Εδώ κι αλλού

Γειά σου πιτσιρίκο
Σε διαβάζω εδώ και καιρό, και κάθε φορά εύχομαι να σε διάβαζα από την αρχή, τότε που πρωτοξεκίνησες. Δεν σου έχω γράψει ποτέ μέχρι τώρα (αν και μπήκα στον πειρασμό αρκετές φορές).

Αυτά που διαβάζω από τους συμπατριώτες μας που ξενιτεύτηκαν με έσπρωξαν να το κάνω τελικά· αν και εγώ δεν μένω στο εξωτερικό, έχω βιώσει τα περισσότερα απ’ αυτά που βιώνουν κι εκείνοι, και δεν σου κρύβω ότι περισσότερο σχετίζομαι με κείνους παρά με τους “ντόπιους”.

Τα όσα έχουν γράψει μέχρι στιγμής μ’ έχουν κάνει να σκεφτώ, να θυμηθώ, να λυπηθώ, αλλά και να γελάσω πάρα πολύ· ακόμα γελάω με το σχόλιο για τον ειδικό προσκυνητή που φέρνει τα πιστοποιητικά στο Ελληνικό ληξιαρχείο γονατιστός από Γερμανία.

Ας τα πάρουμε από την αρχή, όμως.

Είμαι 48 χρονών, παντρεμένος (χωρίς παιδιά) και σπουδαγμένος στο εξωτερικό.

Πάντα έλεγα κοροϊδευτικά ότι η γενιά μου είναι η γενιά της αλλαγής (pun intended), αφού εμείς που γεννηθήκαμε εκεί γύρω στο ’70 προλάβαμε όλες τις φάσεις που έχει περάσει η χώρα, από τη χούντα μέχρι τώρα.

Ζήσαμε τις μεγάλες αλλαγές στην παιδεία, στην πολιτική, στην κοινωνία και στην οικονομία.

Μεγαλώσαμε μέσα στην πρώτη “χρυσή” δεκαετία του Πράσινου Ήλιου, εκεί που σε μάθαιναν ότι όλα είναι δυνατά, όλα μπορούν να γίνουν αρκεί να το θελήσεις· η βραχυχρόνια ενασχόλησή μου με νεολαία πολιτικού κόμματος εκείνη την εποχή με δίδαξε πώς ακριβώς “γίνονται” αυτά που θέλεις· ένα μάθημα που δεν ξέχασα ποτέ εντελώς, όμως δεν το εκτίμησα όσο έπρεπε.

Η πρώτη μου εμπειρία από εξωτερικό ήρθε το 1981, στην τρυφερή ηλικία των 11 ετών τότε.

Αν και οι γονείς μου ήταν “κλασσικοί” Έλληνες οικογενειάρχες σε κάποια πράγματα, από την άλλη υπήρξαν σούπερ-προοδευτικοί σε κάποια άλλα.

Μαζί με κάποιους φίλους, αποφάσισαν να πάρουν τα παιδιά τους και να πάνε ένα ταξίδι με αυτοκίνητα: 4 οικογένειες, 4 αμάξια.

Το σχέδιο ήταν να πάμε Πάτρα, να περάσουμε απέναντι Ιταλία, και να κάνουμε τον κύκλο Ιταλία-Ελβετία-Αυστρία-Ουγγαρία-Ρουμανία-Βουλγαρία-Ελλάδα.

Ασύλληπτο για την εποχή, το ξέρω, ειδικά αφού έπρεπε να περάσουμε και μέσα από χώρες του “υπαρκτού” τότε -και μιλάμε για εποχή Τσαουσέσκου, όχι αστεία- όμως το κάναμε.

Δύσκολο να σου περιγράψω αυτά που έμειναν χαραγμένα για πάντα στη μνήμη μου – θα έγραφα για μέρες.

Το παιδικό μου μυαλό κατέγραφε τα πάντα, ακόμα κι εκείνα που δεν καταλάβαινα ακριβώς, και ασυναίσθητα τα συνέκρινα με την πατρίδα που ήξερα.

Για να σου δώσω ένα παράδειγμα, έβλεπα τους τεράστιους, καλοφτιαγμένους δρόμους τους, τα ακόμα πιο τεράστια πάρκα τους, τις δημόσιες τουαλέτες με φωτοκύτταρα -ναι, ναι, για το 1981 μιλάω-, τα πάντα καθαρά και τακτοποιημένα.

Κι από την άλλη, εξίσου σοκαριστικές ήταν κι’ οι λιγότερο καλές εμπειρίες.

Π.χ. στο Βουκουρέστι, φτώχεια και βρωμιά παντού, ο κόσμος με σκυμμένα κεφάλια, στρατιωτικές περίπολοι να κυκλοφορούν συνέχεια όλο το 24ωρο.

Στην Ουγγαρία και στη Βουλγαρία ήταν σαφώς καλύτερα τα πράγματα, αλλά και πάλι· έβλεπα για πρώτη φορά στη ζωή μου τις εργατικές κατοικίες, και τα δικά μας σπίτια εδώ στην Ελλάδα μου φαίνονταν παράδεισος.

Ξεφεύγω από το θέμα μου ίσως· απλά προσπαθώ να δείξω πόσο μου άνοιξαν το μυαλό όλα αυτά. Πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι να καταλάβω κάποια, αλλά η εμπειρία έμεινε.

Η επόμενη φορά που βγήκα εκτός Ελλάδας ήταν στα 20-21.

Τότε δούλευα σαν συνοδός μαθητών σε εκπαιδευτικά ταξίδια στην Αγγλία – και η εμπειρία ήταν εξίσου σοκαριστική, αν όχι περισσότερο.

Για πρώτη φορά είχα επαφές με κόσμο απ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης -το ίδιο και τα παιδιά μου- και παρατηρούσα πόσο εύκολο είναι τελικά να συννενοηθείς και να συνυπάρξεις αν το θέλεις.

Και δεν μιλάμε για κόσμο μόνο από Ευρώπη -στην οποία υπάρχει ας πούμε ένα κάπως κοινό πλαίσιο αναφοράς-, αλλά από χώρες όπως π.χ. το Ιράν, η Μαλαισία, η Κένυα, η Κορέα κλπ.

Όλα όσα πίστευα για μένα και για τον κόσμο γύρω μου κλονίστηκαν, και στην τελική συνειδητοποίησα ότι ήταν απελευθερωτικό όλο αυτό.

Στα 29 μου έφυγα έξω ξανά, στο Λονδίνο, για το μεταπτυχιακό μου.

Από ένστικτο, ζήτησα από τις εστίες του πανεπιστημίου να μην έχω Έλληνες συγκάτοικους, και δεν το μετάνιωσα ποτέ.

Στην πορεία, διαπίστωσα κι εγώ πόσο κολλημένοι στο μυαλό ήταν οι Έλληνες· πήγαιναν να σπουδάσουν σ’ ένα ξένο τόπο, και κουβαλάγανε το σπίτι τους και τη μαμά τους μαζί, μη τυχόν και τους λείψουν οι φραπέδες και τα κεφτεδάκια.

Πολύ σύντομα φτιάχτηκε μιά παρέα περίπου 30 ατόμων, από διάφορα μέρη του κόσμου, μεταξύ αυτών μόλις 1-2 Άγγλοι και 2 Έλληνες (εγώ και μιά κοπέλα).

Εκεί ήταν που πραγματικά αναθεώρησα ριζικά πολλά πράγματα – κι όχι μόνο λόγω της πολυπολιτισμικής παρέας μου, αλλά και λόγω των συνθηκών ζωής.

Το πανεπιστήμιο λειτουργούσε άψογα, τα πάντα ήταν μπροστά σου, για οποιοδήποτε ζήτημα προέκυπτε υπήρχε έτοιμη λύση πριν καν γίνει πρόβλημα.

Το μόνο που έπρεπε να κάνεις ήταν να ενημερώνεσαι και να φροντίζεις να τακτοποιείς τα θέματά σου.

Εκεί ήταν που είχα την πρώτη μου ευκαιρία να μείνω έξω.

Τότε υπήρχε μιά σχετική άνθιση στον δικό μου τομέα, και οι ευκαιρίες για δουλειά ήταν αρκετές.

Είχα γνωρίσει και μιά κοπελίτσα, κι όσο να πεις ψηνόμουν.

Με τράβηξαν πίσω τα κλασσικά λαλακισμένα του Έλληνα: η οικογένειά μου, ο ήλιος, η θάλασσα κλπ – τότε δεν υπήρχε ακόμα υπόνοια για το τί θα επακολουθούσε, εκτός ίσως από το γεγονός ότι εδώ ήταν πολύ πιο δύσκολο να βρω δουλειά στον τομέα μου.

Εκ των υστέρων, το σκέφτομαι και γελάω πιτσιρίκο μου: να έχεις σπουδάσει ένα σούπερ καπιταλιστικό αντικείμενο -απαραίτητο σε κάθε σοβαρή εταιρία-, να έχεις όλα τα εφόδια για να γίνεις ένας εκπληκτικός φιλελές, κι οι Έλληνες υποψήφιοι εργοδότες σου να σε κοιτάνε σαν εξωγήινο στην καλύτερη.

Εκεί κατάλαβα για πρώτη φορά ότι αυτή η ρημάδα χώρα δεν έχει ζήσει πραγματικά ούτε τον καπιταλισμό, μόνο τον Οθωμανισμό ξέρει.

Έπρεπε να έχω σκεφτεί και πιο πέρα, αλλά φευ….

Η δεύτερη ευκαιρία να φύγω ήρθε με τους Ολυμπιακούς, τότε που εργαζόμουν ως στέλεχος του Αθήνα 2004 (θα σου πω γι’ αυτό άλλη φορά, με λεπτομέρειες – υπήρχαν πολλά περισσότερα απ’ αυτό που νομίζει ο κόσμος).

Συνεργαζόμουν με κάποιους από την οργανωτική επιτροπή του Πεκίνου 2008, και είχα δύο προτάσεις να συνεχίσω μαζί τους μετά την Αθήνα.

Αρνήθηκα για τους ίδιους λόγους· πού να τρέχεις τώρα στου διαόλου τη μάνα, κι αυτοί οι Κινέζοι δεν είναι καθόλου επικοινωνιακοί τύποι, δύσκολο να συννενοηθείς κλπ.

Άσε που πίστευα ότι η “Ολυμπιακή” μου εμπειρία θα μου άνοιγε και κάποια πόρτα όσο να ‘ναι (πολύ σύντομα διαπίστωσα πόσο ηλίθιος ήμουν – αλλά αυτό είναι άλλο κεφάλαιο είπαμε).

Η τρίτη ευκαιρία ήρθε μέσω έρωτα (ναι, έχει και τέτοιο).

Στο γάμο του κολλητού μου στην Κωνσταντινούπολη, γνώρισα μία Τουρκάλα, η οποία μάλιστα αντιπαθούσε τους Έλληνες αν και δεν είχε ποτέ της γνωρίσει κανέναν (σου θυμίζει κάτι αυτό;).

Κατακούτελα τα βέλη, ένα χρόνο σχέση και άπειρα πάνω-κάτω (πολλές αναθεωρήσεις κι’ εκεί), αλλά στο τέλος χάλασε το γλυκό· θες γιατί φοβηθήκαμε, θες γιατί μας έπιασε το λογικό μας, θες γιατί δεν ήταν να γίνει έτσι κι’ αλλιώς, πάντως τελείωσε η σχέση, και μαζί της έφυγε κι αυτή η ευκαιρία.

Και να ‘μαστε στο σήμερα, αρκετές χαμένες ευκαιρίες αργότερα, με μιά ατομική επιχείρηση στην πλάτη φορτωμένη με χρέη και σε ηλικία που δεν έχεις πια και πάρα πολλές επιλογές.

Ευτυχώς, έχω βρει πια τον άνθρωπό μου και είμαστε μαζί σε όλα.

Θα ξανάφευγα αν μπορούσα;

Ναι, θα το έκανα, κι ας κοντεύω τα 50.

Είναι παράδεισος έξω;

Όχι, βέβαια, το έχουν πει και τα άλλα παιδιά: υπάρχουν τα καλά και τα άσχημα, δεν μπορείς να τα έχεις όλα.

Εγώ, πάντως, τους προτρέπω να μείνουν εκεί που είναι και να μην στενοχωριούνται και τόσο· κανένας ήλιος και καμμιά θάλασσα δεν αξίζουν να υποστείς αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια.

Τους το λέω εγώ, που είμαι ακόμα εδώ και τα έχω δίπλα μου αλλά δεν μπορώ πια να τα εκτιμήσω έτσι όπως είναι η ζωή μας.

Έχει κι αλλού ομορφιές, αρκεί να έχεις το μυαλό και τα μάτια να τις δεις.

Κι επειδή η μοίρα το έφερε να δουλεύω στο χώρο της εκπαίδευσης, το λέω και το ξαναλέω στα παιδιά μου: αν μπορείτε, φύγετε.

Έστω για λίγο, για κάποιους μήνες.

Αυτά που θα δείτε, θα σας αλλάξουν τον τρόπο που βλέπετε τον κόσμο γύρω σας.

Το ξέρω, πιτσιρίκο μου, ότι κάποιοι δεν θ’ αλλάξουν ποτέ -όχι στ’ αλήθεια- αλλά ακόμα και το λίγο είναι καλύτερο απ’ το τίποτα.

Συγγνώμη για την κατάχρηση του χρόνου σου

Α.

(Αγαπητέ φίλε, δεν υπάρχει κάποιο πρόβλημα με το να ταξιδεύουν οι άνθρωποι ή και να επιλέγουν να μένουν σε άλλες χώρες. Το θέμα είναι πως η εκτίμηση για την “έξοδο” από τη χώρα μας τα τελευταία δέκα χρόνια φτάνει τις 700 χιλιάδες και σταματημό δεν έχει. Και οι περισσότεροι από αυτούς μάλλον δεν θα επιστρέψουν ποτέ. Κι αυτοί που θέλουν να επιστρέψουν, θα βρουν χώρα για να επιστρέψουν; Αυτό είναι το θέμα. Αν μας ενδιαφέρει για τη χώρα μας και τους συμπατριώτες μας. Πολλοί από τους ανθρώπους που έφυγαν είναι μεγαλύτεροι από εσάς σε ηλικία. Δεν ζήσατε τίποτα καλό σε αυτή την έρμη την Ελλάδα τόσα χρόνια; Όλο χαμένες ευκαιρίες ήταν; Αυτό ακυρώνει τη ζωή σας. Εγώ έχω ζήσει και πολλές όμορφες στιγμές στην Ελλάδα. Και ζω ακόμα. Πώς ακριβώς πρέπει να είναι η ζωή μας, για να εκτιμήσουμε τις ομορφιές της χώρας μας; Και γιατί θα εκτιμήσουμε τις ομορφιές μιας άλλης χώρας, στην οποία θα δουλεύουμε όλη μέρα; Ας μην περάσουμε από την αποθέωση της Ελλάδας στην πλήρη απαξίωσή της. Αν είναι τόσο χάλια η Ελλάδα, γιατί έχει πάνω από 30 εκατομμύρια τουρίστες τον χρόνο και γιατί χιλιάδες ξένοι ζουν ή ονειρεύονται να ζήσουν εδώ; Ε, δεν μπορεί, κάτι καλό θα έχει και η Ελλάδα. Ο Έλληνας που δεν βλέπει την ομορφιά της Ελλάδας -δηλαδή της χώρας στην οποία γεννήθηκε-, δεν θα δει την ομορφιά πουθενά. Σας ευχαριστώ. Να είστε καλά. Την αγάπη μου.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.