Κι αυτούς που μένουν, κι αυτούς που φεύγουν

Γειά σου Πιτσιρίκο,
σου ξαναγράφω μετά από 7 περιπου χρόνια. Τότε, στα χρόνια της Πλατείας, ήμουν κι εγώ εκεί κάθε μέρα, μια αγανακτισμένη ετών 34 τότε, με ένα νήπιο. Σου είχα ξαναστείλει τότε και το είχες δημοσιεύσει. Μεγάλη χαρά εγώ!

Τότε ζούσαμε ένα όνειρο ότι μπορούσαμε να αλλάξουμε αυτό που βλέπαμε ότι θα έρθει.

Φευ! Πολύ νερό κύλησε στ’ αυλάκι από τότε.

Πάντα σε διαβάζω και καμιά φορά θυμώνω μαζί σου όπως τότε που είπες ότι θα το κλείσεις και θα φύγεις.

Είσαι τρελή, θα μου πεις. Θυμώνεις μ έναν άγνωστο;

Ίσως γιατί σε σένα καθρεφτίζεται και το δικό μου κομμάτι που πίστευε, αγωνίστηκε, έφαγε ξύλο και χημικά και μετά είδε την αλήθεια του μέσου Έλληνα και αποσύρθηκε ηττημένη.

Και είναι πικρό να το βλέπεις αυτό.

Εννοώ, αν ήμουν μόνο εγώ που το ένιωθα, ίσως να μην ήταν αλήθεια. Τέλος πάντων.

Σου γράφω με αφορμή τα γράμματα από τους ξενιτεμένους.

Δεν είμαι ξενιτεμένη, όμως το θέμα με έχει απασχολήσει πολύ.

Τα διαβάζω όλα, όμως δεν είχα σκοπό να γράψω μέχρι σήμερα που διάβασα το «Κι εγώ σ αγαπώ γ@μω το Χριστό μου» του άγνωστου φίλου.

Όλα τα emails με συγκινούν, αυτό, όμως, με άγγιξε πραγματικά κι αποφάσισα να γράψω.

Αυτό, αλλά και ίσως επειδή πλησιάζουν οι μέρες του 2011 που χαμε φάει όλο εκείνο το
χημικό στην Πλατεία κι είχαμε τόσο ελπίσει…

Εγώ ένα επαρχιωτοκόριτσο είμαι από τη Δυτική Ελλάδα, που ήρθα στην Αθήνα για σπουδές και έμεινα.

Την λάτρεψα την Αθήνα και, παρότι έφυγα για μεταπτυχιακά στο εξωτερικό και είχα πολλές ευκαιρίες να μείνω έξω, όταν το αεροπλάνο προσγειωνόταν στην Αθήνα ένιωθα ότι γύριζα σπίτι.

Χίλιες φορές σκέφτηκα να φύγω, οι γονείς μου με πίεζαν «φύγε, εδώ δεν έχει μέλλον. Άτομα με τις δικές σου ικανότητες και ευαισθησίες χάνονται εδώ».

Μα εγώ δε μπορούσα να φύγω.

Πάντα πίστευα ότι μπορούμε να διαβρώσουμε το σύστημα εκ των έσω.

Να μπούμε αναγκαστικά στα γρανάζια του κι από κει να το ξηλώσουμε σιγά σιγά.

Ως τα 30, είχα κάνει μια σημαντική καριέρα σε μεγάλη πολυεθνική με καλά λεφτά, όμως, κάπου εκεί, και λίγο πριν κάνω το παιδί μου, άρχισα να νιώθω καλοπληρωμένος σκλάβος σε γαλέρα.

Έβλεπα πως ήμουν αναλώσιμη και πως έκανα κάτι που απλώς συμπαθούσα. Κι ότι, όταν δε θα με χρειάζονταν πια, θα μ έδιωχναν σαν την τρίχα απ το ζυμάρι.

Μου φαινόταν, άλλωστε, τόσο γελοία η εταιρική ιεραρχία και που φερόντουσαν λες κι
ανακάλυπταν το φάρμακο για τον καρκίνο!

Κι έτσι αποφάσισα ν’ αλλάξω ρότα. Σπούδασα ξανά Ψυχολογία, αυτό που πάντα μου ψιθύριζε η καρδιά μου, κι έγινα αφεντικό του εαυτού μου.

Πάλι δουλεύω σαν τρελή, όμως τουλάχιστον δουλεύω για μένα και η αγάπη των θεραπευόμενών μου, ο καλός τους λόγος, οι συστάσεις τους είναι για μένα βάλσαμο κι ας μην έχω πολλά λεφτά.

Ξέρεις γιατί έμεινα, Πιτσιρίκο, όταν το κύμα των συνομήλικών μου έφευγε για έξω και κάθε μήνα αποχαιρετούσα και κάποιον;

Γιατί σκεφτόμουν «Ναι, αυτή η χώρα είναι γεμάτη σκατάδες. Όμως αν φύγουμε όλοι όσοι το
βλέπουμε αυτό, τότε ποιός θα την φτιάξει;».

Τους το έλεγα μα η απόγνωση και η απογοήτευσή τους ήταν μεγαλύτερη από το όραμα και την πίστη.

Δεν ξέρω ποιός έχει δίκιο τελικά. Αυτοί που έφυγαν ή εγώ που έμεινα.

Υπάρχει κι αυτό το τραγούδι που λέει ¨Κι αυτούς που μένουν, κι αυτούς που φεύγουν οι μοίρες μ’ απονιά πάντα τους δέρνουν» και ίσως αυτή να είναι η μόνη αλήθεια.

Κι εγώ που έμεινα;

Τα τελευταία 10 χρόνια αντιμετώπισα πολλά σκληρά χτυπήματα.

Και οι δύο μου γονείς αρρώστησαν με καρκίνο, ευτυχώς που μένουν επαρχία και αντέχουν να ζουν με τα 680 ευρώ της σύνταξης του εργάτη πατέρα μου.

Χώρισα, ο πρώην άνδρας μου δεν άντεξε την κρίση -και τώρα είναι στο Ψυχιατρείο λόγω κατάθλιψης- κι εγώ μεγαλώνω απολύτως μόνη μου ένα παιδί χωρίς καμία βοήθεια οικονομική ή άλλη από πουθενά.

Οι δομές για τη στήριξη μονογονεϊκών οικογενειών στην Ελλάδα είναι το πιο σύντομο ανέκδοτο και το να είσαι… ¨χωριζζζμένη γυναίκα με παιδί» στην Ελλάδα είναι περίπου σα να έχεις ποινικο μητρώο.

Η συντριπτική πλειοψηφία των ανδρών σε βλέπουν για τον π@@τσο, και, αν κάποιος σ
ερωτευτεί, δεν τολμά να πάει στη μάνα του και να το πει.

Γελάς, Πιτσιρίκο, σε βλέπω. Τώρα πια κι εγώ γελάω.

Γενικότερα, όμως, οι συμπεριφορές που έχω συναντήσει ως μόνη μητέρα είναι συμπεριφορές που
δε θα τολμούσαν να έχουν απέναντί μου, όταν είχα «έναν άνδρα στο σπίτι».

Η Ελλάδα της κρίσης ανάδειξε τις πιο μεγάλες μας παθολογίες.

Στο λέω και σαν άνθρωπος και σαν ειδικός.

Ο Ελληνάρας παρέμεινε Ελληνάρας και τίποτα δεν έμαθε από όλο αυτό το πανηγύρι.

Συνεχίζουν να του φταίνε οι άλλοι, συνεχίζει να πιστεύει ότι τα λεφτά είναι αυτό που αξίζει,
συνεχίζει να πιστεύει σε Μεγαλέξανδρους και χαμένες πατρίδες κι εμείς -που ξέρουμε ότι τα μόνα σύνορα είναι μέσα μας- θλιβόμαστε βαθιά κάθε φορά που έχουμε απέναντί μας, σε ένα παιδικό πάρτυ, σε μια πλατεία, σε έναν αγώνα ποδοσφαίρου του παιδιού μας τέτοιους ανθρώπους.

Έχοντας αντιμετωπίσει τα τέρατα, όμως, πλέον δε μασάω πουθενά.

Γιατί η Ελλάδα με έμαθε πολλά στα 41 μου.

Με έμαθε να είμαι δυνατή, να υψώνω το ανάστημά μου και να μη φοβάμαι. Να διεκδικώ το δίκιο.

Με έμαθε ότι, ενώ όλα έχουν ένα κόστος εγώ έχω επιλογή να μη μασήσω το αγκίστρι, να
μη γίνω εγώ το θύμα αλλά ούτε κι ο θύτης.

Με έμαθε να έχω καρδιά και νου ανοιχτό, και να βλέπω πέρα από τα στενά συμφέροντα του σπιτιού μου.

Με έμαθε πως, ό,τι ακούς στη γειτονιά σου γρήγορα και στη γωνιά σου.

Μεγάλο μάθημα αυτό Πιτσιρίκο.

Τέλος, με έκανε καλύτερη μάνα.

Κοντά στο παιδί μου, μα πάντα ένα βήμα πίσω του για να κάνει μόνο του τα βήματα
αλλά και για να τον ενθαρρύνω όταν λιγοψυχάει.

Επίσης, με έμαθε ότι, αν διεκδικήσεις λίγο, θα βρεις πολλούς ανθρώπους, καλούς και φιλότιμους, που ξεπερνούν τα όρια τους.

Το είδα στα τόσα χρόνια στα νοσοκομεία με τους γονείς μου, το είδα και τώρα στο
Ψυχιατρείο με τον πρώην άντρα μου, το είδα στα σχολεία και στους αθλητικούς ομίλους με το γιο μου.

Είναι καλός ο Έλληνας Πιτσιρίκο, αλλά το κρύβει γ@μώ το κέρατό μου…

Αν είχα φύγει, μάλλον θα μουν μια πλούσια καριερίστα με τσάντα Louis Vuitton και καμιά δωρεά πού και πού στους πρόσφυγες.

Δεν ξέρω, μπορεί και όχι.

Πάντως, σίγουρα δεν θα ήμουν αυτό που είμαι σήμερα, ούτε εγώ, ούτε το παιδί μου.

Δεν θα είχα ανακαλύψει τη δύναμη που κρύβεται μέσα σ’ έναν άνθρωπο, ούτε το κέρδος μέσα από την απώλεια.

Γιατί χάσαμε πολλά, Πιτσιρίκο, όμως, για όποιον μπορεί να δεί, κερδίσαμε περισσότερα.

Μπορεί, τελικά, το σύστημα να μη το διέβρωσα, όμως κάνω τους δικούς μου ομόκεντρους κύκλους και ταράζω τα νερά της λιμνούλας στη όμορφη χώρα μας -όσο μπορώ κι όσο αντέχω- μέσα απ’ τη δουλειά μου κι από το βήμα που μου δίνει η μητρότητα σε όσα αυτή ακουμπά: παιδί, σχολικό περιβάλλον, συμμαθητές και γονείς.

Είχε δίκιο ο Ρασούλης, πάντως, τώρα το ξέρω καλά:

«Αχ Ελλάδα θα στο πω, πριν λαλήσεις πετεινό, δεκατρείς φορές μ’ αρνιέσαι, μ’ εκβιάζεις, μου
κολλάς, σαν το νόθο με πετάς, μα κι απάνω μου κρεμιέσαι».

Να είσαι καλά, Πιτσιρίκο. Σ’ ευχαριστώ για όλα!

Χ.

(Αγαπητή φίλη, κατ’ αρχάς, υπήρχε σοβαρός λόγος που με έκανε να γράψω ότι σταματάω το μπλογκ. Και έχω γράψει το λόγο. Επίσης, τα πράγματα είναι κάπως άγρια, αν δεν είσαι με κανέναν στη σημερινή Ελλάδα. Το πιο έξυπνο που θα μπορούσα να κάνω για τον εαυτό μου και το δικό μου όφελος -όπως εξελίχτηκαν τα πράγματα στη χώρα- θα ήταν να δουλεύω στο ΜΜΕ κάποιου ολιγάρχη. Αλλά δεν το έκανα. Και σαν άνθρωπος κέρδισα. Μετά από αυτή την εξήγηση, σας βγάζω το καπέλο και σας κάνω και μια υπόκλιση. Δεν σχολιάζω τίποτα. Τα γράψατε όλα. Σας ευχαριστώ. Καλή ζωή. Και σιδερένιοι οι άνθρωποί σας. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.