To be or not to be

Πετάς, φίλε μου Πιτσιρίκο, από το ένα νησί στο άλλο, και πολύ καλά κάνεις, για να ρουφήξεις όσο περισσότερο γαλάζιο μπορείς μέσα σου.

Μεταναστεύεις κι εσύ με τον δικό σου τρόπο, μένοντας όμως εδώ όσο παράδοξο κι αν ακούγεται αυτό.

Δεν ξέρω ποιος είναι σε καλύτερη κατάσταση. Εσύ, ο Βασίλης, ο Jo Di, εγώ;

Υπάρχει σε κάποιους η αίσθηση ότι όσοι έφυγαν έξω γλύτωσαν, όμως δεν είναι αλήθεια.

Για κάποιους άλλους η αντίληψη των πραγμάτων είναι κάπως διαφορετική.

Ζούμε ακόμα στην όμορφη πατρίδα μας λένε, κι ας ζούμε δύσκολα, κι ας κλαίμε τα βράδια όταν βλέπουμε πόσο πολύ όμορφα περνούν οι ξένοι που «φιλοξενούμε» στον τόπο μας τα καλοκαίρια. Εμείς δεν …

Νομίζω πως δεν έχει άλλωστε και τόσο μεγάλη σημασία ούτε για τους «μέσα» ούτε για τους «έξω».

Δεν υπάρχει πια κάποιο σημείο αναφοράς που να συνδέεται ιδιοκτησιακά με την ιστορία του τόπου και με τα βιώματά μας.

Και δεν έχει σχέση με την ατομική ιδιοκτησία που κάποιος κατέχει και κάποιος όχι.

Όλοι άλλωστε σήμερα πληρώνουν ενοίκιο, απλά για κάποιους ονομάζεται ΕΝΦΙΑ.

Μια χώρα, ένας λαός, μια υποθήκη στους ξένους. Αυτή είναι η κατάσταση.

Κι αν κάποιοι δεν το καταλαβαίνουν έτσι ή προσποιούνται στον εαυτό τους πως δεν το καταλαβαίνουν, βαθιά μέσα τους το ξέρουν.

Δεν γίνεται να μην ξέρουν. Η χώρα δεν μας ανήκει.

Παλαιότερα, είχαμε κάποιο ποσοστό επί της ιδιοκτησίας, σήμερα όμως δεν έχουμε τίποτε.

Ζούμε πια σαν νοικάρηδες υπό καθεστώς έξωσης και σε λίγο καιρό θα ζούμε σαν πρόσφυγες στην ίδια μας την χώρα.

Θα μου πεις γιατί τα γράφεις και τα ξαναγράφεις όλα αυτά.

Μάλλον γιατί βρίσκομαι αντιμέτωπος με ένα υπαρξιακό αδιέξοδο. Μάλλον γιατί στέκομαι δυο βήματα μακριά από τον καναπέ του Βασίλη.

Το σίγουρο είναι ότι δεν μου αρέσει αυτό που ζω.

Όμορφες και οργανωμένες οι χώρες τους αλλά δεν είναι δικές μου.

Μια νοοτροπία και ένας τρόπος ζωής που δεν θέλω ούτε να κατακρίνω ούτε να επαινέσω, αφού δεν είναι καθόλου αυτό το ζήτημα που με απασχολεί.

Νιώθω όμως ότι, αν είχα γεννηθεί και μεγαλώσει στα μέρη αυτά, στην εφηβεία μου θα είχα κόψει φλέβες και στα 18 μου θα ταξίδευα για αλλού.

Κι ετούτη η αίσθηση δεν έχει να κάνει σε τίποτα με την χώρα που με φιλοξενεί, έχει να κάνει αποκλειστικά με εμένα.

Μπορεί επίσης να κολλάει με την εγγενή αδυναμία των ανθρώπων να ποθούν αυτό που δεν έχουν, όπως οι νησιώτες που διψούν για όσα τους προσφέρει η μεγάλη πόλη και τους κατοίκους των πόλεων που λαχταρούν λίγη απόδραση στην φύση.

Ειλικρινά, δεν γνωρίζω.

Αντιλαμβάνομαι, βέβαια, ότι κάτι δεν πάει καλά και ψυχανεμίζομαι την διαφορετική ζωή που θα ήθελα να ζήσω.

Όμως, όσο μεγαλώνεις γίνεται δυσκολότερο να πατάς το πόδι σου σε μια άλλη στεριά και να καις τα καράβια που σε έφεραν εκεί προκειμένου να προχωρήσεις –θέλοντας και μη– μπροστά.

Συνειδητοποίησα λίγο αργά πως μας έμαθαν να διαχειριζόμαστε λάθος την ζωή μας, σαν μια διαρκή μάχη, σαν έναν αγώνα επιβίωσης.

Σκαρφαλώνουμε κοφτερούς βράχους, αντί να γλιστράμε σε μαλακές λασπερές τσουλήθρες.

Παλεύουμε επουλώνοντας διαρκώς τραύματα και πληγές.

Κανείς δεν μας έμαθε την αξία της παράκαμψης και της αποφυγής.

Ματαιόδοξα αιώνιοι κι ανίκητοι, ζούμε με την ψευδαίσθηση ότι έχουμε μπροστά μας απεριόριστο χρόνο για να αλλάξουμε και να διορθώσουμε τα πάντα.

Για αυτό πιστεύω, φίλε μου Πιτσιρίκο, ότι υπήρξες εξαιρετικά τυχερός που συνειδητοποίησες νωρίς πως σήμερα είναι η ζωή και αύριο ο θάνατος.

Τόσο μικρές είναι οι χρονικές διαφορές και τόσο πολύτιμος ο χρόνος του κάθε ανθρώπου.

Ενδεχομένως, όμως, και τρομακτικά ασήμαντος για την ανθρωπότητα. Πολλές φορές και για τον ίδιο.

Στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο υπάρχει ένα διδακτικό ανέκδοτο που αφορά τον Γάλλο στρατάρχη Φος.

Σε μια κρίσιμη καμπή του πολέμου είχε δώσει διαταγή να αλλάξει η ηγεσία πολλών μεγάλων στρατιωτικών μονάδων και κάποιος από τους επιτελείς του διαμαρτυρήθηκε λέγοντας πως κάποιοι μέραρχοι δεν θα μπορούσαν να μετατεθούν γιατί ήταν τόσο καλοί που δεν θα μπορούσαν να τους αντικαταστήσουν με κάποιους ικανότερους τους.

Τότε ο Φος γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε προς το νεκροταφείο, λέγοντας σκωπτικά πως είναι γεμάτο με αναντικατάστατους.

Το ίδιο θα μπορούσε να πει και κάποιος μεταγενέστερος του στρατάρχη, δείχνοντας το κοιμητήριο που αυτός αναπαυόταν.

Από ό,τι βλέπω και διαβάζω, στην Ελλάδα ο καλυμμένος φόβος και η απροκάλυπτη αδιαφορία βασιλεύουν.

Κι από ό,τι γράφεις κι εσύ η εμπιστοσύνη δεν υπάρχει, ενώ την ίδια στιγμή ο φθόνος και η αναξιοκρατία συνεχίζουν να κάνουν πάρτι.

Κι εμένα με έχει πιάσει μια τρέλα για να γυρίσω πίσω αλλά ταυτόχρονα αντιλαμβάνομαι πολύ καλά ότι δεν θα αντέξω για πολύ και σύντομα θα είμαι έτοιμος για να ξαναφύγω.

Από την άλλη, βέβαια, το concept –φόβος κι αδιαφορία– είναι παντού το ίδιο κι εκφράζεται σε όλες τις δυτικές κοινωνίες.

Κι αν αναμασάμε διαρκώς την θεωρία πως η καλύτερη οργάνωση των Δυτικών είναι το μεγάλο τους πλεονέκτημα σε σχέση με την Ελλάδα, χάνουμε την ουσία των πραγμάτων κι επαναλαμβάνουμε διαρκώς το ίδιο ερμηνευτικό λάθος.

Γιατί, στην πραγματικότητα, η κυριότερη διαφορά της μνημονιακής και διαλυμένης Ελλάδας από τις χώρες της Εσπερίας βρίσκεται στην δραματική μείωση της καταναλωτικής δύναμης των Ελλήνων σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν.

Αν σε οποιαδήποτε δυτική χώρα –συμπεριλαμβανομένης και της ατσαλάκωτης Ελβετίας– εφαρμοζόταν το μοντέλο που επιβλήθηκε στην Ελλάδα, οι συνέπειες θα ήταν παρόμοιες και η απόγνωση του πληθυσμού η ίδια.

Όταν στερείς στον σημερινό άνθρωπο την δυνατότητα του να καταναλώνει, του στερείς τον λόγο ύπαρξης του και την αξία του στην κοινωνία.

Κι όταν πολλές φορές αυτομαστιγωνόμαστε, λέγοντας πως κανένας άλλος λαός δεν θα παραδινόταν αμαχητί όπως οι Έλληνες, υπερβάλουμε και λέμε ασυνείδητα ψέματα.

Κανείς λαός δεν θα άντεχε την επέλαση του δολοφονικού νεοφιλελευθερισμού.

Κανείς λαός δεν έχει σήμερα την συνείδηση μιας κοινωνικής συλλογικότητας που θα του επιτρέψει να αντισταθεί αποτελεσματικά.

Παντού άλλωστε, όπου επιβλήθηκε το δόγμα του «σοκ και δέους», οι αντιστάσεις υπήρξαν μικρές κι αποσπασματικές.

Το είδαμε στις χώρες του Νότου, θα το δούμε τα επόμενα χρόνια και στην Γαλλία του γερμανόψυχου τραπεζίτη-προέδρου.

Δεν ξέρω τι κάναμε λάθος όσοι σκεφτόμασταν κάποτε αλλιώς.

Παραδοθήκαμε και σκορπίσαμε πιο εύκολα από όσο υπολογίζαμε και υπολόγιζαν.

Για να το κάνεις όμως Κούγκι, πρέπει να έχεις προηγουμένως αποδεχτεί την θυσία, but it was so much for us.

Κι όταν η πλάστιγγα έγειρε από την αντίθετη μεριά, βγήκαμε από τα παράθυρα κι από τις πόρτες, οι περισσότεροι κρατώντας τα χέρια ψηλά.

Πιθανότατα πιστέψαμε ότι δεν χρειαζόταν καμία προετοιμασία για να αμυνθούμε, πως έφτανε μονάχα η δύναμη της ψυχής μας και οι καλές μας οι προθέσεις.

Ούτε μπορέσαμε να αναδείξουμε μια νέα και αποτελεσματική ηγεσία των αγώνων μας, κι έτσι ακολουθήσαμε την πεπατημένη οδό της ανάθεσης και της «προδοσίας».

Μοναδική μας παρηγοριά τώρα πια η ιστορική μνήμη.

Εκείνη που διδάσκει ότι πολλές φορές η συντριβή είναι η πρώτη προϋπόθεση για την επερχόμενη νίκη και πως είναι ακόμα περισσότερες οι φορές που ο άνθρωπος αδυνατεί να συλλάβει ότι συμβαίνει και εξελίσσεται κάτω από τα μάτια του.

Η εξέλιξη, όμως, των κολοσσιαίας σημασίας κοινωνικών φαινομένων ξεπερνούν την διάρκεια ζωής ενός ανθρώπου.

Χρειάζονται γενιές πολλές και μεγάλος αριθμός αποτυχημένων πειραμάτων στο μεγάλο εργαστήριο της Ιστορίας, προκειμένου να επιτευχθεί το ποθητό αποτέλεσμα.

Κι ειλικρινά, δεν αξίζει να μας βαραίνει το άγχος αυτής της μακροχρόνιας διαδικασίας.

Σε τελική ανάλυση, μόνο κάποια βασικά ερωτήματα χρειάζεται να απαντήσουμε στην ζωή μας.

Αν αυτή συμβάλλει με ένα θετικό πρόσημο στην εξέλιξη της κοινωνίας, κι αν τελικά μας ικανοποιεί και μας κάνει να αισθανόμαστε ευτυχισμένοι.

Είναι θεωρητικά τόσο απλή αυτή η αποστολή που προκαλεί έκπληξη το πόσο μεγάλο ποσοστό των ανθρώπων αποτυγχάνει να την εκπληρώσει έστω και στοιχειωδώς.

Πιθανότατα γιατί εγκλωβιζόμαστε στους αντικατοπτρισμούς που γεννούν ο αγώνας για την επιβίωση και για την καταξίωση.

Ακόρεστη ματαιοδοξία που βρίσκει καταφύγιο σε έναν παμφάγο καταναλωτισμό.

Ξέφυγα όμως. Από αλλού ξεκίνησα κι αλλού το πήγα.

Μου φαίνεται ότι πρέπει να κάτσω κάτω να σκεφτώ και να βρω τους καλύτερους τρόπους για να σβήσω την δίψα της καρδιάς.

Ίσως και να κλείσω κι ένα ραντεβού με τον Βασίλη – τον εθνικό μας ψυχίατρο – στην παγωμένη Σκανδιναβία.

Φιλιά από την Εσπερία

Ηλίας

(Αγαπητέ Ηλία, εγώ αισθάνομαι μετανάστης στην Ελλάδα. Τρελή μοναξιά. Όχι από ανθρώπους. Ξέρεις από τι. Ηλία, ό,τι κι αν λέμε εμείς οι Έλληνες, η χώρα μας είναι ακόμα μια από τις προνομιούχες χώρες του κόσμου. Το ότι δεν ξέρουμε τι να κάνουμε με τη χώρα μας, είναι άλλο θέμα. Ηλία, αυτές τις μέρες διαβάζω ξανά την “Αριστερή μελαγχολία” του Έντσο Τραβέρσο. Να το διαβάσεις. Εμένα με παρηγόρησε πολύ και έβαλε τις σκέψεις μου σε μια σειρά. Δεν ηττηθήκαμε εμείς, ηττήθηκε η ανθρωπότητα. Η ουτοπία, όμως, είναι πάντα επίκαιρη. Και κάτι μας ψιθυρίζει μέσα από τα χαλάσματα του νεοφιλελευθερισμού. Ηλία, κάνω βουτιές και για σένα. Βασικά, έχω ξεσκιστεί πάλι στο διάβασμα. Σου στέλνω την αγάπη μου και την ευγνωμοσύνη μου για το πόσο με έχεις στηρίξει με τα κείμενά σου. Το ίδιο ισχύει και για τον Βασίλη, τον Άρη -που μας ξέχασε-, τον Γ.Κ., τον Σόλωνα, την Ελένη, τον Γιώργο από την Γερμανία και όλους τους καλούς φίλους που μου γράφουν. Φιλιά!)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.