Το φυλακτό του Ντορή
Κάθε παραμύθι κρύβει μέσα του μια αλήθεια.
Άλλα μιλούν για γενναίους βασιλιάδες, άλλα για μαγεμένα δάση και δράκους. Υπάρχουν όμως και παραμύθια που μιλούν για τους απλούς ανθρώπους. Για εκείνους που δεν φόρεσαν ποτέ στέμμα, αλλά πάλεψαν μια ολόκληρη ζωή για ένα κομμάτι ψωμί και λίγη ευτυχία.
Και τούτο εδώ είναι ένα τέτοιο παραμύθι.
Αν συνέβη πριν από εκατό χρόνια ή αν συμβαίνει ακόμη και σήμερα, ή αν συμβεί στο μέλλον δεν έχει σημασία. Οι εποχές αλλάζουν, οι άνθρωποι όμως μένουν σχεδόν ίδιοι. Αλλάζουν τα σπίτια, τα ρούχα και οι δρόμοι αλλά οι χαρές, οι φόβοι και τα λάθη τους παραμένουν ίδια.
Η ιστορία κάνει κύκλους.
Ανοίγει ένας κύκλος, κλείνει, ύστερα ανοίγει ένας άλλος.
Έρχονται πόλεμοι και ειρήνες. Πλούτος και φτώχεια. Γέλια και δάκρυα.
Κι όσο κι αν αλλάζει ο κόσμος, ο απλός άνθρωπος εξακολουθεί να παλεύει με τα ίδια πράγματα. Με τις ανάγκες, με τα όνειρά του και καμιά φορά με τα ίδια του τα πάθη.
Σε έναν τέτοιο κύκλο γεννήθηκε και ο μπαρμπα-Αλέκος.
Όταν ήταν παιδί γνώρισε τον σκληρό κόσμο προτού γνωρίσει τη χαρά της ξεγνοιασιάς. Εκεί που άλλα παιδιά έτρεχαν στα χωράφια για παιχνίδι, εκείνος έτρεχε για να βρει κάτι χρήσιμο για το σπίτι. Πότε ένα κομμάτι ψωμί. Πότε λίγα ξύλα. Πότε καμιά μικροδουλειά που θα έφερνε ένα νόμισμα στην οικογένεια.
Μεγάλωσε γρήγορα. Πολύ γρήγορα.
Οι κακουχίες τον έκαναν σκληρό σαν τον κορμό της ελιάς. Όμως, βαθιά μέσα του, έκρυβε μια καρδιά ευαίσθητη, που είχε μάθει από μικρή να φοβάται μήπως χάσει ό,τι αγαπά.
Τα χρόνια πέρασαν. Παντρεύτηκε μια καλοσυνάτη γυναίκα και αργότερα απέκτησαν μια κόρη.
Το σπίτι τους ήταν μικρό. Δύο καμαρούλες όλες κι όλες. Τον χειμώνα μια παλιά ξυλόσομπα τους ζέσταινε, ενώ κάθε Χριστούγεννα ένα μικρό δέντρο στόλιζε τη γωνιά του δωματίου.
Δεν ήταν πλούσιοι. Μα ούτε και δυστυχισμένοι. Ή τουλάχιστον έτσι φαινόταν.
Γιατί ο μπαρμπα-Αλέκος είχε έναν πολύτιμο βοηθό. Ένα πανέμορφο άλογο.
Τον Ντορή.
Με τον Ντορή γύριζε τα χωριά και τις γειτονιές πουλώντας την πραμάτεια του. Φρούτα, λαχανικά, ό,τι μπορούσε να καλλιεργήσει ή να αγοράσει φτηνά για να το μεταπουλήσει.
Ο Ντορής δεν ήταν απλώς το άλογό του. Ήταν ο σύντροφός του. Ο φίλος του. Το στήριγμά του.
“Χωρίς τον Ντορή μου δεν θα μπορούσα να κάνω τίποτα”, έλεγε συχνά.
Και ίσως να είχε δίκιο.
Ο Ντορής δούλευε ακούραστα. Ήταν ήρεμος, υπάκουος και έξυπνος.
Ακόμη και η μικρή του κόρη τον αγαπούσε πολύ. Κάθε απόγευμα έτρεχε κοντά του με ένα καρότο ή ένα μήλο στο χέρι.
“Γεια σου, Ντορή!” του φώναζε. Κι εκείνος λες και χαμογελούσε.
Ούτε η γυναίκα του είχε κάτι εναντίον του ζώου. Το αντίθετο. Το φρόντιζε κι εκείνη όταν χρειαζόταν.
Το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ ο Ντορής.
Το πρόβλημα ήταν ότι σιγά σιγά ο μπαρμπα-Αλέκος άρχισε να περιστρέφει ολόκληρη τη ζωή του γύρω από αυτόν. Κάθε του σκέψη, κάθε του κουβέντα, κάθε του φροντίδα.
Ο Ντορής είχε πάντα προτεραιότητα.
Μια μέρα μάλιστα αγόρασε από το παζάρι κι ένα όμορφο ακριβό φυλακτό.
Το πέρασε στον λαιμό του αλόγου και καμάρωνε σαν να είχε στολίσει άρχοντα.
“Να τον φυλάει από κάθε κακό»”, έλεγε.
Η γυναίκα του τον κοιτούσε σιωπηλή.
Ένα βράδυ, καθώς έτρωγαν όλοι μαζί γύρω από το τραπέζι, τόλμησε να του μιλήσει.
“Αλέκο…”
“Τι είναι πάλι;”
“Δεν παραπονιέμαι για τη φτώχεια μας.”
Ο γέρος ανασήκωσε τους ώμους.
“Σας λείπει τίποτα;”
“Ναι.”
“Τι;”
“Εσύ.”
Ο μπαρμπα Αλέκος συνοφρυώθηκε.
“Όλη μέρα δουλεύω για εσάς.”
“Το ξέρω”, απάντησε εκείνη ήρεμα. “Αλλά καμιά φορά ο άνθρωπος χρειάζεται περισσότερα από ψωμί. Χρειάζεται μια κουβέντα, μια αγκαλιά, ένα χαμόγελο.”
Η κόρη χαμήλωσε το κεφάλι.
Ο μπαρμπα-Αλέκος δεν απάντησε.
Σηκώθηκε βρόντηξε την πόρτα και βγήκε έξω. Πήγε στον στάβλο. Εκεί όπου περνούσε περισσότερο χρόνο απ’ ό,τι μέσα στο ίδιο του το σπίτι.
Και οι μέρες συνέχιζαν να περνούν έτσι.
Ώσπου ήρθαν πάλι δύσκολοι καιροί.
Ο πόλεμος αυτή τη φορά.
Οι καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα. Ο κόσμος ανησυχούσε.
Και μια μέρα στρατιώτες πέρασαν από το χωριό.
Επίταξαν τρόφιμα και ζώα. Επίταξαν και τον Ντορή.
Ο μπαρμπα-Αλέκος νόμιζε πως σταμάτησε η καρδιά του. Παρακολούθησε το άλογο να απομακρύνεται στον δρόμο μαζί με τους στρατιώτες. Μέχρι που χάθηκε στον ορίζοντα.
Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκε. Ούτε το επόμενο. Ούτε το μεθεπόμενο.
Για πρώτη φορά ένιωσε πραγματικά μόνος. Μόνος και μισός. Μισός άνθρωπος. Ένιωθε σαν να κατέρρευσε ο κόσμος του.
Από τότε κάθε μέρα ήταν μια δοκιμασία.
Έσερνε μόνος του το κάρο. Δούλευε περισσότερο από ποτέ. Όμως μέσα του είχε απλωθεί ένα μεγάλο σκοτάδι. Δεν έβλεπε τίποτε άλλο. Ούτε τη γυναίκα του που προσπαθούσε να τον στηρίξει, μα ούτε και την κόρη του που τον αγκάλιαζε σιωπηλά.
Μόνο την απουσία του Ντορή.
Κι έτσι πέρασαν οι μήνες.
Ο πόλεμος τελείωσε.
Ο κόσμος άρχισε να μαζεύει τα κομμάτια του.
Και κάποτε ήρθαν ξανά τα Χριστούγεννα.
Στο ίδιο σπίτι. Με την ίδια σόμπα. Με το ίδιο μικρό δέντρο στη γωνιά.
Το βράδυ, καθώς η φωτιά τρεμόπαιζε, ο μπαρμπα-Αλέκος πήρε μια απόφαση.
“Θα πάω να τον βρω.”
Η γυναίκα του τον κοίταξε.
“Ποιον;”
“Τον Ντορή.”
“Κι αν δεν ζει;”
“Πρέπει να μάθω.”
Εκείνη δεν προσπάθησε να τον εμποδίσει. Ήξερε πως όταν ένα πάθος φωλιάζει βαθιά στην ψυχή ενός ανθρώπου, δεν φεύγει με λόγια. Χρειάζεται να το νικήσει μόνος του.
Το επόμενο πρωί ξεκίνησε.
Περπατούσε ασταμάτητα.
Διέσχισε καμένα χωράφια, γκρεμισμένα σπίτια και τόπους που ακόμη μύριζαν καπνό και θάνατο.
Ύστερα από πολλές ώρες έφτασε εκεί όπου είχαν δοθεί οι μάχες.
Έψαχνε παντού. Σαν άνθρωπος που έψαχνε ένα κομμάτι από την ίδια του την ψυχή.
Μέχρι που το είδε.
Στην αρχή δεν το πίστεψε.
Ύστερα γονάτισε.
Ανάμεσα σε ξερόχορτα και πέτρες βρισκόταν το κουφάρι ενός αλόγου. Και στον λαιμό του κρεμόταν ακόμη το φυλακτό. Το φυλακτό του Ντορή.
Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.
Άγγιξε το νεκρό ζώο σαν να άγγιζε έναν παλιό φίλο.
“Αγαπημένε μου σύντροφε!” ψιθύρισε.
Τα χέρια του έτρεμαν.
Άπλωσε να πάρει το φυλακτό.
Και τότε συνέβη.
Μέσα από μια χαραμάδα ανάμεσα στα οστά του αλόγου πετάχτηκε ένα φίδι. Το δάγκωμα ήταν γρήγορο σαν αστραπή.
Ο μπαρμπα Αλέκος ένιωσε το δηλητήριο να απλώνεται στο σώμα του.
Έπεσε στο χώμα. Το φυλακτό γλίστρησε μέσα στις παλάμες του.
Και τότε, καθώς η ζωή άρχιζε να τον εγκαταλείπει, ήρθε μια σκέψη που δεν είχε κάνει ποτέ.
Δεν ήταν λάθος που αγάπησε τον Ντορή. Το λάθος βρισκόταν αλλού.
Ήταν πως άφησε την αγάπη να γίνει λατρεία. Άφησε το πάθος να γίνει αφέντης. Κι όταν κάτι γίνεται αφέντης της ζωής μας, αρχίζει σιγά σιγά να ζητά όλο και περισσότερο χώρο. Μέχρι που δεν μένει χώρος για τίποτε άλλο. Ούτε για τη χαρά, ούτε για τη γαλήνη, ούτε για τους ανθρώπους που κάθονται στο ίδιο τραπέζι και περιμένουν μια κουβέντα.
Και κατάλαβε.
Δεν τον είχε νικήσει ο πόλεμος, δεν τον είχε νικήσει η φτώχεια, δεν τον είχε νικήσει, ούτε το φίδι.
Τον είχε νικήσει η υπερβολή. Ένα πάθος που κάποτε ήταν καλό και χρήσιμο, αλλά που άφησε να μεγαλώσει περισσότερο απ’ όσο έπρεπε.
Έκλεισε τα μάτια κι ένα τελευταίο δάκρυ κύλησε στο μάγουλό του.
Εκείνο το βράδυ, στο μικρό σπίτι με τη σόμπα, η γυναίκα και η κόρη του περίμεναν.
Το αστέρι για το χριστουγεννιάτικο δέντρο ήταν ακόμη πάνω στο τραπέζι. Περίμεναν να γυρίσει και να το κρεμάσει, όπως έκανε κάθε χρόνο. Μα η πόρτα δεν άνοιξε ποτέ.
Κι από τότε οι γέροντες του χωριού, όταν ήθελαν να διδάξουν κάτι στα παιδιά, διηγούνταν την ιστορία του μπαρμπα-Αλέκου και του Ντορή. Όχι για να τους μάθουν να αγαπούν λιγότερο. Άλλωστε, η αγάπη είναι δώρο και η αφοσίωση αρετή.
Το πάθος, όμως, όταν πάρει τη θέση του αφέντη μέσα στην καρδιά του ανθρώπου, μπορεί να τον οδηγήσει σε δρόμους, που ίσως να μην έχουν γυρισμό.
Με εκτίμηση και αγάπη!
Δημήτρης Βαλαβάνης
Υ.Γ. Πιτσιρίκο μου, αυτό είναι ένα παραμύθι που είχα γράψει πριν πολλά χρόνια, βασισμένος σε έναν πολύ διάσημο ιστορικό θρύλο της ανατολικής Ευρώπης, που διαδραματίζεται εκεί γύρω στον μεσαίωνα και συγκεκριμένα αφορούσε τον πρίγκιπα Όλεγκ τον σοφό, ηγεμόνα των Ρως του Κιέβου. Αν και ο θρύλος είναι λίγο διαφορετικός -αλλά με άλογο και την ίδια κατάληξη- τον είχα διαβάσει, μου άρεσε και μου έδωσε την ώθηση να γράψω την δική μου εκδοχή. Το δικό μου παραμύθι. Δεν θυμάμαι βέβαια καθόλου την αφορμή για να γράψω αυτή την ιστορία που διάβασες. Και αν και το είχα χάσει, πάντοτε υπήρχε κάπου στο μυαλό μου. Πήρα λοιπόν πάλι την απόφαση να κάτσω να το ξανά γράψω. Ελπίζω να αρέσει στους μικρούς και μεγάλους αναγνώστες του μπλογκ. Φιλιά αδερφέ!
(Αγαπητέ Δημήτρη, όμορφο το παραμύθι σου. Να είσαι καλά και καλές βουτιές στα μυστικά τοπία. Την αγάπη μου.)
Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου
Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net για να συνεχίσει να υπάρχει μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

