθερος. Όσο βλέπουμε τους ανθρώπους σαν παγιδευμένα θύματα του “κακού συστήματος”, είμαστε σε λάθος δρόμο. Ο καθένας έχει την ευθύνη για τις επιλογές του. Για τα ναι και τα όχι που είπε. Για τις πράξεις του· από λόγια χορτάσαμε. Κώστα, είναι και θέμα χρόνου. Φτάνει μια στιγμή που ο καθένας θα βρεθεί σε φάσμα θανάτου. Οπότε, θα πρέπει να επιλέξει πως θα διαχειριστεί τον χρόνο του. Γιατί είναι η δική του ζωή, είναι ο δικός του χρόνος. Και δεν έχει άλλον. Δεν θα του χαρίσει κανείς χρόνο. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου.)
Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου
Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net για να συνεχίσει να υπάρχει μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

