Η ανάθεση

cool ntalikerisΦίλε Πιτσιρίκο, πραγματικά απολαυστικός ο Βασίλης στο τελευταίο του γράμμα, κι όπως τα γράφει μου έφερε στο μυαλό ένα παλιό και καλό ανέκδοτο με ψυχιάτρους (ή μήπως με ψυχολόγους;). Πάει κάπως έτσι:

Δυο φίλοι συναντιούνται μετά από πολύ καιρό, ο ένας κομμάτια, ο άλλος μες την καλή χαρά.

Τι έχεις ρε φίλε, τον ρωτάει με αληθινό ενδιαφέρον.

Τι να έχω ρε φίλε; Κούραση. Κάθε βράδυ με το πού πέφτω για ύπνο, το ίδιο όνειρο.

Ένας τύπος μου δίνει κάτι κλειδιά στο χέρι και μου λέει: «Την βλέπεις αυτήν την νταλίκα; Πάρε την και πήγαινε την Θεσσαλονίκη!».

Κάθε βράδυ το ίδιο story. Αθήνα-Θεσσαλονίκη με την νταλίκα και το πρωί κομμάτια. Δεν ξέρω τι να κάνω.

Να πας στον ψυχίατρο που πάω εγώ, εκπληκτικός!

Όταν συναντιούνται δυο βδομάδες μετά στο μπαράκι επικρατεί ενθουσιασμός.

Φοβερός ο ψυχίατρος που με έστειλες. Έλυσε αστραπιαία το πρόβλημα. Πώς; Κάθε βράδυ με το που κλείνω τα μάτια έρχεται ο τύπος που σου έλεγα και μου δίνει τα κλειδιά της νταλίκας, στα 50 όμως μέτρα με σταματά ο ψυχίατρος και μου λέει: «Δώσε μου εμένα την νταλίκα να την πάω Θεσσαλονίκη και τράβα εσύ να ξεκουραστείς».

Μετά κοιμάμαι σαν πουλάκι! Δεν στα έλεγα, καταπληκτικός!

Μέσα στην χαρά και στον ενθουσιασμό του, ο καινούργιος και ευχαριστημένος «πελάτης» συστήνει τον καλό του ψυχίατρο παντού.

Έτσι κι έκανε με έναν ξάδερφο του που αντιμετώπιζε ένα θεωρητικά ευχάριστο μα στην ουσία του φοβερό πρόβλημα.

Ο τύπος είχε χάσει δέκα κιλά μέσα στους τρεις τελευταίους μήνες. Είχε ρέψει. Κάθε βράδυ με το πού έκλεινε τα μάτια του έμπαιναν στο δωμάτιο του δεκαπέντε πανέμορφες τύπισσες που μέχρι το πρωί τον ξεζουμίζανε κανονικά και με το αζημίωτο.

Μία στις τόσες ακουγόταν ωραίο αλλά το κάθε μέρα του πήγαινε πολύ.

Θα πας στον δικό μου ψυχίατρο. Εμένα με έσωσε. Θα σώσει και εσένα! Πήγαινε και θα με θυμηθείς.

Ξανασυναντιούνται τρεις βδομάδες μετά και ο ξάδερφος είναι για τον κλαίνε οι ρέγκες.

Ο συστήσας φανερά απορημένος τον ρωτά αν επισκέφτηκε τον ψυχίατρο-μάγο.

«Άσε με, με τον κερατά» του λέει ο άλλος φανερά αγανακτισμένος.

Γιατί ρε συ, τι έγινε;

Πήγα που λες στο γραφείο του την επομένη που σε συνάντησα και μου είπε πως θα με βοηθήσει. Από το ίδιο κιόλας βράδυ, όμως, ξεκίνησε ο αληθινός μου εφιάλτης. Με το πού κλείνω τα μάτια μου μπαίνουν στο δωμάτιο – όπως πάντα – τα δεκαπέντε κορίτσια. Μετά από πέντε λεπτά ξανανοίγει η πόρτα και εμφανίζεται ο ψυχίατρος και μου πετάει κάτι κλειδιά πάνω μου.

«Πάρε εσύ την νταλίκα και πήγαινε την Θεσσαλονίκη και θα μείνω εγώ με τα κορίτσια». Κάθε βράδυ Αθήνα-Θεσσαλονίκη, με έχει εξουθενώσει αυτή η ιστορία.

Κι αφού λοιπόν το είπαμε το ανεκδοτάκι, καιρός να απλώσουμε την τσόχα και να ξεκινήσουμε τα χαρακίρια, τις μπόμπες και τα ανεβοκατεβάσματα με το ανσανσέρ.

Και το “Follow the Queen” δεν είναι άσχημο.

Και η επέλαση των καταραμένων με τα άλογα την ώρα που το Κτήνος με το KΞS κάνει πάρτυ στα στενά της Βαβυλώνας δεν μου φαίνεται καθόλου κακή ιδέα.

Το καταστροφικό είναι το άλλο πρόσωπο του δημιουργικού, και το εκκρεμές μια γραμμή αφήνει πάνω στην άμμο και σε αυτήν πρέπει να συνηθίσεις και να μάθεις να ζεις.

Μια από δω, μια από κει.

Δυστυχώς, οι άνθρωποι – αλλά συνολικά και οι κοινωνίες – έχουν χρόνια τώρα υποκύψει στην λογική και πρακτική της «Ανάθεσης», κι έτσι έχουν καταλήξει στην δυσάρεστη θέση … να παίρνουν την νταλίκα και την πηγαινοφέρνουν Αθήνα-Θεσσαλονίκη, χωρίς λόγο και αιτία.

Φιλιά πολλά σε όλους από την Εσπερία

Ηλίας

(Αγαπητέ Ηλία, σούπερ το ανέκδοτο. Να σου πω κι εγώ ένα άλλο ανέκδοτο που μου θυμίζει η σημερινή Ελλάδα, και είναι και κάργα σεξιστικό, οπότε το γουστάρω.
Πάει ένα ζευγάρι με το αυτοκίνητο στην εθνική οδό και βλέπουν μια ταμπέλα “Προς Πουστοχώρι”. “Τι είναι αυτό το Πουστοχώρι;” ρωτάει η γυναίκα τον άνδρα της. “Δεν ξέρω αλλά πάμε να δούμε”. Φτάνουν στο χωριό, στην κλασική πλατεία με το καφενείο, το πεζούλι και τον πλάτανο, κανείς. Μετά από λίγο ακούγεται ένα βαρύ βήμα στο καντούνι και σκάει στην πλατεία βαρύς κι ασήκωτος τύπος, δυο μέτρα, το σακάκι ριχτό στους ώμους, με μουστάκα και κομπολόγα. “Καλησπέρα σας κύριε” του λέει η γυναίκα, “επειδή είμαστε περαστικοί, μήπως ξέρετε γιατί αυτό το χωριό το λένε Πουστοχώρι;”. “Τι να σας πω, κυρία μου, δεν ξέρω, κι εγώ νύφη είμαι εδώ”.
Ηλία, όταν βρεθούμε, θύμισέ μου να σου πω ανέκδοτα. Δεν σταματάω με τίποτα. Μια φορά, ο Νίκος Παπάζογλου -μέγας ανεκδοτάκιας- με είχε παραδεχτεί σε μια “κόντρα” που κάναμε σε ένα τραπέζι. Εσύ θα μου λες μια λέξη ή ένα θέμα, κι εγώ θα σου λέω ένα ανέκδοτο. Να μου κάνεις ανάθεση. Να είσαι καλά, Ηλία.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.